Ενημέρωση σχετικά με τις νέες διώξεις σε βάρος πολιτικών κρατουμένων και την ποινικοποίηση της αλληλεγγύης και των αντιστάσεων

https://athens.indymedia.org/post/1589600/

Ένα νέο πολιτικό και δικαστικό πραξικόπημα είναι αυτή την στιγμή εν εξελίξει σε βάρος των πολιτικών κρατουμένων. Ο συγκεκριμένος κατασταλτικός σχεδιασμός δεν αποτελεί κεραυνός εν αιθρία αλλά την συνέχεια της ολομέτωπης κατασταλτικής επίθεσης που διεξάγεται εναντίων των φυλακισμένων αγωνιστών του ανατρεπτικού κινήματος. Αστυνομικές εισβολές και «απαγωγή» του απεργού πείνας Ντίνου Γιατζόγλου, πειθαρχικές διώξεις σε εισαγγελείς που τήρησαν τον νόμο τους και χορήγησαν άδεια στον Δημήτρη Κουφοντίνα, εξοντωτικές ποινές και νέες κατασταλτικές καινοτομίες (ατομική τρομοκρατία, απόπειρα αναίρεσης της αθωωτικής απόφασης στον Τάσο Θεοφίλου ) με εργαλείο τον αντιτρομοκρατικό νόμο, συνεχής απόπειρα διεύρυνσης του ειδικού καθεστώτος εξαίρεσης σε βάρος των πολιτικών κρατουμένων.

Το νέο κεφάλαιο σε αυτό το κατασταλτικό σπιράλ διώξεων ξεκίνησε πριν λίγο καιρό από τα εισαγγελικά γραφεία του Αρείου Πάγου, ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Μετά την βίαιη μεταγωγή του απεργού πείνας Ντίνου Γιατζόγλου και τον μαζικό ξεσηκωμό από τους κρατούμενους των φυλακών Κορυδαλλού ως διαμαρτυρία σε αυτή την πρωτοφανή ενέργεια, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης που είχε βρεθεί στις φυλακές για να ακούσει τα αιτήματα των κρατουμένων είχε δεσμευτεί ρητά μπροστά τόσο στους κρατούμενους όσο και σε υπαλλήλους και αρχιφύλακες της φυλακής ότι δεν θα ασκηθούν πειθαρχικές και ποινικές διώξεις σε βάρος των κρατουμένων και ότι θα συγκληθεί άμεσα η ΚΕΜ για την έγκριση της μεταγωγής του απεργού πείνας Ντίνου Γιατζόγλου στον Κορυδαλλό.
Η συγκεκριμένη ρητή δέσμευση από πλευράς Υπουργείου αποδείχτηκε για μια ακόμα φορά κενό γράμμα, αποδεικνύοντας το μέγεθος της πολιτικής εξαπάτησης και της σοσιαλδημοκρατικής κατασταλτικής τακτικής που εφαρμόζει ο ΣΥΡΙΖΑ σφυρίζοντας αδιάφορα την ίδια στιγμή που διατηρεί προνομιακές σχέσεις με τους εκτελεστές των συγκεκριμένων κατασταλτικών σχεδιασμών, αποδεικνύοντας τον βρώμικο ρόλο του στην υλοποίηση τους.

Η αφετηρία του νέου κατασταλτικού σχεδιασμού ξεκινά από την Εισαγγελέα Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, γνωστή εκφραστής της αντιτρομοκρατικής πολιτικής και εμμονική στην στοχοποίηση πολιτικών κρατουμένων. Ήταν αυτή που πρωτοστάτησε στην άσκηση πειθαρχικών διώξεων, καθ υπόδειξη γνωστών ντόπιων και διεθνών κέντρων εξουσίας, στους εισαγγελείς των φυλακών Κορυδαλλού που με εφτά χρόνια καθυστέρηση τήρησαν τον δικό τους νόμο χορηγώντας στον Δημήτρη Κουφοντίνα την άδεια που δικαιούταν.

Η συγκεκριμένη λοιπόν απέστειλε μια σειρά δημοσιευμάτων από τον καθεστωτικό τύπο καθώς και άρθρα αντιπληροφόρησης από το indymedia στην εισαγγελία Πειραιά ζητώντας «την διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την διακρίβωση τέλεσης ή μη αυτεπαγγέλτως διωκόμενων πράξεων εντός του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού κατά τις επίμαχες ημερομηνίες που αναφέρονται στα παραπάνω δημοσιεύματα.»

Τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα αφορούν τις γνωστές δημοσιογραφικές αναφορές σχετικά με την μαζική διαμαρτυρία στις φυλακές Κορυδαλλού ενώ το πιο εξωφρενικό της υπόθεσης είναι η απόπειρα ποινικοποίησης ακόμα και της γραπτής έκφρασης αλληλεγγύης καθώς ένα κείμενο αλληλεγγύης στον απεργό πείνας Ντίνο Γιατζόγλου από πολιτικούς κρατούμενους γίνεται αφορμή για την απόπειρα να διωχθούν ως «συμμετέχοντες και υποκινητές της εξέγερσης».

Λίγες μέρες πριν η εισαγγελία Πειραιά απέστειλε κλήσεις για ανωμοτί κατάθεση στους πολιτικούς κρατούμενους Κώστα Γουρνά, Δημήτρη Κουφοντίνα, Δαμιανό Μπολάνο, Γιώργο Νικολόπουλο, Μιχάλη Νικολόπουλο, Παναγιώτη Αργυρού, Χρήστο Τσάκαλο, Γεράσιμο Τσάκαλο ως ύποπτοι για «συμμετοχή και υποκίνηση σε εξέγερση». Σε περίπτωση που επικυρωθούν οι συγκεκριμένες διώξεις και σχηματιστεί δικογραφία αυτό σημαίνει το κόψιμο των αδειών σε όσους πολιτικούς κρατούμενους τους δίνονται και το μπλοκάρισμα τους σε όσους τις δικαιούνται.

Ταυτόχρονα μέσα από τα στοιχεία της κατασταλτικής μεθόδευσης γίνεται σαφές η απόπειρα διεύρυνσης των συγκεκριμένων διώξεων και σε άλλους πολιτικούς κρατούμενους με βάση ένα πολιτικό κείμενο αλληλεγγύης που είχαν δημοσιεύσει σε αλληλεγγύη στον απεργό πείνας.

Οι συγκεκριμένες πολιτικές διώξεις που επιχειρούνται αφορούν το σύνολο του ανατρεπτικού κινήματος, η ποινικοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων στις αστυνομικές εισβολές και την βία μέσα στις φυλακές, η φασισμός της ποινικοποίησης ακόμα και του γραπτού πολιτικού λόγου από πλευράς των αναρχικών κρατουμένων, η αυξανόμενη ένταση της ποινικής καταστολής σε βάρος των πολιτικών κρατουμένων, η απόπειρα περιστολής και κατάργησης των κατακτημένων με αγώνες δικαιωμάτων τους (τακτικές και εκπαιδευτικές άδειες) με όχημα στημένες δικογραφίες από την δικαστική μαφία, δεν μπορούν και δεν πρέπει να περάσουν αναπάντητα.

Το κίνημα αλληλεγγύης μαζί με τους πολιτικούς κρατούμενους θα δώσουν για μια ακόμα φορά την μάχη για να τσακίσουν στην πράξη το ειδικό καθεστώς εξαίρεσης, τους πολιτικούς εμπνευστές του και τα πιστά τους μαντρόσκυλα. Οι σχεδιασμοί σε βάρος των πολιτικών κρατουμένων θα πέσουν στο κενό.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

ΚΑΜΙΑ ΔΙΩΞΗ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΚΕΛΙΑ

Υ.Γ Θα ακολουθήσει αναλυτικότερη ενημέρωση μόλις λάβουμε ακριβή γνώση του περιεχόμενου της δικογραφίας

Αλληλέγγυοι / Αλληλέγγυες

Η «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία και η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση περί «ατομικής τρομοκρατίας»

Η «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία και η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση περί «ατομικής τρομοκρατίας»

Ποια είναι η σημασία της συγκεκριμένης καταδικαστικής απόφασης πάνω σε εσάς, όσον αφορά τα χρόνια κάθειρξης; Πως αξιολογείται αυτή η κίνηση του καθεστώτος εναντίον σας;

Η συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση έχει καθοριστική επιρροή πάνω μας, καθώς σημαίνει την παράταση της αιχμαλωσίας μας από δύο έως και τρία χρόνια για κάποιους από εμάς. Δεδομένου του γεγονότος ότι βρισκόμαστε ήδη περισσότερα από πέντε χρόνια στη φυλακή μεταφράζεται σε ένα διαρκές καθεστώς αιχμαλωσίας που βασίζεται στον αντιτρομοκρατικό νόμο (187Α) και την εφαρμογή που αυτός έχει πάνω στον «εσωτερικό εχθρό».

Εξοντωτικές ποινές, καινούριες κατασταλτικές ερμηνείες του 187Α, νομικές ακροβασίες, ποινικοποίηση της αναρχικής πολιτικής ταυτότητας, συνθέτουν ένα πλέγμα ποινικής καταστολής που τυλίγεται μεθοδικά και με σχέδιο γύρω από το αναρχικό κίνημα και τους φυλακισμένους αγωνιστές του. Η συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση λοιπόν, δεν πρέπει να αναλυθεί μέσα από ένα προσωποκεντρικό πρίσμα, αλλά να ερμηνευτεί και να αξιολογηθεί ως συνέχεια της ντόπιας έκφρασης της αντιτρομοκρατικής πολιτικής, που επιδιώκει να σφίξει τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του αναρχικού κινήματος. Εκμεταλλευόμενοι τον κατακερματισμό, την πολυδιάσπαση και την απουσία ριζοσπαστικοποίησης τόσο στο κινηματικό, όσο και στα ευρύτερα πεδία του κοινωνικού πολέμου, το κράτος και οι μηχανισμοί του οξύνουν την κατασταλτική επίθεση με αιχμή του δόρατος τη δικαστική εξουσία και τη διαρκώς αυξανόμενη ένταση της ποινικής καταστολής εναντίον των αναρχικών με εργαλείο τον 187Α.
Είναι μια απόφαση πρωτόγνωρη. Ο χώρος που εντέχνως αφήνει ο τρομονόμος (187Α) για διάφορες αναγνώσεις από τον κάθε δικαστικό, δημιουργεί ακριβώς αυτή τη συνθήκη η οποία φέρνει νέες προσθήκες στη φαρέτρα της καταστολής. Ποιες θα πρέπει να είναι οι απαντήσεις μας πάνω σε αυτό, αλλά και σε άλλα παρόμοια καινούρια δικαστικά δεδικασμένα;

Εγώ θα ήθελα να προσθέσω πάνω σε αυτό που λέτε ότι είναι η ίδια η πολιτική φύση του 187Α τέτοια, που οποιαδήποτε ερμηνεία γίνει από τη σκοπιά της θωράκισης και της υπεράσπισης του καθεστώτος είναι νομιμοποιημένη και θεμιτή. Στην ουσία του, μιλάμε για έναν νόμο που αποτελεί την πρακτική εφαρμογή του αμερικανικού δόγματος για τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία». Έναν νόμο, που η ύπαρξή του βρίσκει νόημα στο ανελέητο κυνήγι εναντίον του εσωτερικού εχθρού και εναντίον όσων απειλούν τα κρατικά και καπιταλιστικά συμφέροντα.

Όσον αφορά τις απαντήσεις μας πάνω σε αυτή τη συνθήκη για μένα ξεκινάνε από την γενική αποδοχή ότι απαιτείται η οργάνωση ενός ανατρεπτικού κινήματος που θα λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και υπονομευτικά απέναντι στους κρατικούς και καπιταλιστικούς σχεδιασμούς των αφεντικών και του πολιτικού τους προσωπικού, στη δική μας επικράτεια. Εξειδικεύοντας τον παραπάνω συλλογισμό, πρέπει να μπούμε σε μια διαδικασία αυτοκριτικής για τα λάθη, τις ελλείψεις μας, τις οργανωτικές μας αδυναμίες, μια αυτοκριτική που δεν πρέπει να χαϊδέψει αυτιά, αλλά ούτε και να είναι ισοπεδωτική. Απεναντίας, πρέπει να έχει ως κεντρικό στόχο την όξυνση του ανατρεπτικού αγώνα σε όλες του τις μορφές, τη μετατροπή του σε έναν υπαρκτό κίνδυνο για τους σχεδιασμούς των κυρίαρχων. Κομμάτι αυτής της διαδικασίας λοιπόν δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την ανασυγκρότηση της ιστορικής μνήμης η οποία θα αποτελέσει την πυξίδα για τις στρατηγικές αγώνα που θα ακολουθήσουμε. Θα πρέπει λοιπόν, να μιλήσουμε ξανά για την οργάνωση της επαναστατικής βίας σε όλες τις μορφές της, για τις πρακτικές του επαναστατικού ιλλεγκαλισμού και την ανάγκη διάχυσής τους μέσα στο κίνημα, για την αποβολή της «πολιτικής» με τη βρώμικη και αστική έννοια που έχει μολύνει τους κύκλους μας. Μια συζήτηση που θα ήταν κενή και άνευ περιεχομένου αν δεν συνοδευόταν από πολιτικές πρωτοβουλίες συντρόφων να καλύψουν τα πολιτικά κενά καθώς και να ενισχύσουν τις προοπτικές που σχηματίζονται μέσα από τα εξαγόμενα συμπεράσματα. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η καλύτερη απάντηση στα δικαστικά πραξικοπήματα δεν είναι άλλη από τη δημιουργία ενός ισχυρού πολιτικού κόστους που μετατοπίζεται σε όλη την εξουσιαστική πυραμίδα καταμερίζοντας ευθύνες από τους πολιτικούς εμπνευστές των δικαστικών πραξικοπημάτων μέχρι των αχυράνθρωπων που τα υλοποιούν. Μια απάντηση που εντάσσεται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και την πολιτική μας πρόταση που δεν είναι άλλη από τον απελευθερωτικό πόλεμο στις καπιταλιστικές μητροπόλεις ως απάντηση στους διακρατικούς πολέμους και τον πόλεμο όλων εναντίον όλων που προωθεί ο καπιταλισμός.

Κατά πόσο αυτή η απόφαση επηρεάζει το σύνολο των αγωνιστών/στριών εκτός των τειχών οι οποίοι/ες σκέφτονται να δράσουν πάνω σε αυτή την κατεύθυνση των επιλογών του αγώνα που εκτείνονται από τους εμπρησμούς, μέχρι τις απαλλοτριώσεις τραπεζών κ.τ.λ.;

Θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί μια ιδιαίτερα αρνητική παρακαταθήκη, που θα επηρεάσει και την ποινική καταστολή εναντίον όσων αναρχικών σκεφτούν να δράσουν με παρόμοιο τρόπο και έχουν την ατυχία να συλληφθούν και να βρεθούν αιχμάλωτοι στις σωφρονιστικές αποικίες του ελληνικού κράτους. Με τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, ουσιαστικά, αυτό που ποινικοποιείται δεν είναι άλλο από την αναρχική πολιτική ταυτότητα. Ή αλλιώς με τα λόγια της εισαγγελέως του εφετείου μας «τι άλλο θα μπορούσε να είναι οι συγκεκριμένες πράξεις εκτός από τρομοκρατικές αφού είναι αναρχικοί». Με την καινούρια ερμηνεία περί «ατομικής τρομοκρατίας» δεν είναι απαραίτητο οι δικαστικοί μηχανισμοί να προσπαθήσουν να συνδέσουν τον εκάστοτε κατηγορούμενο με τη δράση κάποιας επαναστατικής οργάνωσης όπως γινόταν στο παρελθόν. Αρκεί η πολιτική του ταυτότητα και η ενεργή υπεράσπιση της, μέσα στις δικαστικές αίθουσες για να καταδικαστεί ως «ατομικός τρομοκράτης» αφού όπως είπαμε και πριν όποιος ξεφεύγει από ακίνδυνες ρητορείες και επιλέξει να αγωνιστεί μέσα από τις γραμμές της αναρχίας, μπορεί να καταδικαστεί σαν τρομοκράτης όταν οι επιλογές του ξεφεύγουν από τα πλαίσια που καθορίζει η αστική νομιμότητα.

Φυσικά αυτό το γεγονός δεν πρέπει να σπείρει την ηττοπάθεια, αλλά αντίθετα να αποτελέσει μια ακόμα αφορμή να οξύνουμε τον αγώνα μας εναντίον της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εξάλλου, όποιος οπλίζει τη συνείδηση του για να ανατρέψει τον βάρβαρο κύκλο καταπίεσης και εκμετάλλευσης, είναι δεδομένο ότι θα αντιμετωπίσει όλη την εκδικητικότητα και την αυταρχική αντιμετώπιση του καθεστώτος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα παραιτηθούμε από το να δώσουμε και μάχες επί των σημείων, όπως είναι αυτές που δίνονται μέσα σε δικαστικές αίθουσες, ούτε όμως ότι θα συνθηκολογήσουμε σε περίπτωση που βρεθούμε αντιμέτωποι με την εκδικητικότητα των κατασταλτικών μηχανισμών.

Το γεγονός ότι η αναρχία ακόμα και σε περιόδους οπισθοχώρησης συγκεντρώνει όλο τον κρατικό ρεβανσισμό, αποτελεί τίτλο τιμής για το αναρχικό κίνημα και απόδειξη ότι ο αγώνας για την αναρχία και την ελευθερία είναι ο μόνος αξιοπρεπής δρόμος για να βαδίσεις ενάντια στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό της εποχής μας.

Με βάση τις ευρωπαϊκές οδηγίες και το διεθνές «κυνήγι της τρομοκρατίας», ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι τρομονόμοι είναι η αιχμή του δόρατος (και) για τον εσωτερικό εχθρό στο ελληνικό κράτος. Με βάση αυτό, αλλά και τις απόπειρες για διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου και τα νέα δικαστικά δεδικασμένα που γεννιούνται, ποιες πρέπει να είναι οι κινήσεις του ανταγωνιστικού κινήματος ενάντια στον πυρήνα της καταστολής, δηλαδή τον «αντιτρομοκρατικό» νόμο (187Α);

Η απάντηση αυτής της ερώτησης αποτελεί τη συνέχεια όσων λέγαμε και προηγουμένως. Για μένα, είναι επιτακτική ανάγκη να σχηματιστούν πολιτικές πρωτοβουλίες ενάντια στον αντιτρομοκρατικό νόμο που αποτελεί την αιχμή της ποινικής καταστολής εναντίον μας. Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές προς όλες τις κατευθύνσεις, είναι πως οποιοσδήποτε με τη δράση του, σταθεί εμπόδιο στα καπιταλιστικά συμφέροντα θα καταλήξει να διωχθεί με τον αντιτρομοκρατικό νόμο, βλέπε το παράδειγμα των κατοίκων των Σκουριών, που η εναντίωση τους στα σχέδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης και τη λεηλασία της φύσης, τους έφερε αντιμέτωπους με τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Το συγκεκριμένο πολιτικό συμπέρασμα, φυσικά, χρειάζεται προσεκτική πολιτική ανάλυση, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να σχηματιστούν κατηγορίες δύο ταχυτήτων όσων διώκονται με τον 187Α που από τη μια οι διωκόμενοι για ενέργειες αντάρτικου πόλης θα αποτελούν νομιμοποιημένες περιπτώσεις εφαρμογής του 187Α, ενώ η διαμαρτυρία μας θα περιορίζεται όταν αυτός διευρύνεται και σε άλλα κοινωνικά κομμάτια.

Για μένα το ζήτημα του 187Α πρέπει να τεθεί συνολικά, ως ένας νόμος που αποτελεί την αιχμή της αντιτρομοκρατικής πολιτικής και κατ’ επέκταση το βασικό εργαλείο ποινικής καταστολής στα χέρια του κράτους και του κεφαλαίου.

Η δημιουργία ενός μετώπου αγώνα ενάντια στον 187Α δεν σημαίνει ότι τρέφουμε αυταπάτες γύρω από την κατάργηση του. Η Ελλάδα ως ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συγκεκριμένο ρόλο μέσα στην καπιταλιστική περιφέρεια, με την απαρέγκλιτη εφαρμογή όλων των ευρωπαϊκών κοινοτικών οδηγιών σε ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης κ.λπ., δεν θα μπορούσε ποτέ να καταργήσει τον αντιτρομοκρατικό της νόμο, όποιος και αν βρισκόταν στην χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής. Η ύπαρξη του αντιτρομοκρατικού νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ελληνικού κράτους. Αυτήν ακριβώς τη σύνδεση είναι απαραίτητο να αναδείξει ένα μέτωπο αγώνα που θα στρέφεται ενάντια στον 187Α. Χτυπώντας τόσο τη ντόπια συνέχιση του αμερικανικού δόγματος του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία όσο και τα ψεύτικα αφηγήματα της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ με την υποκριτική υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς είναι σαφές ότι τα δικαιώματα μέσα στα πλαίσια του αντιτρομοκρατικού νόμου εξαφανίζονται ως διά μαγείας μπροστά στα θιγμένα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου.

Ένα μέτωπο αγώνα ενάντια στον 187Α λοιπόν θα όξυνε τις ενδοσυστημικές αντιθέσεις, θα έκανε ευρέως γνωστό τον κομβικό ρόλο των αντιτρομοκρατικών νόμων στην λειτουργία των ευρωπαϊκών κρατών, θα έστελνε ισχυρά μηνύματα αλληλεγγύης σε όσους βρίσκονται στην ουσία αιχμάλωτοι του συγκεκριμένου νόμου, θα έβαζε αναχώματα στην ασυδοσία ως προς την εφαρμογή του, θα δημιουργούσε πολιτικά ζητήματα γύρω από την επέλαση της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας των ημερών μας. Θα προσπαθούσε εν τέλει να δημιουργήσει ένα διαρκές πολιτικό κόστος σε κράτος και κεφάλαιο για την εγκληματική ύπαρξη του 187Α. Για την εγκληματική ύπαρξη του ίδιου του κράτους και του κεφαλαίου που μολύνουν και καταστρέφουν τις μοναδικές ζωές μας.

Η προσπάθεια για την δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου μπορεί να αποτελέσει πεδίο ζύμωσης μεταξύ συντρόφων και αφετηρία της γενικευμένης αντεπίθεσης μας ενάντια στο καπιταλιστικό σύμπλεγμα και τα δολοφονικά του πλοκάμια. Για αυτό και θεωρώ μια τέτοια πρωτοβουλία, προωθητική για την εξέλιξη του ίδιου του ανατρεπτικού αγώνα στην εποχή μας.

* Λίγες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη υπόθεση:

«Στις 26 Μαρτίου ολοκληρώθηκε, στη δικαστική αίθουσα Κορυδαλλού, η εκδίκαση του εφετείου για την υπόθεση εμπρησμών και ληστειών στο οποίο κατηγορούμενοι βρίσκονταν οι σύντροφοι Α. Ντάλιος, Ν. Ρωμανός, Γ. Μιχαηλίδης, Δ. Πολίτης και το μέλος της ΣΠΦ Γ. Τσάκαλος.

Η έδρα του εν λόγω δικαστηρίου, υιοθετώντας επί της ουσίας την πρόταση της εισαγγελέως Σοφίας Αποστολάκη, επέλεξε να διατηρήσει, με ελάχιστες αποκλίσεις, τις εξοντωτικές ποινές του πρωτόδικου δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ο Α. Ντάλιος καταδικάστηκε σε 27 χρόνια (από τα 29 του πρωτόδικου), ο Ν. Ρωμανός σε 18 χρόνια (από τα 20 του πρωτόδικου), ο Δ. Πολίτης σε 12 χρόνια και 2 μήνες (από τα 12 και 10 μήνες του πρωτόδικου), ο Γ. Μιχαηλίδης σε 11 χρόνια όπως και στο πρωτόδικο και ο Γ. Τσάκαλος σε 5 χρόνια.»

Συνέλευση αλληλεγγύης στους αναρχικούς συντρόφους που καταδικάστηκαν ως «ατομικοί τρομοκράτες»