Category Archives: κειμενα

Δίκη Χρυσής Αυγής: Γεγονότα και Συμπεράσματα

 

Δίκη Χρυσής Αυγής: Γεγονότα και Συμπεράσματα

 

 “Αν ακούγεται αδιανόητο στις μέρες μας, να μιλήσει κανείς ενάντια στη δημοκρατία χωρίς να χαρακτηριστεί συντηρητικός ή φασίστας είναι γιατί η προπαγάνδα κατοικεί στα σπίτια και στο μυαλό των υποτελών της.”

 

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς 12/01/2010 (από την ανάληψη για την βομβιστική επίθεση στο προαύλιο της ελληνικής βουλής).

 

Η Χρυσή Αυγή υπήρξε πολιτική οργάνωση με εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία (τον περισσότερο καιρό) και πρότυπο το Χιτλερικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες. Για αυτό δεν καταδικάστηκε ρητά ποτέ πολιτικά και ηθικά από το σύνολο του πολιτικού συστήματος, παρά μέχρι πρόσφατα.

Η Χρυσή Αυγή είχε λάβει αποδεδειγμένα μέρος τη δεκαετία του ’90 μέσω αντιπροσωπείας εθελοντών της, σε εγκλήματα πολέμου στη Σερβο-βοσνιακή πολεμική σύγκρουση,  μνημείο ανθρωποσφαγής της οποίας είναι η εθνοκάθαρση της Σεμπρένιτσα. Για αυτό (παρά τη πλούσια δημοσιογραφική έρευνα) δεν υπήρξε καμία θεσμική έρευνα, καμία δίωξη, καμία καταδίκη. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

Η Χρυσή Αυγή υπήρξε οργάνωση αυξομειούμενης πολιτικής βίας που συμπεριλάμβανε  από βανδαλισμούς μέχρι και ανθρωποκτονίες από την ίδρυση της ως και τουλάχιστον το  2011 (πχ πογκρόμ εναντίον μεταναστών με αφορμή δολοφονία Μανώλη Καντάρη). Αν  αυτή η πολιτική δράση, με ακριβώς τα ίδια ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, είχε κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόσημο θα διωκόταν ως τρομοκρατική. Η Χρυσή Αυγή όμως, όντας τμήμα της εγχώριας εθνικοφροσύνης δε διώχτηκε και ούτε καταδικάστηκε ποτέ ως τρομοκρατική.

Η Χρυσή Αυγή υπήρξε οργάνωση με διασυνδέσεις με κομμάτια του εγχώριου πολιτικού συστήματος και με υπόγειες δοσοληψίες με ολόκληρα τμήματα των κρατικών μυστικών υπηρεσιών. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε γνώση και επομένως συνέργεια στη δράση της Χρυσής Αυγής. Για αυτό το σκοτεινό σημείο στην ιστορία της Χρυσής Αυγής δεν υπήρξε καμία θεσμική έρευνα και φυσικά δεν καταδικάστηκε κανείς. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

Η Χρυσή Αυγή ως οργάνωση πολιτικής βίας είχε αποδεδειγμένα σε πλείστες όσες περιπτώσεις, την αρωγή, την υποστήριξη και την έμπρακτη συνδρομή των αστυνομικών αρχών, κυρίως των επίλεκτων ομάδων καταστολής. Για αυτού του είδους προνομιακής μεταχείρισης της συγκεκριμένης οργάνωσης δεν υπήρξε καμία θεσμική έρευνα, δίωξη και καμία καταδίκη κανενός αστυνομικού, καμίας βαθμίδας. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

Η Χρυσή Αυγή, παρότι οργάνωση πολιτικής βίας με ανοιχτή ατζέντα, έτυχε θεσμικής αναγνώρισης ως πολιτικό κόμμα για να συμμετάσχει στις εκλογές. Καμία θεσμική έρευνα δεν έγινε για το πώς αυτό κατέστη δυνατό και υπό ποιους όρους.  Καμία δίωξη και καμία καταδίκη, κανενός υπευθύνου δεν υπήρξε σε αυτό το κομμάτι. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

Η Χρυσή Αυγή εν τέλη διώχθηκε και εν τέλη καταδικάστηκε ως εγκληματική οργάνωση, ως ένα είδους μαφίας που συστάθηκε με σκοπό το κέρδος από εγκληματικές δραστηριότητες. Η Χρυσή Αυγή ωστόσο δεν υπήρξε οργάνωση μαφιόζικων προδιαγραφών (το αν εμπλεκόταν και με τέτοιες δραστηριότητες είναι άλλο ζήτημα) αλλά όπως προ είπαμε, πάνω από όλα ήταν μια  πολιτικοστρατιωτική οργάνωση νεοναζιστικών προδιαγραφών.

Η καταδίκη της  Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση παρότι πολιτικό κόμμα ακυρώνει την πολιτική υπόσταση της και την πολιτική βαρύτητα της δράσης της περιορίζοντας την ουσία της υπόθεσης στο ποινικό κομμάτι.

Η καταδίκη της  Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση αυτομάτως καθιστά βάση της κείμενης νομοθεσίας και κατά περίπτωση, οποιονδήποτε την υποστήριξε με οποιονδήποτε τρόπο, οικονομικά ή ηθικά, συνεργό ή ηθικό αυτουργό στην θεωρούμενη εγκληματική της δράση. Αυτό περιλαμβάνει και το μισό εκατομμύριο πολιτών που την ξαναψήφισαν όταν ο αρχηγός της ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για μια ανθρωποκτονία. Καμία τέτοια δίωξη και καταδίκη δεν υπήρξε σε κανένα επίπεδο. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση συνεπάγεται εγκληματικές ευθύνες για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα που της παρείχε τη  χρηματοδότηση που αναλογεί σε ένα πολιτικό κόμμα ή έστω έρευνα για να διαπιστωθεί ποιος ήξερε και δεν ήξερε, ποιος έβλεπε και δεν έβλεπε, ποιος καταλάβαινε και ποιος όχι. Τέτοια έρευνα δεν έχει υπάρξει σε κανένα επίπεδο. Δεν προβλέπεται να υπάρξει σύντομα.

 

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση από μόνη της, σηματοδοτεί απλώς μια μερική επιστροφή στην πολιτική μετριοπάθεια, στην οποία, πράγματι, ταυτόσημες με τη Χρυσή Αυγή θέσεις, ενδεχομένως δε θα έχουν τον ίδιο χώρο στην mainstream πολιτική γλώσσα. Τουλάχιστον όχι απροκάλυπτα. Αυτό το μίνιμουμ μπορεί πράγματι να θεωρηθεί προϊόν κοινωνικών συσχετισμών οι οποίοι ελήφθησαν υπόψη. Χωρίς αυτούς ούτε αυτό το ελάχιστο θα υπήρχε. Επίσης είναι ένα πλήγμα για την εγχώρια εθνικοφροσύνη που ίσως (δεν είναι και σίγουρο) αναγκαστεί σε μερική αναδίπλωση σε κάποιες (όχι όλες φυσικά) ακραίες τοποθετήσεις της, και ταυτόχρονα είναι ένα προβάδισμα του προοδευτικού κοινωνικού μπλοκ. Κι ας είναι ένα προβάδισμα που κρατάει όσο η μνήμη ενός χρυσόψαρου.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση είναι πράγματι  νίκη της Δημοκρατίας διότι ενισχύει την πίστη των μαζών στην πεποίθηση ότι υπάρχει ελπίδα και δικαιοσύνη με αυτούς τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου συνεπώς δεν υφίσταται καμία αναγκαιότητα αλλαγής τους, πόσο μάλλον  με βίαια μέσα. Η εντύπωση αυτής της παραπλανητικής πίστης σε μεγάλα κομμάτια του προοδευτικού κοινωνικού μπλοκ ενισχύει το μέτωπο του κοινωνικού και πολιτικού οπορτουνισμού δίνοντας του βήμα και χώρο στα πολιτικά πράγματα. Ταυτόχρονα ανοίγει δρόμο σε μια επόμενη Χρυσή Αυγή.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής  ως εγκληματική οργάνωση λειτουργεί ως παράγοντας αποριζοσπαστικοποίησης, αποδυνάμωσης της αδιαμεσολάβητης πολιτικής δράσης, της ίδιας δράσης που πολέμησε και  περιόρισε την κινητικότητα και  παρουσία της Χρυσής Αυγής εντός του κοινωνικού χώρου, με κόστος μαχαιρώματα, βασανιστήρια και  πολιτικές διώξεις. Της ίδιας δράσης που κάποτε βαφτιζόταν πόλεμος συμμοριών. Της ίδιας δράσης που από αύριο, αν όχι από σήμερα, θα χαρακτηρίζεται το “άλλο άκρο” παρόλο που το άκρο αυτό ποτέ δεν είχε επαφές με κομμάτια του κράτους, διασυνδέσεις με τμήματα των κρατικών μυστικών υπηρεσιών ή την αρωγή/συνδρομή/έμπρακτη υποστήριξη στελεχών και οργάνων της αστυνομίας.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωση τέλος είναι αναμφίβολα ένα γεγονός με πολύπλοκες διαστάσεις, σημάνσεις αλλά και επιδράσεις. Εναπόκειται στην προσωπική ζυγαριά  του καθενός/μιας  από μας να  κρίνει ποιες είναι πιο αρνητικές και ποιες πιο θετικές. Ας το κρίνει τουλάχιστον με όσον δυνατόν περισσότερα δεδομένα μπροστά του/της. Αλλιώς εθελοτυφλεί. Κι αυτό ήταν εξαρχής ένας παράγοντας ενδυνάμωσης της Χρυσής Αυγής, (και κάθε Χρυσής Αυγής) από την πολύ αρχή της.

Για την αθλιότητα των συνωμοσιολογικών κύκλων

Ένα βασικό μοτίβο στις συνωμοσιολογίες, από τις πιο μετριοπαθείς ως τις πιο ακραίες, είναι η έλλειψη σφαιρικής και συγκριτικής παρατήρησης, γεγονός που σημαίνει ότι οι αναγνώσεις της πραγματικότητας τείνουν να  είναι είτε μονοδιάστατες είτε απόλυτα μανιχαϊστικές. Αυτό οφείλεται κατά βάση στην θεώρηση του κόσμου ως ένα κλειστό σύστημα μέσα στο οποίο υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερο σκιώδης κέντρα που καθορίζουν τις τύχες της παγκόσμιας κοινότητας. Ανάλογα την πολιτική καταγωγή κάθε συνωμοσιολογίας αλλάζουν και τα εκάστοτε σκιώδη κέντρα, που μπορεί να είναι Μασόνοι, Εβραίοι, κομμούνια ο Μπιλ Γκέιτς ή εσχάτως, στα πλαίσια των ριζοσπαστικών -από τα αριστερά- συνωμοσιολογιών- τα λόμπι των φαρμακοβιομηχανιών/επιστημόνων/γιατρών.

Κοινό στοιχείο ωστόσο  σε όλες τις περιπτώσεις είναι αυτό που προσδιορίσαμε στην αρχή: η ανάγνωση του κόσμου ως ένα  αυστηρά κλειστό σύστημα μέσα στο οποίο είναι δυνατό να προωθηθούν, σε παγκόσμια κλίμακα, τα συμφέροντα ενός συγκεκριμένου κέντρου. Για αυτό και οι συνωμοσιολογίες αγαπούν πολύ φρασεολογία που μιλάει για  παγκόσμια διακυβέρνηση, Νέα Τάξη πραγμάτων  και γενικώς αόριστα μεγάλες αφηγήσεις.

Ένα άλλο κοινό μοτίβο των συνωμοσιολογιών είναι η επιμονή στην αρχική εκδοχή ενός σεναρίου ακόμα και όταν δεν μπορεί να συμβαδίσει με μια απλή συνάρτηση κόστους- οφέλους. Είναι δυνατόν να επιμένουν ότι το εκάστοτε υποτιθέμενο σκοτεινό κέντρο αποφάσεων που καθορίζει τις τύχες μας επωφελείται από μια κατάσταση, ακόμα κι όταν όλα δείχνουν ζημία προς πάσα κατεύθυνση.

Στην περίπτωση της πανδημίας του covid-19 έχουν ακουστεί πολλά τραγελαφικά και όλα διαθέτουν τα ως άνω χαρακτηριστικά. Ωστόσο ας σταθούμε στην επιχειρηματολογία που μας έρχεται με  ψαγμένη και ριζοσπαστική προβιά. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν, η  ασθένεια covid-19 είτε δεν υπάρχει, είτε υπάρχει αλλά δεν είναι τόσο επικίνδυνη και θανατηφόρα όσο λένε (το σκοτεινό κέντρο εδώ είναι οι επιστήμονες).

Οι επιστήμονες λοιπόν αποτελούν την εμπροσθοφυλακή μιας παγκόσμιας βιοπολιτικής δικτατορίας- πίσω από την οποία κρύβεται μια διεθνής φαρμακοβιομηχανιών που ελέγχουν ή συνεργάζονται με τα κράτη- η οποία με πρόσχημα μια δήθεν θανατηφόρα ασθένεια εφαρμόζει ακραία μέτρα κοινωνικού ελέγχου και καταστολής, υπερβάλλει για τις συνέπειες του ιού με αποτέλεσμα να τρομοκρατεί τον κόσμο και να τον πείθει να αυτοπεριορίζεται.

Όφελος  από αυτήν τη διαδικασία υποτίθεται είναι τόσο η εξοικείωση  των πληθυσμών με πρακτικές ακραίου και δυστοπικού κοινωνικού ελέγχου αλλά και η εξασφάλιση υπέρογκων κερδών από το υπερκοστολόγημένο εμβόλιο που θα κυκλοφορήσει όταν ο κόσμος είναι αρκετά πανικοβλημένος για να το αγοράσει.

Για ποιο λόγο όλα αυτά είναι απλώς στη σφαίρα μιας ακόμη συνωμοσιολογίας;

Για αρχή ο κόσμος μας δεν είναι μονοδιάστατος. Το διεθνές σύστημα είναι πολυπολικό και πολυκεντρικό. Δεν υφίσταται σε κανένα επίπεδο κάποιο μυστικό ή φανερό παγκόσμιο κέντρο αποφάσεων με ενιαία γραμμή. Σε κανένα ζήτημα. Πολλαπλά συμφέροντα, είτε εθνικά είτε συμφέροντα ιδιωτικών κεφαλαίων, παρουσιάζουν πολλαπλές αντιφάσεις με  διαφορετικές στάσεις και αντιμετωπίσεις σε πλειάδα ζητημάτων, ακόμα και σε αυτά που θεωρητικά έχουν υπάρξει πολυμερείς συμφωνίες, όπως στο ζήτημα του σεβασμού ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στο ζήτημα μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλης χώρας ή και σε αυτό της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, για να πούμε κάποια πολύ κραυγαλέα παραδείγματα.

Σε αυτά λοιπόν, όπως και σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, δεν υφίσταται συνεπής κοινή γραμμή, παρά τις όποιες κατά καιρούς δεσμεύσεις, αλλά μια αλα καρτ σύμπλευση που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπεί. Το σύστημα του κόσμου μας  είναι ανοικτό και επομένως μπορούν να προκύψουν πολλές μεταβλητές ανά πάσα στιγμή, που αλλάζουν τα δεδομένα και επανακαθορίζουν τη στάση μικρών αλλά και μεγάλων δυνάμεων σε αυτόν.

Δεύτερον η  διαχείριση της πανδημίας του covid-19 σε παγκόσμιο επίπεδο, βρίσκει τη διεθνή κοινωνία της εποχής μας σε μια θέση υπεράσπισης των βασικών ανθρώπινων αγαθών όπως η ζωή και η  ελευθερία. Αυτός ο παράγοντας δεν υπήρχε στον βαθμό στην προηγούμενη μεγάλη πανδημία της ισπανικής γρίπης το 1918-1919. Αυτό συνεπάγεται ότι λιγότερο ή περισσότερο τα κράτη, τουλάχιστον αυτά που θέλουν να εμφανίζονται ως πολιτισμένα στο διεθνές σύστημα, είναι αναγκασμένα να δείξουν ότι δεν είναι τελείως γιόλο και ότι νοιάζονται, έστω και προσχηματικά. Αυτό συνεπάγεται κάποιας μορφής μέτρων.

Μια συγκριτική εξέταση των δεδομένων δείχνει ότι η λήψη μέτρων σε παγκόσμια κλίμακα δεν ήταν ενιαία ούτε υπάκουε σε μια στάνταρ λογική. Αλλού τα μέτρα περιορισμού της καμπύλης  εξάπλωσης του ιού, ήταν περισσότερο αυστηρά και οριζόντια, αλλού λιγότερο, και αλλού δεν υπήρξαν καν  ή καθυστέρησαν πολύ. Ενδεικτικά τόσο η Μ. Βρετανία όσο και οι ΗΠΑ καθυστέρησαν να προβούν σε οριζόντια μέτρα κάτι στο οποίο εξαναγκάστηκαν κατόπιν πολιτικού κόστους και εφόσον το Εθνικό σύστημα υγείας τους κατέρρεε και οι νεκροί αυξάνονταν δραματικά. Η Σουηδία δεν προέβη ποτέ σε οριζόντια  μέτρα στο βαθμό που το έκαναν άλλες χώρες επιλέγοντας, παρά τις όποιες κοινωνικές πιέσεις, να επιμείνει σε λογική ανοσίας αγέλης.

Επίσης η διαχείριση της πανδημίας με όρους εξαίρεσης απέναντι σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα εξεγέρσεων και ταραχών σε πολλές φυλακές ανά τον κόσμο με μαζικές αποδράσεις και αιματηρές κατασταλτικές επεμβάσεις. Σύντομα πολλές χώρες αναγκάστηκαν να προβούν σε μέτρα αποσυμφόρησης φυλακών και κέντρων κράτησης ενώ υπήρξαν και οδηγίες από πολλούς διεθνείς οργανισμούς προς αυτήν την κατεύθυνση.

Οι παρενέργειες της πανδημίας επηρέασαν ωστόσο και το γεωπολιτικό πεδίο σε μεγάλο βαθμό. Τα οριζόντια μέτρα, δηλαδή τα γενικά lock down, γονάτισαν διάφορες εθνικές οικονομίες ειδικά τις πιο ευαίσθητες, όπως αυτές του ευρωπαϊκού νότου. Ένα δεύτερο κύμα ευροσκεπτικισμού  άρχισε να επικρατεί στον αέρα ειδικά όσο οι διαπραγματεύσεις για την ύπαρξη κοινού ευρωπαϊκού  μηχανισμού στήριξης σκόνταφτε πάνω στις αντιρρήσεις του μπλοκ του ευρωπαϊκού βορρά.

Με το θρίλερ των διαπραγματεύσεων εν εξελίξει, δεν ήταν λίγες οι φωνές αναλυτών που έβλεπαν το κενό της οικονομικής στήριξης να σπεύδει να το καλύπτει η Κίνα αλλάζοντας τις γεωπολιτικές ισορροπίες με ένα κινεζικό σχέδιο Μάρσαλ, σενάριο που σίγουρα δεν πέρασε απαρατήρητο στα eurogroups που τελικά κατέληξαν σε κάποιο σχέδιο παροχής οικονομικής βοήθειας που θα συνοδεύεται από αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής πολιτικής ανά βοηθούμενη χώρα.

Την ώρα που συνέβαιναν αυτά, χώρες του λατινοαμερικανικού σοσιαλιστικού μπλοκ (Βενεζουέλα, Κούβα),βγαίνουν στο προσκήνιο σε μια πρωτοφανή επίδειξη ηθικού πλεονεκτήματος , στέλνοντας αποστολές ιατρικού προσωπικού για να βοηθήσουν χώρες με υπό κατάρρευση εθνικό σύστημα υγείας (Ιταλία) ,έχοντας τηρήσει προηγουμένως αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου της καμπύλης του ιού στο δικό τους εσωτερικό.

Παράλληλα με όλα αυτά ένας βιομηχανικός πόλεμος κατασκοπίας εξελίσσεται μεταξύ διάφορων επιστημονικών επιτελείων που έχουν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για την παρασκευή εμβολίου για τον κορονοϊό, με διάφορα επεισόδια να απασχολούν τελικά την κοινή γνώμη, όπως η καταγγελία της ερευνητικής ομάδας της Οξφόρδης για την κλοπή αρχείων τους από ρώσους χάκερς.

Συνέχεια σε αυτό που φαίνεται πως αποτελεί κούρσα του εμβολίου, θα είναι η εξαγγελία της Ρωσίας το καλοκαίρι για Παρασκευή εμβολίου το οποίο φέρεται να δοκίμασε η  ίδια η κόρη του Προέδρου με γερμανούς επιστημονικούς παράγοντες να εκφράζουν δυσπιστία σε σχέση με τα επιστημονικά στάνταρ παρασκευής και την αποτελεσματικότητα του.

Μέχρι σήμερα το εμβόλιο κυκλοφορεί κανονικά στην ρωσική αγορά αλλά το δυτικό μπλοκ συμπεριφέρεται σαν να μην υπάρχει. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι και τα συμφέροντα που διαφαίνονται από την κυκλοφορία του όποιου εμβολίου, σίγουρα δεν είναι ενιαία.

Το τελευταίο όμως και σημαντικότερο είναι η οικονομική ζημιά που έχει συντελεστεί σε πολλά διαφορετικά πεδία της παγκόσμιας οικονομίας. Η αγορά του τουρισμού σε παγκόσμιο επίπεδο για παράδειγμα  έχει υποστεί τρομακτική απώλεια κερδών. Αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρίες σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν μια αστρονομική πτωτική τάση κερδών. Για να μη μιλήσουμε για ξενοδοχειακές μονάδες και όλες τις αντίστοιχες κερδοφόρες δραστηριότητες που σχετίζονται με τουρισμό αλλά και τη προβλεπόμενη στους δείκτες ενίσχυση της εμπορικής αγοράς από τις τουριστικές ροές.  Κανένα εμβόλιο δε θα φέρει πίσω αυτά τα  χαμένα κέρδη.

Από την άλλη χώρες, όπως η Ελλάδα,  των οποίων η οικονομία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον τουρισμό, τη διασκέδαση, τη ψυχαγωγία αλλά και την εστίαση, πραγματικά βόγκηξαν την περίοδο του lock down και της παράτασης των οριζόντιων μέτρων στην αγορά. Με το δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν ανήκει καν σε εκείνες τις χώρες που ανταγωνίζονται για να λανσάρουν εμβόλιο στην αγορά, δεν προκύπτει από πουθενά ότι υφίσταται κάποιο σκοτεινό μυστικό σχέδιο-  μέρος του οποίου να είναι- που να την ωφελεί οπουδήποτε ώστε να εφαρμόζει γενικό lock down, μόνο και μόνο για να υποβάλει σώματα σε βιοπολιτική πειθάρχηση.

Το γεγονός   ότι μπορεί να υπήρχαν προβλέψεις για  νέα παγκόσμια οικονομική κρίση που έτσι κι αλλιώς θα οδηγούσε σε αυταρχικές πολιτικές και δημοσιονομικά μέτρα δεν συνηγορεί υπέρ μιας παγκόσμιας τεχνο-συνωμοσίας που με αφορμή μια πανδημία θα έκανε ακόμα χειρότερα τα πράγματα επιταχύνοντας την κατηφόρα και πολλαπλασιάζοντας εκθετικά το κόστος της κρίσης. Γιατί και με ποια λογική θα συνέφερε κάτι τέτοιο οποιοδήποτε κράτος και οποιοδήποτε ιδιωτικό μπλοκ συμφερόντων;

Το γεγονός ότι σε πολλές χώρες επίσης υπάρχει ήδη μέτωπο εσωτερικής αποσταθεροποίησης και πολλές εστίες εξέγερσης επίσης δε συνηγορεί υπέρ του σεναρίου της παγκόσμιας τεχνο- συνωμοσίας. Από τη στιγμή που ένα κομμάτι του κόσμου είναι ήδη στις φλόγες της εξέγερσης γιατί να υπάρξει επένδυση σε μια πολιτική που θα αναδείξει ακόμα περισσότερο τις αντιφάσεις των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, του παράλογου κρατικού αυταρχισμού, της απροκάλυπτης εξαίρεσης ολόκληρων πληθυσμών από τα υγειονομικά πρωτόκολλα, της περαιτέρω επιβάρυνσης στρωμάτων της μεσαίας τάξης και της περαιτέρω εξαθλίωσης των ήδη πιο οικονομικά αδύναμων; Δηλαδή τι είδους προληπτική στρατηγική αντι-εξέγερσης είναι να ρίχνεις βενζίνη στη φωτιά;

Προφανώς σε κάποιο κόσμο  είναι ελκυστική η ιδέα κάποιων επιστημονικών think tank που σαν άλλοι illuminati απεργάζονται μια παγκοσμίου κλίμακας τεχνο-δικτατορία, κρυμμένα ενδεχομένως σε κάποιες μυστικές εγκαταστάσεις με ευφάνταστες κωδικές ονομασίες, και ενδεχομένως αυτά τα σενάρια να ασκούν μια ηδονή ταυτόσημη με την ευχαρίστηση του να νιώθει κανείς Νοστράδαμος σε πιο ριζοσπαστική εκδοχή, αλλά η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο πολύπλοκη, αρκετά πιο πολυδιάστατη και αρκετά πιο χαοτική ώστε να μπορούν να έχουν υπόσταση τέτοια σενάρια. Τέτοια σενάρια είναι ωραία στις ταινίες, είναι ωραία στις σειρές, αλλά το ίδιο και τα σενάρια με ζόμπι. Δεν σημαίνει ότι αυτά υπάρχουν στα αλήθεια.

Η Δυστοπία ως εμπόρευμα

 

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε επ΄αφορμής της επικαιρότητας στην οποία γνωστό reality show δέχτηκε σφοδρή πολεμική στα social media λόγω αναπαραγωγής κουλτούρας βιασμού.

“Αν στις προηγούμενες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι διάφορες μορφές της συνείδησης παράγονταν κατά μία ορισμένη έννοια αυθόρμητα, φυσικά, σαν το παθητικό αποτέλεσμα της παραγωγής εμπορευμάτων, σήμερα πια είναι ένα συνειδητό, σκοπούμενο προϊόν του κεφαλαίου, ακριβώς όπως κάθε άλλο προϊόν. Αποτελούν πλέον συνειδήσεις διαποτισμένες με την κουλτούρα της κατανάλωσης, την ιδεολογία του εμπορεύματος και την παγκόσμια γλώσσα του κεφαλαίου, η οποία είναι συνειδητά προσανατολισμένη στην αναπαραγωγή του. Επομένως, σήμερα, η ανάλυση του κοινωνικού σχηματισμού, της πραγματικής κυριαρχίας, πρέπει απαραίτητα, αντικειμενικά, να λάβει υπόψην της σα θεμελιώδη την έννοια της παραγωγής με την πλατιά σημασία., μ΄ άλλα λόγια την ενότητα: παραγωγή αντικειμένων-εμπορευμάτων/παραγωγή κατανάλωσης, αναγκών, συνειδήσης”

Renato Curcio- Alberto Franceschini, Σταγόνες Ήλιου στη Στοιχειωμένη Πόλη (1982), Εκδ. Επανοικειοποίηση 2007

Μέχρι και σήμερα κάπως  έχει υποτιμηθεί αρκετά η επίδραση της κουλτούρας που προωθούν από την πρώτη στιγμή  συγκεκριμένα τηλεοπτικά προϊόντα, όπως τα reality και τα talent shows.  Έχει υποτιμηθεί παράλληλα και ο ρόλος τους μέσα στα πλαίσια της πραγματικής κυριαρχίας που δε μπορεί να παραγνωρίσει την παραγωγή του τρίπτυχου κατανάλωση, ανάγκες, συνείδηση. Ασφαλώς και γίνονται αντιληπτά στο πλαίσιο αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας αλλά από κει και ύστερα μάλλον υποτιμάται η δυναμική που αναπτύσσουν μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι ως τμήματα του εργοστασίου παραγωγής συνείδησης ως εμπόρευμα πλέον.

Ξεκινώντας λοιπόν από  την εκπομπή εκείνη που αποτέλεσε πρωτοπορία στο χώρο τέτοιων reality shows (όπως έγιναν γνωστά στο κοινό), που δεν είναι άλλη από το Big Brother, μπορούμε να αρχίσουμε να σχηματίζουμε μια εικόνα της δυναμικής τους αλληλεπίδρασης μέσα στο κοινωνικό. Το Big Brother είναι ένα  προϊόν που απευθύνεται στο καταναλωτικό  κοινό. Τι προϊόν όμως είναι αυτό; Δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσομοίωση των παρενεργειών  του εγκλεισμού και της πανοπτικής παρακολούθησης πάνω σε ανθρώπινα υποκείμενα.

Στην περίπτωση αυτή ο εγκλεισμός δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα κάποιας τιμωρίας. Είναι εθελοντικός από υποκείμενα που θέλουν να αποτελέσουν κομμάτι της συγκεκριμένης προσομοίωσης και η πανοπτική επιτήρηση δεν αποσκοπεί στον έλεγχο και στην πειθάρχηση αλλά στο να μπορεί να  παρακολουθεί το κοινό τις καθημερινές παρενέργειες του εγκλεισμού σε μια σειρά ανθρώπινων πειραματόζωων. Σκοπός του πειράματος είναι να διαφανεί το πώς επηρεάζονται τα υποκείμενα  μένοντας έγκλειστα και απομονωμένα σε ένα συγκεκριμένο μέρος που μπορεί να είναι σπίτι, βίλα ή οτιδήποτε και πως διαμορφώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις. Ποιες δυναμικές θα αναπτυχθούν μεταξύ των ανθρώπινων χαρακτήρων, πως θα καθοριστούν οι κλίκες, ποιες ανατροπές μπορούν να συμβούν μεταξύ των σχέσεων ανά πάσα στιγμή. Το περιβάλλον μάλιστα είναι όσο πιο ανταγωνιστικό μπορεί να γίνει ,δεδομένου ότι στην τελική το πείραμα αποτελεί ταυτόχρονα διαγωνισμό που θα χαρίσει τη νίκη και ένα μεγάλο χρηματικό έπαθλο  σε ένα από τα υποκείμενα, ενώ τα υπόλοιπα θα εκδιώχνονται-απελευθερώνονται προοδευτικά από το τόπο εγκλεισμού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η εκδίωξη-απελευθέρωση φέρει το στίγμα της αποτυχίας και της ήττας ενώ η παραμονή σε αυτό το χώρο επιτήρησης και εγκλεισμού μέχρι το τέλος αντιπροσωπεύει τον ιδεότυπο της επιτυχίας και της ικανότητας προσαρμογής σε αντίξοες συνθήκες. Μάλιστα το κοινό που παρακολουθεί το τι συμβαίνει μέσα στο σπίτι και πως επηρεάζονται οι έγκλειστοι σε αυτό έχει συμμετοχικό ρόλο καθώς μπορεί να συμμετέχει σε ψηφοφορίες για το ποια υποκείμενα μένουν ή φεύγουν από το παιγνίδι ανάλογα προς τα πού κυμαίνεται η συμπάθεια και η αντιπάθεια του. Μάλιστα τα κριτήρια συμμετοχής των επιλαχόντων είναι διαμορφωμένα έτσι ώστε τα διαγωνιζόμενα άτομα να προέρχονται υποτίθεται  αντιπροσωπευτικά, από διάφορα κοινωνικά target group, ώστε να επιτυγχάνεται μια δήθεν συμπεριληπτικότητα στο όλο πρότζεκτ και οι συμπάθειες/αντιπάθειες να κατανέμονται ανάλογα και με τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές εκτός παιγνιδιού. Έτσι και το show είναι σε θέση να ισχυρίζεται ότι πουλάει ωμό ρεαλισμό και το άτομο-νικητής υποτίθεται ότι αντανακλά το ποιοι ανθρώπινοι χαρακτήρες πληρούν τα κριτήρια της μέγιστης κοινωνικής αποδοχής.

Τώρα αν η παραπάνω περιγραφή ακούγεται ενδεχομένως πολύ δραματική και ίσως προκαλεί την εντύπωση ότι επιχειρεί να εκβιάσει μια αίσθηση περί δυστοπίας, τότε ας αναλογιστούμε την ονομασία του ίδιου του show. Το Big Brother ή Μεγάλος Αδερφός στα ελληνικά, αποτελεί μια ευθεία και ξεκάθαρη αναφορά σε ένα από τα πλέον δυστοπικά έργα της ξένης λογοτεχνίας το 1984, συγγραφής Τζορτζ Όργουελ. Στο συγκεκριμένο έργο περιγράφεται ένα εφιαλτικό και αποκρουστικό καθεστώς, απολύτως ολοκληρωτικό, το οποίο έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί διαρκώς τους πολίτες ακόμα και μέσα στο ίδιο τους το σπίτι καθιστώντας τους ουσιαστικά έγκλειστους και επιτηρούμενους διαρκείας. Μάλιστα προκειμένου να υπάρχει μια αίσθηση εγγύτητας στην όλη αυτή διαδικασία μόνιμη επωδός του καθεστώτος, η οποία υπάρχει παντού μέσα στο χώρο της μητρόπολης αλλά επίσης ανακοινώνεται και μεγαφωνικά είναι το διαβόητο “Ο Μεγάλος Αδερφός σε παρακολουθεί”. Από μόνοι τους λοιπόν οι συντελεστές και οι παραγωγοί του show φρόντισαν ώστε το πρότζεκτ να έχει ευθεία αναφορά στη δυστοπία που πραγματεύεται το έργο του Τζορτζ Όργουελ κάτι που δεν περιορίζεται μόνο στο όνομα της εκπομπής αλλά ακούγεται διαρκώς μέσα και από το τηλεοπτικό σποτ προώθησης που εν μέσω μουσικής ακούγεται επαναλαμβανόμενα το “Big Brother is watching you” ( Ο Μεγάλος Αδερφός σε παρακολουθεί).

Δεδομένου λοιπόν ότι το ίδιο show διεκδικεί να έχει μια ευθεία συσχέτιση με ένα από τα πιο δυστοπικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και δεδομένου ότι θέλει το  ίδιο να αποπνέει μια αισθητική δυστοπίας, (ακόμα και το logo είναι ένα μεγάλο μάτι που φαινομενικά βλέπει τα πάντα) και φυσικά λαμβάνοντας υπόψη και τη συνολική ιδέα του πρότζεκτ, είναι σαφές τι είδους προϊόν αποτελεί εν τέλει το Big Brother στη διαδικασία παραγωγής συνείδησης.

Η όλη ιδέα ότι ο κόσμος, το καταναλωτικό κοινό θα ανταποκριθεί στη προσφορά ενός προϊόντος που προσομοιάζει το πώς οι συνθήκες απομόνωσης, εγκλεισμού και επιτήρησης επηρεάζουν τους ανθρώπους και τις μεταξύ  τους σχέσεις  και ενδεχομένως να θέλει και να συμμετέχει σε αυτό, ίσως να ήταν εξωφρενική το 1960, το 1970 και το 1980. Από τα τέλη του 1990 και μετά όμως είναι μια ιδέα που κατάφερε να πουλήσει και να αποφέρει εκατομμύρια στις αντίστοιχες παραγωγές, σε μια σειρά από χώρες φτάνοντας και στην Ελλάδα αρχές του 2000, για την ακρίβεια του 2001. Η ευρεία του αποδοχή από το κοινό του χάρισε μεγάλη επιτυχία ενώ κάθε κριτική για την ποιότητα ενός τέτοιου πρότζεκτ στιγματιζόταν ως εκδήλωση ενός στείρου και ελιτίστικου hating από κουρασέλες κουλτουριάρηδες, που μπορεί να κρυφοβλέπουν κιόλας το show.

Με το δεδομένο ότι το show είχε τόση επιτυχία που γεννήθηκαν πολλές διαφορετικές παραλλαγές του χωρίς να αλλάζει ο βασικός πυρήνας, με ανάλογη επιτυχία μάλιστα, γεννάται το εξής ερώτημα: τι σημαίνει για την ποιότητα της κοινωνικής συνείδησης ότι ο κόσμος θέλει να απολαμβάνει στους τηλεοπτικούς του δέκτες τέτοια «ψυχαγωγικά» προϊόντα, τι είναι αυτό που διεγείρει τους ανθρώπους στο να παρακολουθούν τέτοιου τύπου προσομοιώσεις, και εν τέλει πόσο δυστοπικό είναι αυτό από μόνο του;

Μέσα σε μια εικοσαπενταετία ο κόσμος πλέον δείχνει πως αυτό που απολαμβάνει περισσότερο από όλα είναι η προοπτική αλληλοφαγίας που γεννάται μέσα από τέτοιας ποιότητας ψυχαγωγικά προγράμματα. Το κοινό, ειδικά μετά από τόσα shows, έχει αποκτήσει πλέον την ανάγκη  να βλέπει ανθρώπους να βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους, να στήνουν ίντριγκες, να ελίσσονται ο ένας εναντίον του αλλουνού.  Εκείνο όμως που φαίνεται να  τους αρέσει περισσότερο είναι να  βλέπει ανθρώπους να πέφτουν. Να πέφτουν μέχρι εκεί που δεν πάει. Να φτάνουν στο κατώτερο κομμάτι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του αυτό-εξευτελισμού και έτσι να αισθάνονται ανώτεροι, πιο πετυχημένοι και πιο ηθικοί οι ίδιοι.

Την ανάγκη αυτή λοιπόν ήρθαν να καλύψουν τα talent shows τα οποία αποτελούν διαφορετικού τύπου πρότζεκτς καθώς αναπαριστούν το πρότυπο εκπλήρωσης του αμερικάνικου ονείρου καθώς μέσα από μια μεγάλη δεξαμενή ανθρώπων που θα θελήσουν να προβάλουν το ταλέντο τους και να  κερδίσουν μια θέση σε αυτόν τον κόσμο που θα τους χαρίσει αναγνώριση, φήμη και λεφτά, προβλέπεται  να κερδίσει μόνο ένα άτομο. Η όλη φιλοσοφία αυτών των shows βασίζεται στην προβολή των ρεαλιστικών συστατικών της επιτυχίας σε αυτόν τον κόσμο: να έχεις ικανότητες, ταλέντο, ανταγωνιστικό πνεύμα και να σε συμπαθεί το κοινό. Το ξεδιάλεγμα των παιχτών γίνεται σε δοκιμαστικές οντισιόν στις οποίες προσέρχονται πολλά άτομα με το όνειρο της επιτυχίας τα οποία θα εξευτελιστούν, θα κανιβαλιστούν και θα λοιδορηθούν live  από μια αυστηρή κριτική επιτροπή, μέλη της οποίας είναι άτομα με κατοχυρωμένη επιτυχία, έκαστο  στο χώρο του.  Στη συνέχεια του show η κριτική επιτροπή, αλλά και το  κοινό που θα έχει τον τελευταίο λόγο, επιλέγουν ποιοι από την ομάδα των επιλαχόντων θα παραμένουν στο παιγνίδι και ποιοι θα φεύγουν μέχρι η διαδικασία να αναδείξει τον τελικό νικητή.

Μια όχι και πολύ διεξοδική μελέτη στα social αλλά και τα mainstream media μπορεί να δείξει ότι  περισσότερο σχολιασμό σηκώνουν εκείνα τα videos – που γίνονται και πιο viral- με άτομα που είτε καταλήγουν να αυτογελοιοποιούνται στις οντισιόν ή τα γελοιοποιεί η ίδια η κριτική επιτροπή, επειδή προφανώς είχαν το θράσος να πιστεύουν ότι μπορεί να επιτύχουν χωρίς να διαθέτουν τα απαιτούμενα στάνταρς. Πολλά από αυτά τα shows δίνουν πολύ μεγάλη έμφαση σε αυτό το στάδιο των δοκιμασιών ακριβώς γιατί αποτελεί ένα από τα βασικότερα σημεία κλειδιά της επιτυχίας τους. Το κοινό θέλει να δει το διασυρμό των ατόμων εκείνων που τόλμησαν να πιστέψουν ότι θα μπορούσαν να γίνουν διάσημα, πετυχημένα και πλούσια και έτσι ουσιαστικά στη συσκευασία αυτού του συγκεκριμένου προϊόντος εμπεριέχεται ο πλήρης  νομιμοποιημένος κοινωνικός κανιβαλισμός. Και τον κοινό τον αγοράζει, τον παρακολουθεί και διασκεδάζει με αυτόν. Μια ακόμα δυστοπική πτυχή του παρόντος που ζούμε.

Η μαζική προτίμηση του κοινού  στα δύο αυτά ψυχαγωγικά προϊόντα που έχουν τα χαρακτηριστικά που αναλύσαμε, αποδεικνύει πως η κυριαρχία νιώθει ελεύθερη να πουλήσει ως προϊόν στον κόσμο, κάποιες από τις πιο σκοτεινές πτυχές της, παρουσιάζοντας τις ως διασκέδαση και με αυτόν τον τρόπο καταλήγει να μεταμορφώνει την ίδια τη κοινωνική συναίνεση σε ένα προϊόν που το κοινό αγοράζει και καταναλώνει με μανία. Το αξιοσημείωτο σε αυτό είναι η αυτοπεποίθηση που διαπνέει ένα τέτοιο σύστημα αγοράς, αυτοπεποίθηση που οφείλεται στην κατοχυρωμένη εμπειρία πλέον της κυριαρχίας να μπορεί να κατασκευάζει και να πουλάει ακόμα και την ανάγκη του να δει το κοινό κάτι τέτοιο.

Η ηθική ποιότητα τώρα μιας κοινωνίας στην οποία αυτά τα προγράμματα προβάλλονται χωρίς να προκαλείται το κοινό αίσθημα, από μια κλίμακα 1-10 έστω κάπου στη μέση, είναι επίσης κάτι που δεν παύει να προβληματίζει για τη διαμορφωμένη κανονικότητα που βιώνουμε και το μέγεθος της δυστοπίας που είναι ήδη εδώ και δεν αποτελεί καρέ κάποιας πετυχημένης φουτουριστικής τηλεοπτικής παραγωγής μαζικής απήχησης. Αυτό από μόνο του εξηγεί πολλά.

Αυτά από μας,

Καληνύχτα και καλή τύχη

Σκέψεις σχετικά με την πανδημία του κορονοϊού:

 

Ο κόσμος αλλάζει. Η εποχή που ξανοίγεται μπροστά μας είναι μια εποχή νέα, άγνωστη και τρομακτική. Παλιές ισορροπίες και συσχετισμοί μεταβάλλονται ,αναιρούνται και αναδιαμορφώνονται. Ζούμε μια καταιγίδα γεγονότων σε παγκόσμιο επίπεδο που ίσως αλλάξει ακόμα και τα εργαλεία με τα οποία θα διαβάζουμε τον κόσμο γύρω μας. Σε αυτή τη συγκυρία είναι επιτακτικό να μιλάμε, να συζητάμε, να γράφουμε, να προσπαθούμε να αποκτήσουμε ατομικά και συλλογικά τα εφόδια για αυτό που έρχεται. Η παρακάτω ενότητα όπως και άλλες που θα ακολουθήσουν είναι μια συμβολή στο γαλαξία των σκέψεων και απόψεων που κατατίθενται δημόσια προκείμενου να λειτουργήσουν ως ερέθισμα σκέψης και προβληματισμού.


i)Η ψευδαίσθηση του ελέγχου και η απώλεια αυτού


Και ξαφνικά εγένετο πανδημία. Κόσμος πεθαίνει, κόσμος αρρωσταίνει, συνθήκες έκτακτης ανάγκης παντού. Άνθρωποι με μάσκες και γάντια, άνθρωποι με άσπρες ρόμπες, στρατός στους δρόμους, βραχυκύκλωμα στην οικονομία, πτώση δεικτών χρηματιστηρίου παγκόσμιου και μη, κατάρρευση εθνικών συστημάτων υγείας, άπλετη συνωμοσιολογία καχυποψία, φόβος, πανικός, χειροκροτήματα σε μπαλκόνια, μέτρα εξαίρεσης, κι άλλα μέτρα, προπαγάνδα, κι άλλος πανικός, στρατιωτικά κομβόι να μεταφέρουν νεκρούς, κλινική απολύμανση σε ολόκληρες πόλεις, καραντίνα, απομόνωση, εγκλεισμός, απολύσεις, επιτάχυνση του τεχνο-ολοκληρωτισμού, δυστοπία. Πως φτάσαμε ως εδώ;


Τις τελευταίες δεκαετίες έχει εγκιβωτιστεί -σχεδόν οικουμενικά- στην ανθρώπινη συνείδηση, η αντίληψη ότι ελέγχουμε τα πάντα. Η αλματώδης πρόοδος των θετικών επιστημών και ο αναπόφευκτος εκσυγχρονισμός των κοινωνιών στην πλειοψηφία τους έχουν συμβάλει συντριπτικά σε αυτήν την ψευδαίσθηση ελέγχου. Η αντίληψη ότι τα πάντα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο της ανθρώπινης βούλησης είναι τόσο εμπεδωμένη ώστε κάθε φορά που κάτι ξεφεύγει από τα ραντάρ αυτού του ελέγχου , ένας δυνατός σεισμός, μια πλημμύρα, μια ξαφνική φωτιά, ένα τσουνάμι, μια πανδημία, η άμεση αντανακλαστική εντύπωση είναι ότι δεχόμαστε επίθεση από ένα αόρατο εχθρό.


Φυσικά η αντίληψη αυτή του ελέγχου δομήθηκε πάνω σε μια αυθαίρετη συλλογική πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος μας ανήκει. Το παγκόσμιο συλλογικό πνεύμα, αν μπορούμε φυσικά να μιλάμε για κάτι τέτοιο, διακατέχεται σε τέτοιο βαθμό από αυτήν την πεποίθηση, ώστε αισθανόμαστε την εκδήλωση φυσικών φαινομένων, που φυσικά υπήρχαν πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου σε αυτόν τον πλανήτη, ως έναν απειλητικό εισβολέα στο ζωτικό μας χώρο τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι αυτός που ουσιαστικά έχει εισβάλει στο φυσικό τοπίο, προσπαθώντας να κατακτήσει, να κυριεύσει, να τιθασεύσει κάθε σπιθαμή του, κάθε στοιχείο του, οτιδήποτε βασικά μέσα σε αυτό. Οι επί αιώνες πανανθρώπινης εμπειρίας συμβίωσης (ή και απλής επιβίωσης) με τα κοσμογονικά φαινόμενα αυτού του πλανήτη, έχει λησμονηθεί και αντικατασταθεί από μια μανία, κυρίευσης, λεηλασίας και μιας αδιάκοπης προσπάθειας επιβολής των δικών μας όρων στο περιβάλλον το οποίο μας φιλοξενεί για κάτι δεκάδες χιλιάδες χρόνια.


Η ανθρωπότητα εδώ και καιρό δε προσπαθεί απλά να επιβιώσει, ή να συμβιώσει, με τις δυνάμεις που διέπουν το περιβάλλον μας. Δεν περιορίζεται καν στο να εξασκήσει την ατομική και συλλογική ευφυΐα του είδους μας ώστε οι συνθήκες ζωής μας να καλυτερεύουν, να γίνονται πιο άνετες, πιο εύκολες, πιο αξιοπρεπείς. Όχι. Η συνύπαρξη μας πλέον με το περιβάλλον κινείται έξω και από το όρια εκείνου του ανταγωνισμού που ισχύει με όλα τα υπόλοιπα είδη χλωρίδας και πανίδας. Κινείται σε όρια που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε πολεμικά. Η βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη, σύμφυτη και αναπόσπαστη με τις διάφορες εξουσίες, και τις ελίτ που τις διαχειρίζονται ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για δύναμη, κυριαρχία και πλούτο, είναι οι κυρίως υπεύθυνες για την κατάσταση στην οποία έχει οδηγηθεί η συνύπαρξη ανθρωπότητας-περιβάλλοντος.


Αυτή η συνθήκη όμως υπακούει πάνω στη σύγχρονη εκδοχή του πολιτισμού, και ταυτόχρονα βασικού πυρήνα των κοινωνικών συμβολαίων της εποχής μας, ειδικά στις πιο ανεπτυγμένες τεχνολογικά και οικονομικά περιφέρειες του κόσμου μας. Κοινωνικά συμβόλαια τα οποία, πέραν όλων των άλλων, είναι εδραιωμένα πλέον σε ένα άτυπο deal: ότι οι εξουσίες -και τα κράτη στα οποία είναι εδραιωμένες- στις οποίες εμπιστευόμαστε τη διαχείριση των ζωών, της ελευθερίας και της ασφάλειας μας, μπορούν να αντεπεξέλθουν σε οποιαδήποτε κατάσταση. Κι αυτό γιατί πλέον παράλληλα με την ανάπτυξη των θετικών επιστημών, έχει αναπτυχθεί αρκετά και το κριτήριο του ορθού λόγου και μέσα στις κοινωνικές βάσεις.

Τουλάχιστον αρκετά , ώστε να εγείρεται ως προοδευτική απαίτηση τα κράτη μέσα από τα οποία εδραιώνονται οι σύγχρονες μορφές εξουσίας, να έχουν και αυτόν τον ρόλο στην κοινωνική ζωή.
Τι συμβαίνει όμως όταν αυτός ο ρόλος διαψεύδεται; Όταν καθίσταται αδύνατη η εκπλήρωση του, από συνθήκες που όσο και να θέλει ο άνθρωπος, είναι μη ελέγξιμες; Κανένα κράτος δε μπορεί να μας προστατεύσει από τα πάντα. Κι αυτό γιατί πολύ απλά υπάρχουν στη Γη δυνάμεις που ξεφεύγουν του ελέγχου και της ανθρώπινης παρέμβασης. Για την ακρίβεια πάντα υπήρχαν, και θα συνεχίσουν να υπάρχουν είτε με τον άνθρωπο είτε χωρίς αυτόν. Δυνάμεις άλογες, που δεν έχουν ούτε θεϊκές ιδιότητες, ούτε εκδικητικές –ή οποιεσδήποτε άλλες- προθέσεις, αλλά που μας υπενθυμίζουν εν τούτοις πόσο πραγματικά μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στον παράγοντα των τυχαίων ακολουθιών και των φυσικών δυνάμεων που ορίζουν τη δομή του κόσμου γύρω μας (του κόσμου με την πολύ ευρύτερη έννοια). Οι σεισμοί, οι καταποντισμοί, οι ηφαιστειακές εκρήξεις, τα μικρόβια/βακτήρια/ιοί που προκαλούν τις μεγάλες πανδημίες, δεν είναι εχθροί που μας επιτίθενται. Αποτελούν τμήμα αυτού του κόσμου, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία από εμάς. Φυσικά έχουμε κάθε δικαίωμα να μην αφηνόμαστε στο έλεος τους. Μπορούμε να μάθουμε να προφυλασσόμαστε, να θεραπευόμαστε, να επιβιώνουμε με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, και να οργανώνουμε συλλογικά τις ζωές μας με τρόπους ώστε να είμαστε πιο κατάλληλα προετοιμασμένοι κάθε φορά. Υποθετικά αυτό είναι κρατικό μέλημα στην εποχή μας. Μέλημα των διαφορετικών εκφάνσεων εξουσίας που καταπιέζουν και καταδυναστεύουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ζωές. Όταν όμως μπροστά σε αυτές τις δυνάμεις τα κράτη αδυνατούν να εκπληρώσουν τον υποτιθέμενο ρόλο τους, είτε λόγω δομικών ανεπαρκειών τους , είτε και λόγω αντικειμενικών συνθηκών, τότε όλα αλλάζουν. Και αλλάζουν δραματικά.


Η κρατική ανεπάρκεια μπροστά σε συνθήκες, όπως το ξέσπασμα της παρούσας πανδημίας που θερίζει χιλιάδες ζωές σε όλον τον πλανήτη, είναι δυνατόν να εντείνει τον σκεπτικισμό των υποτελών πολιτών απέναντι στον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξης του, ή έστω απέναντι στην εκάστοτε εποχική διαχείριση του, κάτι που προκαλεί μια άλλου τύπου εγρήγορση και κινητοποίηση του Κράτους. Ειδικά από τη στιγμή που οι συνέπειες μιας καταστροφής μπορεί να έχουν και παράπλευρες συνέπειες όπως μια μεγάλη οικονομική κρίση, τη φτωχοποίηση ευρύτερων κομματιών του πληθυσμού, το ξέσπασμα πείνας και φυσικά την πιθανότητα κοινωνικών εκρήξεων εδώ και εκεί.


Αυτή η εγρήγορση και η κινητοποίηση έρχεται μέσα από την κήρυξη πολέμου και την ενεργοποίηση μιας κατάστασης εξαίρεσης στην οποία οι κρατικές εξουσίες αποκτούν ολοένα και περισσότερες έκτακτες αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες, και αναλαμβάνουν το ρόλο του προστατευτικού αλλά αυστηρού πατέρα που αναλαμβάνει κάθε απαραίτητο μέτρο για να προστατέψει και να γαλουχήσει τα ανήλικα τέκνα του. Ο εχθρός μεταμορφώνεται σε ένα ανελέητο, εξωπραγματικό και αδυσώπητο τέρας, απέναντι στο οποίο δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να εμπιστευτούμε το κράτος- πατέρα να τα βγάλει πέρα, και εμείς να υπακούσουμε σε οτιδήποτε μας λέει, χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς αμφιβολίες, χωρίς αντιδράσεις. Για το καλό μας.


Από τη στιγμή που ο κρατικός μηχανισμός αποδεικνύεται ανεπαρκής στην αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση μιας συντελούμενης καταστροφής, (η ανεπάρκεια αυτή μπορεί φυσικά να είναι και προϊόν των οικονομικών πολιτικών που εφαρμόζει ή έχει εφαρμόσει ένα κράτος), διογκώνει το φόβο των μαζών για το «κακό» που ξέσπασε. Αφού ο φόβος διαχυθεί αρκετά καλά ώστε να επικρατήσει του όποιου σκεπτικισμού, στη συνέχεια επιχειρεί να ελέγξει τον ίδιο το φόβο που διόγκωσε προηγουμένως, ώστε να ανέβουν οι μετοχές εμπιστοσύνης απέναντι του, εμπιστοσύνη που ενδεχομένως μπορεί να είχε κλονιστεί σε προηγούμενο χρόνο. Έτσι η διολίσθηση στον αυταρχισμό, στην καταστρατήγηση δημοκρατικών κεκτημένων, στον τεχνο-ολοκληρωτισμό, στην κυριαρχία ενός νέου τύπου στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος εμφανίζονται ως προϊόντα συναίνεσης. Από τη στιγμή που το κλίμα είναι πολεμικό, η όποια ανυπακοή και απειθαρχία χαρακτηρίζονται ως απειλές ενάντια στην κοινωνία και η κριτική σε καιρό πολέμου ισοδυναμεί με προδοσία οπότε έτσι βρίσκουν το νομιμοποιητικό έδαφός τους η χωρίς όρια λογοκρισία και φίμωση.


Συγκεκριμένα στην περίπτωση της πολεμολογίας που παρατηρούμε την εποχή της πανδημίας του Covid-19 υπάρχουν κάποια κοινά μοτίβα στις εξαγγελίες διάφορων ηγετών. Αυτό που ακούγεται συχνά είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια ασύμμετρη απειλή, έναν αόρατο εχθρό, με τον οποίο δε μπορεί δε μπορεί να υπάρξει καμία διαπραγμάτευση συνεπώς απαιτείται μια συλλογική συστράτευση. «Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό» λένε παρόλο που είναι εμφανές πως οι πιο ισχυροί, οι πιο πλούσιοι, οι πιο προνομιούχοι, βρίσκονται σε πολύ ευνοϊκότερη μοίρα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Όχι γιατί δε μπορούν να νοσήσουν αλλά γιατί δε θα χρειαστεί ούτε να εκτεθούν το ίδιο άσκοπα στον ιό, ούτε υπάρχει περίπτωση να τύχουν κακής ή και καθόλου νοσηλείας.


Το γεγονός ότι τα κράτη χρίζονται «οι υπερασπιστές των τειχών» απέναντι σε αυτό τον αόρατο εχθρό παραγκωνίζει την αξία και την πρακτική της κοινοτικής αλληλεγγύης. Πανδημίες ανέκαθεν ξεσπούσαν. Δεν είχαν πάντοτε οι πληθυσμοί το περιθώριο να μένουν σπίτια τους. Τα σπίτια των ανθρώπων δεν είχαν όλες τις εποχές ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση και θέρμανση επομένως πολλές εξωτερικές εργασίες αφορούσαν την εξασφάλιση βασικών αγαθών όπως το νερό ή τα ξύλα για το τζάκι. Επίσης οι αγορές δεν είχαν τις υποδομές των σουπερ μάρκετ και κανείς δε φρόντιζε για το μη συνωστισμό. Ειδικά στην επαρχία που οι αγροτικοί πληθυσμοί ζούσαν αποκλειστικά από τις δικές τους καλλιέργειες και την κτηνοτροφία, το μένουμε σπίτι ήταν μια πολυτέλεια που δεν υπήρχε καν στη σφαίρα της φαντασίας. Σε συνθήκες όπου οι κεντρικές εξουσίες ούτε είχαν τον ίδιο εποπτικό έλεγχο του συνόλου των επικρατειών τους, ούτε το κράτος πρόνοιας ήταν κάτι αυτονόητο, οι πληθυσμοί αντιμετώπιζαν μόνοι τους τα ξεσπάσματα φονικών επιδημιών, και η αλληλεγγύη ήταν η μόνη αναγκαία συνθήκη στην οποία μπορούσαν να καταφύγουν, εάν το επέλεγαν.
Αυτή η συνθήκη πλέον καταργείται με τις ολικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας και εργολάβος της προστασίας μας γίνεται η κεντρική εξουσία ,βρίσκοντας την ευκαιρία να ενδυναμωθεί και ιδεολογικά η αναγκαιότητα ύπαρξης του. Τι θα κάναμε χωρίς το κράτος σε μια κατάσταση σαν και αυτή; Πως θα επιβιώναμε, πως θα αποφεύγαμε το χειρότερο, πως θα βγαίναμε όσον τον δυνατόν λιγότερο αλώβητοι από την πανδημία;


Το κράτος υπερενισχύοντας τον εαυτό του δεν λειτουργεί μόνο προληπτικά ως προς την αντιμετώπιση των πιθανών, και μάλλον αναπόφευκτων, κοινωνικών αντιδράσεων που θα προκαλέσουν οι παρενέργειες της πανδημίας. Δεν αποσκοπεί μονάχα στο να προσπαθήσει να καλύψει τις δομικές αντιφάσεις του (σε συνδυασμό και με αυτές της καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας), αλλά ουσιαστικά θέλει να κάνει τους πάντες, (η έστω τις πλειοψηφίες) να αποδεχθούν ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη εναλλακτική εκεί έξω. Ότι χωρίς μια κεντρική διαχείριση ελέγχου των ζωών μας θα αφανιστούμε. Εν τέλει η ίδια η καταστροφή μαζί με το γκρέμισμα της ψευδαίσθησης ότι έχουμε το έλεγχο στα πάντα, μετατρέπεται σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία προκειμένου η ψευδαίσθηση αυτή να ξαναχτιστεί σε νέα θεμέλια, πιο στιβαρά, πιο σφιχτά, πιο εφιαλτικά και πολύ πιο δυστοπικά για τους πληθυσμούς που υπόκεινται στον έλεγχο των εξουσιών που κυβερνούν και ταυτόχρονα ρημάζουν τον κόσμο γύρω μας.


Πρόκληση λοιπόν της νέας εποχής που έρχεται, στην οποία ο κόσμος που ξέραμε αλλάζει ραγδαία, και αλλάζει προς το χειρότερο, είναι μεταξύ άλλων , περισσότερο από ποτέ, και η ανάδειξη της αλληλεγγύης ως αντίπαλου δέους απέναντι σε αυτήν ακριβώς τη ψευδαίσθηση ότι η κεντρική εξουσία νοιάζεται, και είναι εδώ για εμάς. Είναι εδώ αλλά για να διασφαλίσει την κυριαρχία της, να εντείνει τους όρους εκμετάλλευσης ανθρώπων και άλλων έμβιων όντων και των φυσικών πόρων του πλανήτη και να επιβάλει ασφυκτικότερες μορφές κοινωνικού ελέγχου και πειθαρχίας. Μια αλληλεγγύη από τα κάτω, μια αλληλεγγύη που θα λειτουργεί ως οργανική σχέση μεταξύ των μελών μιας κοινότητας που θα μπορούσε να είναι πρότυπο, μια αλληλεγγύη πολύμορφη, που θα θυμίζει όπου πρέπει ότι κανείς και καμία δεν είναι μόνος/η του στη συντελούμενη και επερχόμενη δυστοπία. Όχι γιατί αυτό είναι μια εγγυημένη συνταγή νίκης. Αλλά για να μην χάσουμε τα πάντα μέσα στην έρημο της κοινωνικής μοναξιάς.

Το λυκόφως των νομοτελειών

i) Μπαράζ διαψεύσεων

Το τέλος της δεκαετίας μας πλησιάζει και έρχεται συνοδεία μιας πλήρους κατάρρευσης όλων των βεβαιοτήτων, όλων των διακηρυγμένων νομοτελειών που μας πιπίλησαν τα μυαλά, σε σημείο οξύ πόνου, όλα αυτά τα χρόνια. Η ψήφος του περήφανου “Ελληνικού Λαού” στο παραπέντε της αλλαγής της δεκαετίας έδωσε σε μια συντηρητική παράταξη τη δυνατότητα μιας καθαρής και ξάστερης αυτοδυναμίας, ένα εκλογικό αποτέλεσμα πραγματικό ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής μας, μια εποχή που θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να είναι το σημείο μηδέν του ελληνικού καπιταλισμού και η αυγή μιας πιθανής κοινωνικής αλλαγής και επανάστασης. Γιατί αυτό; Επειδή έτσι. Το έγραψαν κάποια βιβλία, το λένε κάποιοι θεωρητικοί και πάνω από όλα βελτιώνουν τη ψυχολογία μας τέτοιες νέο-χιλιαστικές προφητείες, οπότε γιατί όχι.

Αντί να συμβούν όμως όλα αυτά είδαμε απλά την παταγώδη αποτυχία της παραδοσιακής αντιπολιτευτικής στρατηγικής του πεζοδρομίου, πετυχημένης σχετικά ως και το 2010, τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της εθνικοφροσύνης που στράφηκε στο πιο προωθήμενο τμήμα της- την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, ενώ παράλληλα ενισχύθηκε μια μίξη ροζ σοσιαλδημοκρατίας και πατριωτικής αριστεράς που επένδυσε πολιτικά στην καλλιέργεια ενός σχεδόν μεταφυσικού μεσσιανισμού, την πολιτική μπλόφα ως βασικό διαπραγματευτικό της ατού για να οδηγηθεί μετά τον εκλογικό της θρίαμβο, στη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος του οποίου την έκβαση εν τέλει προσπέρασε περνώντας σε μια γραμμή πολιτικού ρεαλισμού ενός καθώς πρέπει δυτικού σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος ευρωπαϊκού τύπου.

Θα μπορούσε να είχε όμως συμβεί κάτι διαφορετικά; Είναι οι εξελίξεις των χρόνων αυτών αποτυχία του ριζοσπαστικού ανταγωνιστικού κινήματος, αναρχικού/αριστερού ή ξεπερνούν κατά πολύ τους σωστούς ή λάθος κινηματικούς χειρισμούς και επομένως άλλοι είναι οι παράγοντες που θα ήταν ωφέλιμο να αναζητήσουμε τους λόγους της μη εκπλήρωσης των επαναστατικών προφητειών;

ii) Τα σταφύλια της διαφθοράς

Σε αυτό το σημείο θα χρειαστεί να παραδεχτούμε κάτι στους εαυτούς μας. Το ευρύτερο ριζοσπαστικό ανταγωνιστικό κίνημα σε ένα μεγάλο του μερος, ποτέ δεν κατενόησε εις βάθος τους μηχανισμούς της, επί τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, διαφθοράς της κοινωνικής βάσης, μιας διαφθοράς κάθετης, οριζόντιας και διαγώνιας, διαφθοράς που εκτείνεται σε τρομακτικά μεγάλο κοινωνικό εύρος φτάνοντας στο σημείο να αποτελεί σημείο αναφοράς μιας συλλογικής ταυτότητας και ταυτόχρονα στοιχείο της πολιτισμικής παράδοσης και κουλτούρας της νέο-ελληνικής κοινωνίας. Είναι τέτοια η συλλογική συμμετοχή και η παραδοχή αυτής της πλατιάς λαϊκής διαφθοράς που γίνεται- εδώ και δεκαετίες- αντικείμενο ενός συλλογικού αυτοσαρκασμού και σάτυρας. Κάτι του τύπου όλοι ξέρουμε ότι συμβαίνει, όλοι μπορεί να το κάνουμε, λέμε και ένα χωρατό έτσι να περνάει η ώρα . Μιας διαφθοράς στην οποία διαπαιδαγωγήθηκε και γαλουχήθηκε επί μακρώ το σώμα των από τα κάτω από την προσφιλή και λαοφιλή Πασοκική Σοσιαλδημοκρατία. Το γνωστό τοις πάσι παλιό καλό και ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ.

Θα χρειαστεί επίσης να παραδεχτούμε ότι στο διάστημα της πασοκικής και μεταπασοκικής μεταπολιτευτικής περιόδου η πολιτισμική ηγεμονία του καπιταλισμού ισχυροποιήθηκε αλώνοντας ολοένα και περισσότερο τον κοινωνικό χώρο. Με στυλοβάτες τη συλλογική ψυχαγωγία, διασκέδαση και γενικά τον πολιτισμό αλλά και κυρίως μέσω της νέας τεχνολογικής επανάστασης και της καταναλωτικότητας που αυτή (μαζί με άλλους παράγοντες) ενέπνεε, εδραιώθηκε ως μια ισχυρότατη μορφή κοινωνικής συνείδησης, ψευδούς κατά τη μαρξιστική έννοια, αλλά αρκετά αληθούς ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της και το αποτύπωμα της στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

iii) Η αδιαφορία ως κοινωνική αρετή

Σε αυτό το διάστημα της τριακονταετούς απόλυτης επικράτησης της κοινωνικής διαφθοράς, της απόλυτης πολιτισμικής ηγεμονίας του καπιταλισμού, της κατίσχυσης των κοινωνικών αγώνων και της εντεινόμενης γραφικοποίησης αυτών, καθώς και του πλήρως εκφυλισμένου συνδικαλισμού όλων των μετώπων, (όπου τα μόνα casus belli που τίθονταν ήταν όταν επρόκειτο να θιχτούν στενά συντεχνιακά συμφέροντα , και αυτό ακόμα με δυσκολία, εκτός ίσως από μαθητικές/φοιτητικές κινητοποιήσεις που κατά καιρούς συνδέθηκαν και με επιπλέον ζητήματα πχ αντιπολεμικά) ,η κοινωνική βάση διαπαιδαγωγήθηκε στην επίδειξη μιας τρομερής και κυνικής αδιαφορίας και αδράνειας για όλα τα μείζονα ηθικά ζητήματα της εποχής, μιας αδιαφορίας και αδράνειας που έφτανε και ξεπερνούσε τα όρια της συλλογικής ενοχής. Πχ ήταν απολύτως αδιάφορο αν το τίμημα αυτής της κοινωνικής ευμάρειας ήταν η περιφρούρηση θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων από τις μεταναστευτικές ροές με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς κατά μήκος των συνόρων. Ήταν απολύτως αδιάφορο αν αυτή η συλλογική ευζωία και η δυνατότητα συμμετοχής στη διαφθορά χτίστηκε πάνω σε βασανισμένα κορμιά σε φυλακές, αστυνομικά τμήματα, ψυχιατρικά κολαστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, εξαθλιωμένα μητροπολιτικά γκέτο, ήταν απολύτως αδιάφορο αν οι όροι αυτή της κοινωνικής αφθονίας πληρούνταν με τη στυγνή εκμετάλλευση του πλέον αναλώσιμου και παρανομοποιημένου μεταναστευτικού δυναμικού. Ήταν απολύτως αδιάφορο αν η εκτός νόμου οικιστική ανάπτυξη χιλιάδων εξοχικών συνοικισμών ήταν χτισμένη πάνω σε καμένες εκτάσεις δασικών πνευμόνων ή αν η ενίσχυση του ΑΕΠ από τον τουρισμό συντελούνταν στην πιο ανελέητη μορφή μικρομεσαίας αισχροκέρδειας εις βάρος αλλοδαπών αλλά και εγχώριων τουριστών.

Πως λοιπόν περιμέναμε ότι με όλο αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο θα ξεσπάσει μόλις μέσα σε δυο χρόνια οικονομικής ύφεσης μια σαρωτική κοινωνική επαναστατική μεταβολή; Πως γίνεται να ανατραπούν τρεις ολόκληρες δεκαετίες τέτοιας ποιότητας κοινωνικής διαπαιδαγώγησης μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα τη στιγμή κιόλας που δεν έχουν υπάρξει οι παραμικρές σχεδόν, ή έστω ισχνές, προσπάθειες ριζοσπαστικής διαπαιδαγώγησης “των μαζών” ;

Η διετία 2010-12 πόρρω απείχε από τη προ-εμφυλιακή κατάσταση στην Ισπανία του 1936, ή της προπολεμικής κατάστασης στην Ελλάδα του 1940 . Καμία ομονσπονδία, κανένα οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, κόμμα, μέτωπο ή οτιδήποτε άλλο, ένοπλο ή μη , δε θα μπορούσε να είχε συντελέσει σε μια γενικότερη εκτροπή μέσα σε αυτή τη διετία γιατί καταρχάς δεν υπήρχε εκ των προτέρων κανένα τέτοιο έδαφος για τη δημιουργία τέτοιων υποδομών αλλά και γιατί ακόμα και αν αυτές υπήρχαν απουσίαζε πλήρως το υποκείμενο. Ένα υποκείμενο με συνείδηση του εχθρού που έχει απέναντι του, διατεθειμένο να πολεμήσει αν χρειαστεί με κάθε μέσο, να υποστεί κάθε είδους ταλαιπωρία, φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια, δολοφονίες, εκτελέσεις, απαγωγές, συλλογικά αντίποινα εις βάρος άμαχου πληθυσμού και γενικά να αντιμετωπίσει συνθήκες εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα. Δηλαδή για να είμαστε σοβαροί, ποιοι θα τα έκαναν όλα αυτά; Ένα κοινωνικό corpus μαθημένο στην απραξία, την αδιαφορία, την αρπαχτή, τον κυνισμό και την λαμογιά; Πως χωρίς σαφή συνείδηση της ύπαρξης ενός εχθρού-καταπιεστή και της αναγκαιότητας αγώνα εναντίον του θα υψωθούν τα λάβαρα της οποιαδήποτε εξέγερσης και διάθεσης για επαναστατική αλλαγή; Με τι υπόβαθρο, τι διαπαιδαγώγηση και τι κουλτούρα θα κινηθεί αυτός ο κόσμος να ρισκάρει τα πάντα για μια αμφιβόλου κιόλας επιτυχία κοινωνικής αλλαγής, μιας και κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί την νίκη της; Και γιατί πιστεύουμε ότι η δική μας συμβολή ήταν τόσο σημαντική που να πρέπει η αποτυχία μιας τέτοιας προοπτικής να είναι δική μας αποτυχία και ήττα;

iv) Η γενοκτονία-φάντασμα

Ας έχουμε επίσης τη γενναιότητα να παραδεχτούμε το εξής. Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια οικονομικής ύφεσης, χρόνια κατά τα οποία σημειώθηκε η κορύφωση των αντιδράσεων απέναντι στα μέτρα λιτότητας, η ελληνική κοινωνία δε γνώρισε μια πραγματική κοινωνική εξαθλίωση που να αντιστοιχούσε στο βερμπαλισμό και τον λαϊκισμό της γενοκτονολογίας που επικράτησε αυτά τα χρόνια . Ασφαλώς υπήρξε αύξηση της φτωχοποίησης, της επαιτείας, των αστέγων, των ανέργων και των ανθρώπων που στοιχίζονταν στα συσσίτια ή έψαχναν φαγητό σε κάδους σκουπιδιών. Σίγουρα υπήρξαν ιδιωτικοποιήσεις του δημοσίου και απολύσεις, σκλήρυνση του εργασιακού καθεστώτος ενώ πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έκλεισαν και πολλοί άνθρωποι οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία από απελπισία. Οπωσδήποτε πολλά σπίτια και οικογένειες ένιωσαν το βάρος των οφειλών και της αύξησης των τιμών να τους πνίγει. Αλλά ας έχουμε την ειλικρίνεια να παραδεχτούμε ότι δε γέμισαν οι ελληνικές πόλεις φαβέλες βραζιλιάνικου τύπου, δεν είχαμε κρίση λοιμού και χιλιάδες νεκρά παιδιά στους δρόμους όπως στην κατοχή, δεν είχαμε πόλεμο συμμοριών στους δρόμους γύρω από τη διεκδίκηση των στοιχειωδών αναγκών, δεν είχαμε ανήλικα παιδιά να δουλεύουν σε βαριές βιομηχανίες για 14ωρα, δεν άφησαν τα ελληνόπουλα την οικογενειακή θαλπωρή για να θαλασσοπνιγούν στα καράβια ή να στελεχώσουν τις φάμπρικες κάθε πιθανής και απίθανης χώρας του εξωτερικού.

Η Ελλάδα ακόμα και στα χειρότερα της οικονομικής ύφεσης που ξέσπασε το 2009-2010 συνέχισε να παραμένει στο παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος ως μια καπιταλιστική περιφέρεια του Πρώτου Κόσμου, απόλυτα εξαρτημένη φυσικά και με τεράστιο χρέος αλλά σίγουρα δεν μετατράπηκε σε κάποια αφρικανική χώρα της μετά-αποικιακής εποχής. Το μέσο βιωτικό επίπεδο στην Ελλάδα παρέμεινε κατά πολύ πιο πάνω από το μέσο βιωτικό επίπεδο σε πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας ή της Μέσης Ανατολής. Χώρες στις οποίες δε σημειώνεται και κάποια τρομερή επαναστατική δραστηριότητα εξαιτίας της κατά πολύ μεγαλύτερης κοινωνικής εξαθλίωσης.
v) Ο φόβος της ταξικής «έκπτωσης»

Η ελληνική ύφεση του 2009 όπως αυτή εκδηλώθηκε ήρθε να αναιρέσει μια εποχή γενικής αφθονίας, που μπορεί τώρα να γίνεται παραδεχτή ότι υπήρξε και να θεωρείται επίπλαστη αλλά τότε δεν φαινόταν τίποτα στον ορίζοντα που θα μπορούσε να την απειλήσει. Η οργή των αγανακτισμένων που πλημμύρισαν τις πλατείες το 2011 και το 2012 ήταν εν πολλοίς μια οργή μικροαστική, παρά την εκρηκτικότητα της και διόλου ριζοσπαστική. Δεν ήταν μια οργή που κυοφορούσε μέσα της το σπόρο της αμφισβήτησης για το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, διότι πως, και από πού και ως που θα μπορούσε εν μια νυκτί να γεννηθεί τέτοια διάθεση αμφισβήτησης. Ήταν μια οργή απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που ερχόταν να πάρει αυτά που είχε εκπαιδεύσει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να διατηρούν για πάντα, μια προνομιούχα δηλαδή θέση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ήταν η αγανακτισμένη μικροαστική οργή του νοικοκυραίου, του Κυρ Παντελή που δεν μπορούσε να καταδεχτεί ότι θα μετατραπόταν σε ένα φεγγάρι σε πληβείο, στον πληβείο που τόσο είχε μάθει να περιφρονεί και ενίοτε να ψευτολυπάται όποτε «αλήτες, προδότες, πολιτικοί».

Μπορεί λοιπόν, να ήταν μια οργή που στράφηκε κατά του πολιτικού κόσμου με δεκάδες προπηλακισμούς πολιτικών κατά μήκος όλης της χώρας, ή να εκφράστηκε και ιδιαίτερα βίαια στις μεγάλες αντί-μνημονιακές συγκεντρώσεις του 2011-2012 , αλλά σε τελική ανάλυση παρέμεινε κατά βάση οργή του μεσαίου χώρου που αντιλαμβανόταν ότι επίκειται μια βίαιη συρρίκνωση του, κάτι που αντανακλαστικά κινητοποίησε πλήθος ανθρώπων που τις προηγούμενες δεκαετίες το “πεζοδρόμιο” το είχαν δει μόνο σε ταινίες. Και ακριβώς επειδή το ιδεολογικό υπόβαθρο των αγανακτισμένων ήταν αυτή η αλαζονική υπερηφάνεια των μεσαίων και μικρομεσαίων που τους φαινόταν αδιανόητη η προοπτική έκπτωσης της κοινωνικής τους θέσης και status, ο βίαιος δηλαδή ταξικός εκτοπισμός τους από το βάθρο της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης, σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα προσπάθησε μέσα σε αυτή τη δεκαετία να μιλήσει στην αγανακτισμένη τους ψυχή και να τους προσεταιριστεί με διαφορετικό τρόπο ανά περίπτωση, ανάλογα και το ποιος μιλούσε.

Κοινή συνισταμένη ολόκληρου του πολιτικού τόξου, από την πιο συντηρητική πτέρυγα ως την πιο προοδευτική, από τη ριζοσπαστική ακροδεξιά ως και τη ριζοσπαστική ακροαριστερά (αλλά και μέρους της αναρχίας) ήταν το αφήγημα της Ελλάδας ως αποικίας χρέους που εκμεταλλεύονται οι κακοί ξένοι, γερμανοί και άλλοι. Η κεντρικοποίηση αυτού του αφηγήματος προφανώς και ευνοούσε τις πιο δεξιόστροφες και συντηρητικές αντί-μνημονιακές φωνές που έβρισκαν ευκαιρία να προωθήσουν την έτσι κι αλλιώς εθνικιστική τους ατζέντα. Παράλληλα ευνοούσε και κομμάτια της αριστεράς και του αναρχικού- αντί-εξουσιαστικού χώρου, τα οποία κατανοώντας ότι το αντί-καπιταλιστικό-και μάλιστα με ριζοσπαστικούς όρους- δεν κεντρικοποιείται το ίδιο εύκολα, το γύρισαν στον εθνο-πατριωτικό αλυτρωτισμό με μια ρητορική που ήθελε να ανασύρει μνήμες εθνικής αντίστασης και να μιλήσει στο πατριωτικό θυμικό των μαζών με έναν κατάφορο βερμπαλισμό στα όρια της αυτό-αναφορικής γραφικότητας. Λες και η διετία 2010-2012 είχε την παραμικρή σχέση με τα όσα βίωνε ένας- δοκιμασμένος από τρεις πολέμους την προηγούμενη από το 1940 25ετία-πληθυσμός που καλούταν να αντιμετωπίσει ένα από τα πιο σκληρά και τρομοκρατικά καθεστώτα εξουσίας που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει ως τότε, το ναζιστικό.

Η αποτυχία όμως της πάγιας λογικής του πεζοδρομίου, επιτυχής στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης, να ανακόψει με μαζικότητα και μαχητικότητα τα μνημονιακά νομοθετήματα, μια αποτυχία που εδράζεται κυρίως στην Θατσερικής εμπνεύσεως γραμμή μηδενικής ανοχής του κράτους απέναντι στις πολιτικές διαμαρτυρίες, ανέδειξε ακριβώς αυτήν την έλειψη ριζοσπαστικοποίησης που διέκρινε το σώμα των αγανακτισμένων, μια έλειψη που είχε σχέση με την ποιότητα του ίδιου του μαζικού υποκειμένου.
Τα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, τα οποία φιλοδοξούσαν δήθεν να αντιγράψουν οι ευρωπαίοι- και οι έλληνες προφανώς ανάμεσα τους- όπως αυτά της Τυνησίας ή της Αιγύπτου (βλέπε πλατεία Ταχρίρ) δεν αντιμετωπίστηκαν με λιγότερη καταστολή. Ίσα ίσα η κρατική βία που εκδηλώθηκε μετρούσε πολλές συλλήψεις, βασανισμούς, αθρόες φυλακίσεις , ακόμα και δολοφονίες στους δρόμους, τα αστυνομικά τμήματα ή τις φυλακές. Ωστόσο ο κόσμος δεν εγκατέλειψε τους δρόμους ή τις πλατείες και παρέμεινε μέχρι να δει τους ηγέτες να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Η διαφορά είναι εμφανής, και μπορούμε να την αναζητήσουμε στην επί δεκαετίες σκληρή και στυγνή εκμετάλλευση των τοπικών πληθυσμών από τα εν λόγω καθεστώτα, καθώς και της σκληρής και διαρκούς τρομοκρατίας της εξουσίας πάνω τους επί δεκαετίες, χωρίς μάλιστα την αστικοδημοκρατική πολυτέλεια της εναλλαγής κάποιας πιο δημοκρατικής και ήπιας διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία θα έδινε μια κάποια ανάσα για όσο κρατούσε. Η διαφορά λοιπόν είναι ότι εκεί ο αντικαθεστωτισμός των πληθυσμών είχε καταφέρει να ριζώσει για δεκαετίες και να ριζοσπαστικοποιηθεί, όσο και αν διατηρούσε προσωπαγή χαρακτήρα, και αυτό αποτέλεσε και την κολώνα που στήριξε την αποφασιστικότητα και την επιμονή των ανθρώπων στον αγώνα τους ενάντια στις τυραννίες που ζούσαν. Βλέπουμε εδώ καμιά ομοιότητα με την ελληνική πραγματικότητα του 2010;

vi) Η ελπίδα έρχεται

Ακριβώς αυτή η αστικοδημοκρατική πολυτέλεια που αναφέραμε προηγουμένως ήταν που έκανε την διαφορά ωστόσο στη δική μας περίπτωση. Η δυνατότητα μιας εναλλαγής της εξουσίας, και της θητείας μιας κυβερνητικής δυναμικής που υποσχόταν αφειδώς ότι θα επαναφέρει όλα τα προηγούμενα κοινωνικά προνόμια που είχαν χαθεί, ή ότι θα φρόντιζε να μην απειληθούν περαιτέρω κι άλλα, ώθησε τις πιο προοδευτικές συνιστώσες του μεσαίου και κατώτερου κοινωνικού χώρου, να στηρίξουν τις ελπίδες τους σε μια σοσιαλδημοκρατική δύναμη που εμφανιζόταν να είναι κάτι σαν την επανάσταση της Κούβας και της κοινωνικής μεταρρύθμισης της Χιλής του Αλιέντε, την ίδια στιγμή που οι αντίστοιχες συντηρητικές υποστήριξαν λαϊκοδεξιές και ακροδεξιές δυνάμεις του πολιτικού φάσματος, ακόμα και περιθωριακές σαν τη Χρυσή Αυγή.

Η επί τεσσεράμιση χρόνια θητεία της πάλαι ποτέ ανανεωτικής αριστεράς και νυν καραμπινάτης σοσιαλδημοκρατίας δεν εκπλήρωσε επουδενί τις προσδοκίες του μικρομεσαίου χώρου ο οποίος και στο εσωτερικό του άρχισε να πολώνεται έντονα αυτά τα χρόνια ιδίως σε ότι αφορούσε τις προσπάθειες του κυβερνητικού σχήματος να χαράξει τομές στον προοδευτικό τομέα: σύμφωνο συμβίωσης και δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζεύγη, μετριοπαθής περιορισμό της θρησκευτικής προπαγάνδας στη δημόσια εκπαίδευση και ακόμα πιο μετριοπαθή διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, διατάξεις για την αποσυμφόρηση στις φυλακές και κυρίως την προώθηση μιας πολύ επικερδούς, στα πλαίσια των δεδομένων γεωπολιτικών συσχετισμών, συμφωνίας με τη γείτονα χώρα της Βορείου Μακεδονίας, σε σχέση με το ονοματολογικό.

Ωστόσο η πόλωση αυτή έγειρε σαφέστατα υπέρ της εθνικοφροσύνης η οποία συσπειρώθηκε σε ένα άνευ προηγουμένου (για τα δεδομένα της δεκαετίας μας) μέτωπο με σκοπό να ρίξει μια κυβέρνηση που υποτίθεται ήταν αριστερή, υποτίθεται ήταν επικίνδυνη για τα εθνικά θέματα και που υποτίθεται ήθελε να καταστρέψει τη χώρα εκ των έσω παραδίδοντας την στον έλεος τρομοκρατών και υπερασπιστών της αναρχικής εξεγερτικής δραστηριότητας. Και όλα αυτά για μια κυβέρνηση με πλούσιο έργο στον τομέα της καταστολής του ριζοσπαστικού κινήματος, κάτι το οποίο έκανε με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και χωρίς να συναντήσει πολλές αντιδράσεις, κι ενώ παράλληλα κατάφερε να σταθεροποιήσει την οικονομία, να ανεβάσει τους δείκτες, να παράξει πλεονάσματα και να προβεί και σε μια περιορισμένη κοινωνική επιδοματική πολιτική.
Το αποτέλεσμα όμως, όπως αυτό αποτιμάται εκλογικά, ευνόησε την παράταξη που ηγήθηκε του εθνικόφρονος μετώπου, το οποίο πέρα από όλες τις υπόλοιπες κορώνες περί παλινόρθωσης της δημοκρατίας και εκδίωξης των μαδουριστών, έπαιξε και το χαρτί του προσεταιρισμού των μικρομεσαίων, οι οποίοι άλλα περίμεναν από την προηγούμενη κυβέρνηση, ένιωσαν προδομένοι που δεν εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες τους, και αποφάσισαν να τις ξανά-τοποθετήσουν στον νέο πλειοδότη της μικρομεσαίας ελπίδας, κάνοντας φανερό με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο ποιος είναι ο πραγματικός συντελεστής των εσωτερικών εξελίξεων στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, αυτός που ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις δίνοντας εύνοια πότε σε συντηρητικές, πότε σε προοδευτικές, πότε σε νέο-φιλελεύθερες ,πότε σε σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, πότε φωνάζοντας για μνημονιακή κατοχή, πότε φωνάζοντας για το ξεπούλημα της μακεδονίας. Και ο οποίος δεν είναι άλλος από την κατά τον Λένιν κοινωνική βάση του οπουρτουνισμού, αυτό το εμποτισμένο με διαφθορά κοινωνικό στρώμα που κοιτάει να υπερασπιστεί πάντοτε τα ταξικά συμφέροντα του, είτε από το πεζοδρόμιο είτε από την κάλπη, γνωστό και ως Μεσαία Τάξη.

Αντί επιλόγου…

Με έναν πολύ πρόχειρο απολογισμό της δεκαετίας που φεύγει, και αναμένεται να αφήσει πίσω της συντρίμμια ( αν υλοποιηθεί τουλάχιστον η προεκλογική ατζέντα του νέου κυβερνητικού σχήματος) βλέπουμε ότι πλέον καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα το νομοτελειακό αφήγημα των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων, που απορρέοντας από τη δομική αντιφατική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής αναπόφευκτα θα σηματοδοτήσουν από μόνες τους και την πτώση του.
Αν υπάρχει επίσης κάτι να καταπιστευθεί σε μεγάλο κομμάτι του ριζοσπαστικού χώρου και κινήματος, αυτό δεν αφορά τόσο το τι έκανε ή τι δεν έκανε τα χρόνια της κρίσης. Με τέτοια συζήτηση υπερτιμάμε κατά πολύ τις περιορισμένες δυνατότητες αποτελεσματικής παρέμβασης του κινήματος και αυτομαστιγωνόμαστε για ανεπάρκειες που κι ακόμα κι αν δεν είχαμε είναι πολύ αμφίβολο πόσο πιο πολύ θα είχαμε επηρεάσει τα γεγονότα. Είναι αυτό που λέμε, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, οπότε θεωρούμε πως και μας αναλογούν πολύ περισσότερες ευθύνες για την όποια αποτυχία κάποιας κοινωνικής επανάστασης. Πιο καίρια θα ήταν μια συζήτηση για το τι θα μπορούσε ίσως να είχε καταφέρει ο ριζοσπαστικός χώρος την προηγούμενη από την κρίση εποχή. Κατά πόσο θα μπορούσε να θέτει και να εγείρει κεντρικά, ζήτημα μιας μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης με την ιδεολογία της μεσαίας τάξης, κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί ή και να επιτεθεί στη μαζική κουλτούρα των χρόνων εκείνων και στα αλλότρια φαινόμενα που αυτή γεννούσε και κατά πόσο εν τέλει ήταν σε θέση επάρκειας να αντιληφθεί το ίδιο το Πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής , να καταφέρει δηλαδή να συλλάβει το zeitgeist της νεοελληνικής κουλτούρας και να υψώσει ηθικά και πολιτισμικά αναχώματα εναντίον του, θέτοντας μια άλλη βάση ζύμωσης συνειδήσεων, οι οποίες ενδεχομένως σε μια αποσταθεροποίηση που θα γεννούσε μια οικονομική κρίση, να είχαν περισσότερες πιθανότητες να αποσαθρώσουν τη βάση του εγχώριου καπιταλιστικού συστήματος.

Αν μη τι άλλο είναι μια συζήτηση που πάντα έχει μια αξία να ξεκινήσει…

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ και ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ

Αλίκη: “Πως μπορείς να δώσεις τόσο διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιείς;”
Humpty Dumpty: “Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο κυρίαρχος… αυτό είναι όλο”.
Lewis Carroll
(Η Αλίκη μέσα στον καθρέπτη)

Στη προηγούμενη θεματική ενότητα (Η μάχη των εννοιών: Η κοινωνία) επιχειρήθηκε μια εξέταση της ιστορικότητας της έννοιας κοινωνίας μέσα από της προσέγγιση που της προσδίδουν διαφορετικές θεωρητικές και πολιτικές φιλοσοφίες καθώς και η εργαλειακή της χρήση ως έννοιας-σημείου αναφοράς, από διαφορετικού τύπου πολιτικές ρητορικές. Τέλος επιχειρήθηκε μια κριτική ανάλυση της έννοιας μέσα από μια προσέγγιση που αντιλαμβάνεται την “κοινωνία” ως ένα περιβάλλον με συγκεκριμένες μεν ισορροπίες και συσχετισμούς, αλλά διαφορετικές ενδεχομένως στο χώρο και το χρόνο κάθε φορά, και συνεπώς μια έννοια που το μόνο πάγιο και σταθερό της χαρακτηριστικό είναι πως αναφέρεται στη συγκρότηση μιας συλλογικής συνύπαρξης ανθρώπων, χωρίς να προκύπτει πως οι όροι κάθε τέτοιας συγκρότησης είναι οπωσδήποτε είτε θετικοί είτε αρνητικοί. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα θα επιχειρηθεί να προσεγγιστεί πιο διεξοδικά το εννοιολογικό σχήμα της αντίθεσης κοινωνικό και αντικοινωνικό, σε μια ακόμη προσπάθεια κατανόησης του εδάφους από το οποίο μιλάει (ένα κομμάτι τουλάχιστον) της αντικοινωνικής τάσης της Αναρχίας.

I) Αναπαραστάσεις, νοήματα και σημασίες

“Παιχνίδι με τις λέξεις, θα πουν κάποιοι. Βυζαντινολογίες…
Οι λέξεις, όμως, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα, είναι κομμάτι της ιστορικής ύλης και της ιστορικής διαδικασίας. “Το να τις εγκαταλείψεις στους σφετεριστές τους, να επινοήσεις νέες λέξεις ή να χρησιμοποιήσεις άλλες λέξεις εξαιτίας της δυσκολίας να ανακτήσεις τις αληθινές, ιστορικές λέξεις, σημαίνει να εγκαταλείπεις το πεδίο στον εχθρό. Είναι μια θεωρητική παραχώρηση που δεν μπορούμε να ανεχθούμε. Το να κάνουμε μια τέτοια παραχώρηση θα σήμαινε μόνο το να συμβάλουμε στη σύγχυση, σε μια σύγχυση που, εν μέρει, σχηματίζει βάση της κατεστημένης τάξης. Η εκ μέρους μας αντιστροφή της προοπτικής, αντιθέτως, προχωρεί στη διαύγαση των ίδιων των όρων της σύγχυσης.”
halastor.blogspot 20/03/2008

Οι κοινωνικές σχέσεις αρθρώνονται μέσα σε ένα διαρκή αγώνα για ηγεμονία. Στον αγώνα αυτό, αναπτύσσονται διαφορετικές δυνάμεις και σημασίες από τις οποίες κάποιες ηγεμονεύουν και συναρθρώνουν το αντίστοιχο νόημα, ενώ άλλες δεν επικρατούν και εξαρθρώνονται. Έτσι η συνάρθρωση του λόγου που εκφράζει κάθε φορά κάποιο νόημα, εμφανίζεται ως συνέπεια αυτής ακριβώς της σύγκρουσης και του πολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε υπαρκτές δυνάμεις που διεκδικούν να επικρατήσουν στην πάλη για το νόημα. Ταυτόχρονα αυτή η σύγκρουση και η αντιπαράθεση είναι που διαμορφώνει, όχι μόνο το πλαίσιο των υφιστάμενων κοινωνικών συσχετισμών στο επίπεδο των σημασιών (στο ποιες καταφέρνουν δηλαδή να ηγεμονεύσουν συναρθρώνοντας το νόημα που φέρουν, και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται) αλλά και σε ποιες πραγματικές κοινωνικές δυναμικές επιβάλουν με υλικό τρόπο την κυριαρχία τους εντός μιας κοινωνίας, διαμορφώνοντας ευνοϊκές για αυτές ισορροπίες και καταλαμβάνοντας περισσότερο χώρο εντός του κοινωνικού πεδίο. Είναι σε τελική ανάλυση οι ρυθμιστές για το τι μπορεί να θεωρείται κοινωνικό ή αντικοινωνικό μέσα σε κάθε κοινωνία.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα διαφορετικά γεγονότα έχουν ταράξει βίαια την καθημερινότητα μας (δολοφονίες Ζακ Κώστοπουλου, Ελένης Τοπαλούδη, Αγγελικής Πέτρου, βουλγάρας συζύγου ηλικειωμένου πρώην στρατιωτικού, Petrit Ziffle, 13χρονου κοριτσιού Ρομά στην Άμφισσα, νεαρού Ρομά στην Κόρινθο και άλλες) και έχουν αποδείξει ότι ο κόσμος και το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε δεν είναι σε καμία περίπτωση ενιαίο, τουναντίον υφίστανται διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, πολλές φορές αντιθετικές, σε βαθμό ρηξιακό και συγκρουσιακό μεταξύ τους.

Αυτή η μη ενιαιότητα του κόσμου γύρω μας και της κοινωνίας που μας περιβάλλει, δε φαίνεται μονάχα από τα γεγονότα αυτά κάθε αυτά, αλλά και από τον αντίχτυπο που επέφεραν, την κοινωνική πόλωση που προκάλεσαν και το ποιες ατζέντες αναδείχτηκαν στο δημόσιο διάλογο με την αντίστοιχη μάλιστα ένταση. Οι οπτικές που κατατέθηκαν, οι αφηγήσεις που συγκρούστηκαν, η φόρτιση που υπήρξε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε κάθε μια ξεχωριστά, είναι σε θέση να καταδείξουν, με έναν αρκετά αποκαλυπτικό τρόπο μάλιστα, αν συμπυκνώνουν μια γενικότερη αντιπαράθεση αξιών, ιδεολογιών, σχέσεων, ή αν πρόκειται για τυχαία, αποσπασματικά γεγονότα χωρίς καμιά ευρύτερη κοινωνική αλληλεπίδραση. Σαν να λέμε τυχαία συμβάντα στο χώρο και το χρόνο, κάτι σαν ατυχήματα, χωρίς καμιά περαιτέρω σύνδεση με τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίχθηκαν. Είναι όμως έτσι;

Μια εμβάθυνση στους όρους της δημόσιας αντιπαράθεσης πάνω στα γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι δυνατόν να μας αποκαλύψει ποιες σημασίες κατορθώνουν να ηγεμονεύσουν και να συναρθρωθούν ως κυρίαρχα νοήματα και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται. Κατά συνέπεια μπορούμε να αντιληφθούμε αντίστοιχα και ποιες υφέρπουσες αξίες καταλαμβάνουν περισσότερο κοινωνικό χώρο και ποιες λιγότερο, άρα σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε όντως για μεμονωμένα και αποσπασματικά γεγονότα ή για ακραίες εκφάνσεις μιας, κατά τα άλλα, διάχυτης κοινωνικής κανονικότητας, και κατά συνέπεια ποιες πρακτικές/νοοτροπίες/συμπεριφορές θεωρούνται κυρίαρχες και πιο αποδεκτές (επομένως κοινωνικές) και ποιες περιθωριακές και αποκλίνουσες (επομένως αντικοινωνικές).

Στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου για παράδειγμα έχουμε τη σύγκρουση δυο βασικών αφηγήσεων (που υπερισχύουν της σύγκρουσης άλλων). Από τη μια πλευρά έχουμε τη ρητορική που μιλά για αυτοδικία, υπεράσπιση της ιδιοκτησίας (ακόμα και επί της υπόνοιας κλοπής) με τη χρήση βίας (ακόμα και δολοφονικής αν χρειαστεί), η οποία εκφράζεται ιδιαιτέρως επιθετικά, ωμά, κυνικά και που διεκδικεί να εμφανίζεται ως κυρίαρχη άποψη στο κοινωνικό πεδίο (ότι έχει την κοινωνική πλειοψηφεία με το μέρος της δηλαδή). Η ρητορική αυτή βρήκε την έκφραση της σε μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακόμα και από τον θεωρούμενο mainstream δημοσιογραφικό κόσμο, ενώ βρήκε τεράστια απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο πυρήνας της ενοχοποιούσε την ίδια την παρουσία του Ζακ στο κοσμηματοπωλείο, όπου και λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου, είτε γιατί δήθεν είχε σκοπό να κλέψει (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ), είτε γιατί οπλοφορούσε (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ) , είτε τέλος γιατί ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κάτι που επίσης δεν αποδείχτηκε ποτέ). Συνέχισε δε να εκφράζεται με τον ίδιο κυνικό τρόπο καλλιεργώντας ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας παραβλέπει την ωμή βία ενός λιντσαρίσματος σε έναν αβοήθητο άνθρωπο, την θεσμική κατάχρηση βίας της αστυνομίας που ξυλοκόπησε και συνέλαβε έναν λυπόθυμο τραυματία, την προκλητική αναλγησία του προσωπικού του ΕΚΑΒ που ανέλαβε τη μεταφορά ενός τραυματία σε κρίσιμη κατάσταση δεμένου με χειροπέδες, με ότι μακάβριο συνειρμό μπορεί να γεννηθεί από το γεγονός ότι το προσωπικό του νοσοκομείου τον παρέλαβε νεκρό.

Από την άλλη έχουμε μια ρητορική που δειλά, απολογητικά, σχεδόν ενοχικά, προσπαθεί να θέσει το επίδικο της αξίας της ανθρώπινης ζωής στο όνομα κάποιων συμβατικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και μιας απροσδιόριστης υπεροχής του νομικού πολιτισμού έναντι στη βαρβαρότητα της αυτοδικίας. Αυτή η ρητορική, αδύναμη μπροστά στην συντριπτική υπεροχή της πρώτης, προσπαθεί να βρει σημεία, στα οποία να μη χρειαστεί να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την επικρατούσα νομιμοφροσύνη. Έτσι πασχίζει να καταρρίψει το σενάριο της κλοπής ή της χρήσης ναρκωτικών, για να μετατοπιστεί η ατζέντα στο απαράδεκτο λιντσάρισμα ενός αθώου, αποδεχόμενη τους διαμορφωμένους κοινωνικούς συσχετισμούς που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ηθική υπεράσπιση ενός κλέφτη ή εν δυνάμει ληστή, ακόμα και τοξικό-εξαρτημένου, σε μια πολύπαθη περιοχή σαν αυτή των στενών γύρω από την Ομόνοια.

Την ίδια τύπου σύγκρουση διακρίνουμε και σε κάποιες από τις άλλες περιπτώσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα. Τόσο η περίπτωση του οξύθυμου έλληνα κρεοπώλη που πυροβόλησε με καραμπίνα εναντίον συγκεντρωμένου πλήθους Ρομά με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα 13χρονο κορίτσι Ρομά στην Άμφισσα όσο και η περίπτωση του Έλληνα κατοίκου στην Κόρινθο που πυροβόλησε και σκότωσε έναν ακόμα νεαρό Ρομά που φέρεται να επιχείρησε να κλέψει δυο κότες από την αυλή του (και ο οποίος μάλιστα επιχείρησε να κρύψει το πτώμα σε ένα λατομείο) άνοιξαν το ίδιο debate περί δικαιώματος της υπεράσπισης της ιδιοκτησίας ακόμα και με φονική βία από τη μία και περί αξίας της ανθρώπινης ζωής από την άλλη. Ο ντόπιος χασάπης στο χωριό της Άμφισσας, συχνό θύμα της παραβατικότητας των Ρομά, πνιγόταν από το δίκιο του και στην πρώτη αντιπαράθεση με κάποιους από αυτούς για άσχετο λόγο, βούτηξε μια καραμπίνα και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως και ακολούθως μετά τον θάνατο του άτυχου κοριτσιού το οποίο αποκεφαλίστηκε από τα πυρά εξαφανίστηκε για να γλυτώσει τυχόν αντίποινα και εμφανίστηκε μόνο όταν μπορούσε να παραδοθεί στις αρχές με ασφάλεια. Αντίστοιχα ο κάτοικος Κορίνθου αντιλαμβανόμενος ότι γίνεται θύμα κλοπής αργά το βράδυ, εξήλθε ένοπλος εκ της οικείας του και άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό. Και στις δυο περιπτώσεις η τοπική κοινωνία έδειξε τη συμπαράσταση της στους δύο δράστες, ενώ επιχειρήθηκε να αντιστραφούν οι ρόλοι θύτη-θύματος με τους δύο δολοφόνους να εμφανίζονται από επιφανή μέλη των κοινοτήτων τους, ως άτυχα θύματα που η κακιά η ώρα, το δίκιο και η αγανάκτηση όπλισε όπλισε το χέρι τους. Αντίστοιχη ήταν και η μιντιακή διαχείρηση του θέματος με ένα πλήθος δημοσιογράφων, που κατά τα άλλα είναι εύγλωττοι κατήγοροι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, να θέτουν γενικότερο ζήτημα εγκληματικότητας των Ρομά, καλώντας ειδικούς σε πάνελ και εκπομπές ώστε να θέσουν και ένα επιστημονικό κύρος στο διάχυτο ρατσιστικό λόγο κατά των ρομά, να μιλήσουν για το πόσο κινδυνεύουν οι τοπικές κοινωνίες και οι φιλήσυχοι πολίτες από την δράση επίκίνδυνων κυκλωμάτων και πόσο ανύπαρκτη είναι η οργανωμένη πολιτεία και η αστυνομία με αποτέλεσμα οι καημένοι κάτοικοι να αναγκάζονται να παίρνουν τα όπλα για να προστατευτούν. Το ίδιο κλίμα επικράτησε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα πληκτρολόγια να παίρνουν φωτιά κατά των τσιγγάνων εγκληματιών που τρομοκρατούν τους τοπικούς πληθυσμούς και βασανίζουν την ελληνική κοινωνία με την απροθυμία τους να ενσωματωθούν, κάτι που είναι εξ΄ολοκλήρου δικη τους επιλογή. Το ίδιο μοτίβο βλέπουμε να επαναλαμβάνεται και με την επιθετικότητα σε εκείνες τις απόψεις που τολμούν να εκφράσουν ένα εύρος προοδευτικών προβληματισμών και ανησυχιών σχετικά με την επικινδυνότητα της κοινωνικής νομιμοποίησης τέτοιου τύπου βίας, προβληματισμοί και ανησυχίες οι οποίοι σημειωτέον προέρχονται από το ίδιο το ιδεολογικό background που τάσσεται κατά της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας, επειδή “στις οργανωμένες δημοκρατικές κοινωνίες η βία δε μπορεί να είναι λύση”. Η επιθετικότητα μάλιστα ενάντια στο εύρος αυτών των απόψεων που αποτελούν την ιδεολογική προμετωπίδα κατά του πολιτικού εξτρεμισμού, είναι τόσο έντονη, δυναμική και αφοριστική που καταλήγει να κατηγορεί ότι επιχείρηματα τέτοιου είδους είναι ξέπλυμα εγκληματικών συμπεριφορών με προοδευτική προβιά.

Αντίστοιχα στις πρόσφατες περιπτώσεις γυναικοκτονιών, που συγκλόνισαν υποτίθεται την κοινή γνώμη, παρατηρούνται δύο κατηγορίες debate: από τη μια σχόλια που επιτίθενται στα θύματα (η άπλυτη που ήθελε να παντρευτεί λάθρο, το ξεκολακι που πήγαινε γυρεύοντας για παρτούζες, η βουλγάρα γυναίκα-αράχνη που ήθελε να φάει τα λεφτά του τίμιου συνταξιούχου στρατιωτικού ) ενώ ταυτόχρονα εξαπολύεται μια πολεμική σε όσες φωνές προσπαθούν να συνδέσουν τα περιστατικά μεταξύ τους και να σπάσουν την αφήγηση περί ακραίων μεμονωμένων περιστατικών. Παράλληλα η δολοφονία του μετανάστη εργάτη γης από Έλληνα ακροδεξιό επειδή τόλμησε να διαφωνήσει δημόσια επί εθνικών θεμάτων σε επαρχιακό καφενείο, αντιμετώπιζεται ως ένα τυχαίο γεγονός μιας καθημερινής διένεξης επαρχιωτών, θάβεται σαν θέμα και δεν απασχολεί καν.

Όλες όμως αυτές οι περιπτώσεις αντανακλούν κάτι παραπάνω, κάτι βαθύτερο. Τα περιστατικά δολοφονικών αυτοδικιών στο όνομα της ιδιοκτησίας αυξάνονται ολοένα και περισσότερο. Αν σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προσθέσουμε την περίπτωση ηλικιωμένου στη Βόρειο Ελλάδα που πυροβόλησε εναντίον διαρρήκτη σκοτώνοντας τον, καθώς και έτερου ηλικιωμένου στη Μυτιλήνη που πυροβόλησε εναντίον παιδιών μεταναστών που επιχείρησαν να μπουν στην αυλή του, καθώς και το πως και αυτές οι περιπτώσεις εισήχθησαν στο δημόσιο διάλογο με κοινά μοτίβα με τις προηγούμενες, θα διαπιστώσουμε πως παρατηρείται ένας αυξανόμενος μικροαστικός ριζοσπαστισμός. Ολοένα και περισσότερα κοινωνικά κομμάτια φαίνονται διατεθειμένα να αυτοδικήσουν (ή να υποστηρίξουν την αυτοδικία) ενάντια στους μικρό-κακοποιούς και τους φτωχό-διαβόλους που απειλούν την μικρό-ιδιοκτησία τους, την ίδια στιγμή που δεν προβάλουν την παραμικρή αντίσταση στις τραπεζικές κατασχέσεις, τις μειώσεις ή και διακοπές προνοιακών επιδομάτων και μισθών, κάτι που αν μη τι άλλο δείχνει πόσο γειωμένη είναι η μικροαστική ιδεολογία περί προστασίας της ιδιοκτησίας εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος. Επομένως τα γεγονότα αυτά προφανώς και αντανακλούν μια δομική κοινωνική σχέση, μια διάχυτη κοινωνική ιδεολογία και την υπεράσπιση της και δε μπορούν ούτε να εκληφθούν ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως η ακραία έκφανση του μικροαστικού ριζοσπαστισμού και της επιταχυνόμενης συντηρητικοποίησης περισσότερων κοινωνικών κομματιών.

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις των προαναφερθέντων γυναικοκτονιών θα δούμε πως δεν είναι ξεκομμένες περιπτώσεις βίας αλλά αποτελούν επίσης την ακραία έκφανση μιας γενικευμένης κακοποιητικής συμπεριφοράς με χαρακτηριστικά έμφυλης βίας που υπάγονται στην επικράτηση διάχυτων νοοτροπιών (όπως η κουλτούρα του βιασμού) και στην κοινωνική υπερδομή της πατριαρχίας. Από την άλλη η δολοφονία του Αλβανού εργάτη από Έλληνα εθνικιστή για μια διαφωνία σε ένα εθνικό θέμα, αλλά κυρίως η ευκολία με την οποία αποσοβήθηκε το θέμα και δεν αναδείχτηκε ούτε καν από την τοπική κοινότητα, αποδεικνύει πόσο δομικά χτισμένος είναι ο ρατσισμός στην κοινωνία της υπαίθρου, όπου οι μετανάστες είναι καλοί μόνο για να δουλεύουν σαν σκλάβοι στα χωράφια των ντόπιων αλλά όχι για να αντιμιλούν δημοσίως επί εθνικών θεμάτων που δεν τους αφορούν, ειδικά σε μια συγκυρία που διακυβεύονται τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αν κάτι αναδεικνύουν τα παραπάνω παραδείγματα, αν είμαστε αρκετά γενναίοι στην ανάγνωση των συνθηκών και στην αποτίμηση του ποιες αφηγήσεις κυριαρχούν και ποια νοήματα κατορθώνουν να συναρθρωθούν με ηγεμονικούς όρους, θα δούμε πως στο εύρος του κοινωνικού τοποθετούνται οι πρακτικές που υπερασπίζονται την ιδιοκτησία, την πατριαρχική επιβολή και το πατριωτικό αίσθημα. Αντίθετα στο εύρος του αντικοινωνικού υπάγονται de facto όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έρχονται (συνειδητά ή όχι) σε ρήξη με τις κυρίαρχες και επιβεβλημένες κανονικότητες. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση έτσι και εδώ γίνεται σαφές πως το κοινωνικό είναι άμεσα συνυφασμένο με το κανονικό, ενώ το αντικοινωνικό με το περιθωριακό, την εξαίρεση, την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Και το είναι κανονικό και τι απόκλιση διαμορφώνεται βάση γενικότερων συσχετισμών που προκύπτουν από τον αδιάκοπο κοινωνικό ανταγωνισμό μέσα σε έτσι κι αλλιώς ετερόκλητα κοινωνικά περιβάλλοντα. Δεν προκύπτει από πουθενά λοιπόν μια de jur υπεράσπιση του κοινωνικού ως κάτι το θετικό ή ως κάτι γενικά το προοδευτικό. Είναι απλώς κάτι εύηχο στο αυτιά της πλειοψηφίας.

II) Ο λόγος της κυριαρχίας και ο κοινωνικός ανταγωνισμός

“Ο κοινωνικός πόλεμος προκαλώντας το αίσθημα της βίας μπορεί να εξαφανίσει τα πρόστυχα ένστικτα έναντι στα οποία η επίκληση της ηθικής θα ήταν ανίσχυρη”.
Geogres Sorel

O κοινωνικός ανταγωνισμός λοιπόν δεν είναι μονάχα η αναμέτρηση υλικών δυνάμεων, των κυρίαρχων από την μία και των ανατρεπτικών από την άλλη. Όπως αναλύθηκε και πιο πάνω είναι ένας ολόκληρος πόλεμος για την ηγεμονία των σημασιών και των νοημάτων. Εν αρχή ήν ο λόγος, και ο λόγος είναι αυτός που δίνει νόημα στα πάντα, που δίνει κίνητρα στους ανθρώπους, κίνητρα να μάχονται την κυριαρχία ή κίνητρα να την υπερασπίζονται. Ο λόγος δεν είναι κάτι άυλο που πλανάται στον αέρα αλλά μια πλήρως υλική δύναμη που σπρώχνει τους ανθρώπους να δέχονται στην πλάτη το μαστίγιο, να γίνονται τροφή στα κανόνια, να σκοτώνουν και να διαπράττουν φρικαλεότητες, να αποδέχονται τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής από την κυβέρνηση τους ή να λειτουργούν κρεματόρια μαζικού αφανισμού μειονοτήτων δίπλα από το σπίτι τους. Ο λόγος είναι δύναμη και όποιος τον ελέγχει, ελέγχει πληθυσμούς, ελέγχει την ίδια την ιστορία.

Ο λόγος λοιπόν της κυριαρχίας, έχει καταφέρει να συναρθρωθεί όχι μόνο σε ένα σύνολο νοημάτων που κυριαρχούν, αλλά να καταστεί και μια επικρατούσα ιδεολογία με γείωση στην κοινωνική πλειοψηφεία, κάτι που βρίσκει την υλική του αποτύπωση και στην ποιότητα των διαμορφωμένων κοινωνικών σχέσεων. Ακόμα περισσότερο καταφέρνει να φτιάξει και να διαδοσει το δικό του κυρίαρχο πολιτισμό, τη δικιά του κυρίαρχη κουλτούρα και κατά αυτόν τον τρόπο να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων και των συνηθειών τους, με τρόπο που να αποτελεί την έκφραση της πολιτιστικής παράδοσης του καιρού μας, αυτο που κωδικά ονομάζουμε Πνεύμα Εποχής. Για να μην αερολογούμε ακατάσχετα, ο καπιταλισμός της πρωτοκοσμικής δύσης έχει καταφέρει να κατακτήσει την πλειοψηφεία του κοινωνικού χώρου σε συντριπτικό επίπεδο. Οι διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις δεν ήταν ποτέ, μονάχα και αποκλειστικά, ως προς τη θέση των υποκειμένων στη διαδικασία της παραγωγής, αλλά ήταν και διαφορές κοινωνικές. Κάθε τάξη είχε το δικό της ξεχωριστό πολιτισμικό, πολιτιστικο και κοινωνικό υπόβαθρο, είχε κατά μία έννοια μια δική της πραγματικότητα, κάτι που η επικράτηση της Μαζικής κουλτούρας έχει ισοπεδώσει με αποτέλεσμα ο κοινωνικός χώρος να μοιάζει όλο και πιο ενιαίος, όλο και πιο κομφορμιστικός. Η δυνατότητα δε του καπιταλισμού να αφομειώνει διαρκώς νέες πολιτισμικές και πολιτιστικές προτάσεις που εμφανιζονται ως αντικομφορμιστικές στο κοινωνικό γίγνεσθαι, του δίνουν τη δυνατότητα να καταφερνει να ισχυροποιείται ακριβώς μέσα από “ρεύματα” που αμφισβητούν το “παλιό”.

Κάθε εμφάνιση λοιπόν ενός ριζοσπαστικού λόγου που θα αμφισβητεί δομικά πτυχές ή και το σύνολου του κόσμου γύρω μας, έρχεται σε ρήξη με το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό, επομένως είναι ένας λόγος de facto αντι-κοινωνικός, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Και ένα ριζοσπαστικό κίνημα που τολμά να έρχεται αξιακά σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αξίες, είναι de facto ένα αντί-κοινωνικό κίνημα.

Το αναρχικό κίνημα έρχεται σε ρήξη με τις αξίες του καπιταλιστικού-εξουσιαστικού συμπλέγματος. Αμφισβητεί μία μία όλες τις δομικές κοινωνικές σχέσεις, ιδεολογίες, πρότυπα, νοοτροπίες, και προβαίνει στην παραγωγή λόγου και δράσης που στον πυρήνα τους στέκονται απέναντι σε μία δύναμη που κυριαρχεί στο κοινωνικό πεδίο. Είναι αναπόφευκτο οι πρακτικές λοιπόν τις οποίες θα υιοθετεί να είναι apriori αντίθετες με την κοινωνική πλειοψηφεία.

Για παράδειγμα ας πάρουμε το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία είναι κυρίαρχη κοινωνική αξία, και ως τέτοια καταλαμβάνει τέραστιο κοινωνικό χώρο. Η κοινωνική πλειοψηφία όχι απλά την αποδεχεται και την εγκρίνει αλλά πολύ περισσότερο τη φετιχοποιεί. Ο κοινωνικός προγραμματισμός εγγράφει στις συνειδήσεις μας από την πιο τρυφερή ηλικία, διαμέσω των ανθρώπων που μας μεγαλώνουν και υποθετικά μας αγαπούν πιο πολύ από τον καθένα, ότι η ιδιοκτησία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Για αυτό πρέπει να μαθητέψουμε, να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε , για να μπορούμε να έχουμε ιδιοκτησία, διότι αυτό μετράει στην κοινωνία μας. Άρα κάθε πρακτική που αντιτίθεται στην αξία της ιδιοκτησίας θα είναι εξ’ ορισμού μια πρακτική αντι-κοινωνική. Οι καταλήψεις στέγης, οι απαλλοτροιώσεις προϊόντων από καταστήματα και σούπερ μάρκετ, οι ληστείες τραπεζών, είναι πρακτικές που στοχεύουν στον πυρήνα της ιδιοκτησίας. Επιπλέον καθότι παράνομες πράξεις επιτίθενται και στην αξία της νομιμότητας, μια αξία που επίσης καταλαμβάνει σημαντικό κοινωνικό χώρο. Είναι de facto αντι-κοινωνικές πρακτικές επομένως.

Κατ’ επέκταση οι ριζοσπαστικές πρακτικές και ο λόγος που τις συνοδεύει είναι εξίσου ρηξιακές με άλλες κοινωνικές αξίες. Για να το πούμε απλά, στον κοινωνικό χώρο κυριαρχούν η αποδοχή των δημοκρατικών αξιών, της αναγκαιότητας του κράτους και των οργανωμένων θεσμών του, η αξία της ιδιοκτησίας και του επιχειρείν, η πατριαρχική κουλτούρα, το πατριωτικο φρόνημα, ένας υποδόριος κοινωνικός ρατσισμός που σημειώνει εξάρσεις και υφέσεις, η λατρεία του χρήματος και της επιτυχημένης ζωής, ο καταναλωτισμός, το γκλάμουρ της μαζικής κουλτούρας. Ακόμα παρά το γεγονός ότι η ίδια η νομιμοφροσύνη είναι δυνατή αξία μέσα στο κοινωνικό πεδίο παρουσιάζεται η κραυγαλέα αντίφαση της μεγάλης διασποράς της διαφθοράς μέσα στην κοινωνική βάση. Την ίδια στιγμή δηλαδή που ένα σώμα νοικοκυραίων μπορεί να ωρίεται για τις καταλήψεις που αποτελούν εστιες ανομίας, την ίδια στιγμή θεωρουν πλήρως αποδεκτό το να υπάρχουν καταπατήσεις σε δασικές εκτάσεις, αυθαίρετα εξοχικά και ολόκληροι οικισμοί εκτός σχεδίου πόλης που κόβουν την πρόσβαση στη θάλασσα.

Όλα τα παραπάνω καταλαμβάνουν με πλειοψηφικούς όρους τον κοινωνικό χώρο και προσπαθούν να εξορίσουν εντελώς μάλιστα οτιδήποτε αντιστέκεται. Έτσι κάθε πολιτική πρόταση αντίθετη στις κυρίαρχες χαρακτηρίζεται απολίτικη, περιθωριακή, αντικοινωνική. Ο λόγος της κυριαρχίας προσπαθεί να χτυπήσει τον κόσμο που αγωνίζεται, για διαφορετικές από τις επιβεβλημένες αξίες, στην πιο ευαίσθητη χορδή του. Έτσι οι καταλήψεις στέγης είναι αντικοινωνικές ως εστίες ανομίας, οι απαλλοτροιώσεις και οι ληστείες αντικοινωνικές γιατί στρεφονται κατά εννόμων αγαθών, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, οι βανδαλισμοί και οι εμπρησμοί αντικοινωνικές πρακτικές γιατί διασαλεύουν την δημόσια τάξη, την κοινωνική ειρήνη και προσβάλλουν το κοινωνικό σύνολο, ενώ η ένοπλη βία είναι τρομοκρατία με αντικοινωνικό χαρακτήρα καθώς προσβάλει την καρδιά του πολιτεύματος, τη Δημοκρατία και τρομοκρατεί τον πληθυσμό.

Η διαρκής προπαγάνδα της κυριαρχίας απέναντι στο εύρος των ριζοσπαστικών πρακτικών έχει δύο στόχους: αφενός την συσπείρωση της κοινωνικής βάσης γύρω από τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες οι οποίες απειλούνται, και από την άλλη την ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων και συλλογικοτήτων που προσπαθούν να έχουν μέσω της πολιτικής τους δράσης μια κάποια κοινωνική διείσδυση.

Η αντι-κοινωνική τάση της Αναρχίας λοιπόν επιχείρησε να συγκρουστεί μετωπικά με αυτήν ακριβώς την κυρίαρχη προπαγάνδα που αποσκοπεί στην ψυχολογική καταστολή των αγωνιστών, μια καταστολή στην οποία διαφορετικές πλευρές του κινήματος απαντούν διαφορετικά. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει κόσμος που νιώθει ψυχολογικά την ανάγκη να πιστεύει ότι υπάρχουν άλλοι συσχετισμοί στο κοινωνικό πεδίο, επομένως βλέπει αντεστραμένες τις κοινωνικές ισορροπίες και πιστεύει αυθαίρετα ότι ο κόσμος επικροτεί τις πρακτικές του κινήματος όπως καταλήψεις, απαλλοτροιώσεις σούπερ μάρκετ, ή ακόμα και ένοπλες ενέργειες. Ενσωματώνει αυτήν την πεποίθεση στον πολιτικό λόγο και χαρακτηρίζει ελιτίστικες όσες άλλες φωνές προχωρούν σε μια άλλη ανάγνωση. Στο φαντασιακό αυτού του κόσμου οι καταπιεσμένοι καταλαβαίνουν ενδόμυχα ότι υπάρχουν κάποιες κακές αντικοινωνικές δυνάμεις που τους καταδυναστεύουν και χαίρονται όταν συμβαίνει κάποια ανατρεπτική ενέργεια. Από την άλλη υπάρχει κόσμος που βλέπει και διακρίνει τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές αλλά θεωρεί ότι για λόγους τακτικής και πολιτικής σκοπιμότητας η δική μας προπαγάνδα δεν θα πρέπει να το προβάλει, ούτε να μιλάει για αυτό, αντίθετα να εμφανίζουμε ότι οι δικές μας αξίες και πρακτικές, έχουν κοινωνικη νομιμοποίηση (έχουν τον κόσμο με το μέρος τους). Η λογική αυτή έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί ως προγανδιστικό εργαλείο μια συνάρτηση του δίκαιου του αγώνα με την κοινωνική νομιμοποίηση που αυτός έχει. Όσο μεγαλύτερη η νομιμοποίηση, όσο πιο μαζική η κοινωνική αποδοχή, τόσο πιο δίκαιος και επιβεβλημένος ένας αγώνας. Όσο λιγότερο κοινωνική νομιμοποίηση και αποδοχή έχει κάτι τόσο περισσότερο απομακρύνεται απο το εύρος του δίκαιου. Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό το σχήμα πάσχει. Πάσχει γιατί καταλήγει να ταυτίζει το μαζικό με το δίκαιο, και να θεωρεί πως οτιδήποτε καταφέρνει να αποσπάσει ευρεία κοινωνική αποδοχή δε μπορεί παρά να είναι κάτι καλό. Επειδή κάπως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο ο λαός, η κοινωνία ξέρουν πάντα ποιο είναι το δίκιο τους. Έτσι κακά πράγματα σαν τον φασισμό τον εθνικισμό κτλ δεν μπορούν ποτέ να αποκτήσουν απήχηση στις μάζες γιατί ακριβώς είναι άδικα και κακά. Η επίκληση βέβαια της κοινωνικής νομιμοποίησης για την απόδωση του ηθικού πλεονεκτήματος σε μια ιδεολογία ειναι ένα παιγνίδι που ξέρουν να το παίζουν, και το παίζουν, όλες οι πλευρές, με νικητή σε αυτό το παιγνίδι σαφέστατα την Κυριαρχία που φυσικά εχει συντριπτική κοινωνική νομιμοποίηση. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια άλλη αντιμετωπιση, η οποία αν και διακρίνει τις πραγματικές ισορροπίες και συσχετισμούς στο κοινωνικό περιβάλλον, θεωρεί ότι η πολιτική δράση και λόγος πρέπει να προσαρμόζονται στο τι μπορεί να γίνεται κοινωνικά αποδεκτό ανά συγκυρία, ακριβώς επειδή η κυριαρχία έχει κατορθώσει να αποσπάσει μαζική κοινωνική αποδοχή. Έτσι σωστή πολιτική δράση θεωρείται εκείνη που κατορθώνει να πετυχαίνει τη μέγιστη κοινωνική διείσδυση. Αυτή η τελευταία λογική καταλήγει να βαφτίζει κοινωνικό οτιδήποτε (σύμφωνα με τα δικα της αυθαίρετα κριτήρια) πετυχαίνει κοινωνική διείσδυση (η λεγόμενη κοινωνική απεύθυνση, και αντικοινωνικό (πάλι με τα δικά της αυθαίρετα κριτηρια) οτιδήποτε δεν πετυχαίνει κάτι τέτοιο.

Οι εκφραστές των παραπάνω λογικών δεν αποτελούν σαφώς κάποιο ενιαίο μέτωπο, ίσα ίσα που παραμένουν πολυδιασπασμένοι, πολύ συχνά σημειώνονται κόντρες και μεταξύ τους για το τι έχει ή τι δεν έχει κοινωνική νομιμοποίηση, τι είναι και τι δεν είναι εξωστρεφές, τι κερδίζει και τι δεν κερδίζει κόσμο. Κάποτε θεωρούταν ότι συνολικά οι ενέργειες άμεσης δράσης, οι συγκρούσεις με την αστυνομια στις διαδηλώσεις, οι νυχτερινοί εμπρησμοί τραπεζών, τα εξαρχειακά “μπάχαλα” και τα καγκελάκια , δεν έχουν κοινωνική νομιμοποίηση, δεν γίνονται κατανοητά και αποδεκτά από την κοινωνική βάση, και επομένως έχουν αντικοινωνικό χαρακτήρα και ο κόσμος του αγώνα θα έπρεπε να κρατά απόσταση και να αποφεύγει τέτοιες πρακτικές. Μια απο τις σημαντικότερες διαφωνίες γύρω από τον ένοπλο αγώνα αφορά το ίδιο debate, δηλαδή αν καταφερνουν τα αντάρτικα χτυπήματα να έχουν μια ευρεία κοινωνική απεύθυνση η αν λόγω της βιαιότητας που επιστρατεύουν “στρέφουν τον κόσμο εναντίον μας” . Παρόμοιες κριτικές έχουν φτάσει στο παρελθόν να ακούγονται βάση του ίδιου σκεπτικού ακόμα και για καταλήψεις στέγης. Το σκεπτικό αυτής της κριτικής εμφανίζει τις καταλήψεις ως πρακτικές μη κατανοητές απο το κοινωνικό σώμα, οι οποίες μας εγκλωβίζουν σε έναν αυτοαναφορικό φαύλο κύκλο: υπεράσπιση καταληψεων, κρατική καταστολή, συλληφθέντες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες καταληψίες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες αλληλέγγυους κτλ. Ένας δήθεν αυτοαναφορικός φαύλος κύκλος δράσεων που υποτίθεται είναι απομακρυσμένος από το κοινωνικό και αφορά εμάς κι εμάς.

Η αντικοινωνική τάση λοιπόν επιχείρησε να απομακρυνθεί από αυτές τις λογικές. Επιχειρησε να αποσυνδέσει την ριζοσπαστική πολιτική δράση και λόγο από την εγκλωβιστική συνάρτηση που τη θέλει να προσαρμόζεται στην κοινωνική συμπάθεια που μπορεί να προκαλέσει. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το σκεπτικό ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι μια μάχη για να κερδίσουν έδαφος μέσα στο κοινωνικό πεδίο οι δικές μας αξίες, τα δικά μας προτάγματα και προτάσεις, ο δικός μας πολιτισμός και κουλτούρα, η δική μας πρόταση για την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτή η μάχη δε μπορεί να διεξαχθεί με όρους ευγενείας, με όρους λαϊκισμού και οπισθοχώρησης από δράσεις και προτάγματα που θεωρούνται “υπερ-ριζοσπαστικά”, αλλά ακριβώς μέσα από την μετωπική σύγκρουση με κάθε κυρίαρχη αξία, με τη νομιμοφροσύνη, την ηθική της εργασίας, τον πατριωτισμό, την πατριαρχική κουλτούρα. Αλλά ακόμα περισσότερο μια μάχη με γενικευμένες κοινωνικές συμπεριφορές με μεγάλη ηθική απαξία, όπως ο διάχυτος κοινωνικός κανιβαλισμός, η κοινωνική αδιαφορία και απάθεια, η μαζική αποδοχή της πολιτισμικής και πολιτιστικης σαπίλας που κυοφορεί ο σύγχρονος πολιτισμός.

Αυτού του τύπου η πρόσληψη του κοινωνικού ανταγωνισμού δεν εγκλωβίζεται σε λογικές του “να πάρουμε τον κόσμο με το μέρος μας”. Η ριζοσπαστική πολιτική δράση δεν κάνει χατήρια ούτε ζητά χάρες. Αυτός είναι ο τρόπος άσκησης της αστικής πολιτικής, που καλλιεργεί πελατειακές σχέσεις και οδηγεί στην ενσωμάτωση. Εξάλου το να μιλάς διαρκώς στο όνομα του Λαού και της Κοινωνίας και να νομίζεις ότι αυτά που κάνεις μιλούν στη λαϊκή ψυχή ή στην καρδιά της κοινωνίας, δεν καθιστά τη δράση σου πιο πετυχημένη από άποψη κοινωνικής διείσδυσης. Μπορείς κάλιστα να παραμένεις μια ατομικότητα ή συλλογικότητα ή οργάνωση με την ψευδαίσθηση ότι έχει συντριπτική κοινωνική απεύθυνση τη στιγμή που η γενικότερη κοινωνική σου αλληλεπιδραση μπορεί να είναι σχεδόν μηδενική, και η δράση σου να θεωρείται εξίσου εχθρική (ή γραφική στην καλύτερη) με τη δράση εκείνων που αυτοαποκαλουνται αντικοινωνικοί, και οι μεταξύ σας διαφωνίες και εσωτερικές ίντριγκες και διαμάχες να είναι σημαντικές μόνο για σας, στα πλαίσια του χωρικού σας μικρόκοσμου.

Επιπλέον το σκεπτικό της αντικοινωνικής τάσης εμπεριείχε στον πυρήνα του και μια αντιμετώπιση της ψυχολογικής καταστολής που επιχειρεί η κυρίαρχη προπαγάνδα εναντια σε οτιδήποτε ριζοσπαστικό λαμβάνει χώρα. Γιατί να αισθανόμαστε ενοχές αν οι καταλήψεις μας είναι ενάντια στο κοινό αίσθημα λόγω γενικής αποδοχής της ιδιοκτησίας; Για ποιο λόγο να ντρεπόμαστε; Γιατί να θεωρούμε ότι πρέπει εμείς να ειμαστε σε αμυντική, απολογητική θέση όταν η πολιτική βία οποιασδήποτε έντασης υψώνει το ανάστημα της μπροστά στη νομιμοφροσύνη; Γιατί συνεχώς να σκεφτόμαστε σε κάθε βήμα που έχουμε να κάνουμε αν η “πλατεία του θεάτρου” χειροκροτά ή όχι; Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι τρομερά εγκλωβιστικός, δεσμεύει την πολιτική δράση σε αλυσίδες που την κάνουν να σέρνεται ενώ της στραγγαλίζουν κάθε στοιχείο της ζωτικής δύναμης, αποτρέπει δυναμικές ενέργειες που θα κορυφώσουν την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και ανοίγει την πόρτα στην αποριζοσπαστικοποίηση των προταγμάτων μας, την εγκατάλειψη πολιτικών ατζεντών που συγκρουόνται με ισχυρές κοινωνικές αξίες, την ολοκληρωτική παράδοση στο λαϊκισμό ως επίσημη πολιτική στρατηγική, τη σύναψη μετώπων ακόμα και με δυνάμεις και παρατάξεις που έχουν υψώσει προ πολλού το λάβαρο της πολιτικής ενσωματωσης και εν τέλει την ίδια την απομάκρυνση από τις αναρχικές αξίες και τη υιοθέτηση δήθεν πιο ώριμων και πολιτικά ρεαλιστικών προτάσεων που “έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία”.

Αντίθετα η αντικοινωνική οπτική αποδεσμεύει την αναρχική δράση από αυτές τις αλυσίδες. Απεμπολεί το ενοχικό και απολογητικό πνεύμα (αυτό που πολλές φορές εκφράζεται σε πορείες, συγκεντρώσεις με την ατάκα “μα εμείς για σας αγωνιζόμαστε”) , αποδέχεται ότι οι πολιτικές δυνάμεις της αναρχίας αποτελούν μια μικρή, μειοψηφική, δυναμικη εντός της κοινωνίας που αντιμάχεται όλα όσα αποτελούν τη συγκρότηση της ίδιας της κοινωνίας, επομένως είναι δυνάμεις αντικοινωνικές που καθόλου δεν πρέπει να ντρέπονται , να αισθάνονται τύψεις και να απολογούνται διαρκώς για αυτό. Εμπεριέχει τη λογική ότι στον κοινωνικό ανταγωνισμό δεν παρακαλάμε ούτε εκλιπαρούμε για να μας χαριστεί κοινωνικό έδαφος , αλλά το καταλαμβάνουμε βίαια εισβάλοντας ορμητικά στον κοινωνικό χώρο με τις αξίες και τα προτάγματα μας διακριτά και ξεκάθαρα. Αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα διασάλευσης της κοινωνικής κανονικότητας σε κάθε πεδίο, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, οπουδήποτε μπορεί να είναι εφικτό. Εξάλου κάθε στρατηγική κινητοποίηση που ενοχλεί το σύστημα αυτό ακριβώς δεν κάνει; Οι απεργίες στα ΜΜΜ, στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στη ΔΕΗ, στον τομέα της καθαριότητας, τα μπλόκα στις εθνικές οδούς από τρακτερ, οι καταλήψεις σχολείων και σχολών ακριβώς σε αυτή τη λογική δεν πατάνε; Στην υιοθέτηση μέσων κοινωνικής παρεμπόδισης που μπλοκάρουν την κανονική λειτουργία της κοινωνικής ζωής, σαμποτάρουν την εύρυθμη κανονικότητα, ταλαιπωρούν τα υπόλοιπα κοινωνικά σύνολα με αποτελέσμα τις συχνές εκδηλώσεις κοινωνικού αυτοματισμού που στρεφονται εναντίον τους; Και μήπως δεν χαρακτηρίζονται από το πολιτικό σύστημα και τα μιντια ως αντικοινωνικές πρακτικές;

Βεβαίως μιλάμε για κοινωνικούς αγώνες, η για κοινωνικά κινήματα, με την έννοια όμως ότι είναι αγώνες και κινήματα εντός της κοινωνίας και όχι αγώνες και κινήματα της κοινωνίας. Οι αγώνες και τα κινήματα μπορεί να είναι κοινωνικά ως κομμάτια του κοινωνικού πολέμου και ανταγωνισμού, αλλα μπορει ταυτόχρονα να έχουν αντι-κοινωνικό χαρακτήρα από τη στιγμή που συγκροτούνται σε μια βάση εχθρική προς την κυρίαρχη ιδεολογία και ηθική, αλλά και τις σχέσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες που επικρατούν στον κοινωνικό χώρο. Ακόμα και η έννοια της κοινωνικής επανάστασης δεν αναφέρεται στην επανάσταση που θα κάνει η κοινωνία αλλά στον κοινωνικό μετασχηματισμό που θα επέλθει όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες μέσα σε ένα περιβάλλον, όταν δηλαδή δυνάμεις που μέχρι πρότινος ήταν περιθωριακές και αντικοινωνικές, κατόρθωσουν μέσω του κοινωνικού ανταγωνισμού να επικρατήσουν και να αλλάξουν τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Το ότι το αντι-κοινωνικό πρέπει οπωσδήποτε να έχει αρνητικό πρόσημο δεν προκύπτει από κάποια αντικειμενικότητα. Όταν μιλάμε για αντι-κουλτούρα είναι κατανοητό ότι δεν μιλάμε ενάντια σε κάθε είδους κουλτούρας, δεν προτάσουμε την καταστροφή των τεχνών και των γραμμάτων , ούτε υποστηρίζουμε κάποια σταυροφορία ενάντια σε κάθε καλιτεχνική έκφραση, αλλά ότι υιοθετούμε μια εναλακτική υποκουλτούρα ενάντια στην κυριάρχη. Όταν πάλι μιλάμε για αντι-δομές αναφερόμαστε σε δομές που αντιπροσωπεύουν αντιθετικές αξίες και προτάγματα από αυτά των κυρίαρχων κοινωνικών δομών. Μόνο όταν έρχεται η κουβέντα στο αντικοινωνικό υπάρχει τόση πρεμούρα να καταδειχτεί σώνει και ντε ως κάτι το αρνητικό.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι ενώ μετά από μια δεκαετία αντιπαραθεσεων έχει γίνει σαφέστατο από το ποια θέση μιλάει και εκφράζεται η αντικοινωνική τάση, (ή τουλάχιστον κάποια κομμάτια της) εξακολουθεί να καλιεργείται μια σκόπιμη σύγχηση γύρω από αυτήν ταυτόχρονα με μια διαρκή πρόθεση πόλωσης γενικά ενάντια σε “αντικοινωνικές πρακτικές” που μπορεί ανά πάσα στιγμή να είναι οτιδήποτε. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλαίσιο λόγου που διεκδικεί να καταστεί ηγεμονικό, που χρησιμοποιεί αυτή τη συγκεκριμένη πλαισίωση σε κάθε τι που θεωρεί πρόβλημα. Έτσι φέρμες, ντίλια, εξαρχειακά επεισόδια, επιθέσεις σε ΜΜΜ, βιασμοί, καταλήψεις, τσαμπουκάδες παρεών, και γενικά πράγματα εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ενταχθούν σε εκστρατείες εμφορούμενες από ιστορικές αποστολές και ταξικά καθήκοντα, ανάλογα τη χρονική συγκυρία και τους κινηματικούς συσχετισμούς. Εξάλου δεν είναι δυνατόν να ξεχαστεί ότι για ορισμένες πλευρές του κινήματος η σταυροφορία ενάντια στον “αντικοινωνικό -εσμο”, μια σταυροφορία που κυρήχθηκε με τους πιο κανιβαλικούς και πολικάντικους όρους, εργαλειοποιόντας τους νεκρούς της Μαρφιν το 2010, παραμένει ακόμα μια ανοιχτή υπόθεση.

Η εντρύφηση επομένως στην ουσία της διάκρισης αυτής, και η διαρκής επιμονή στην αποδόμηση της, επικρατούσας μέσα στο κίνημα, εννοιολόγησης του αντιθετικού ζεύγους κοινωνικού- αντικοινωνικού, προκύπτει ότι δεν είναι απλά μια εμμονή ακαδημαϊκού τύπου, ή ένα θεωρητικό κόλλημα. Αντίθετα είναι ένας τρόπος να επεξεργαζόμαστε διαρκώς τους συσχετισμούς γύρω μας, πως διαμορφώνονται, πως εμείς υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε με αυτούς, και κυρίως αν τολμούμε να ερχόμαστε σε σύγκρουση μαζί τους ή αν ενδίδουμε στην ευκολία του λαϊκισμού και της άκρατης λαϊκολογίας. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της κυριαρχίας, το πως αυτοί συναρθρώνονται σε αφηγήσεις με τις δικές τους κυρίαρχες σημασίες και νόηματα, τα οποία με τη σειρά τους συναρθρώνονται σε ρητορικές και προπαγανδιστικά σχήματα τα οποία στοχεύουν στην ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων, τον εξαναγκασμό τους σε μια διαρκή αυτολογοκρισία, σε μια διαρκης αποριζοσπαστικοποίηση (η οποία βαφτίζεται μάχη ενάντια στον ελιτισμό), και σε μια οπισθοχώρηση από εξωστρεφείς δράσεις που τολμούν να συγκρουστούν με τη μαζική κουλτούρα και το Πνεύμα της Εποχής μας, επιλογή αν μη τι άλλο τολμηρή και σίγουρα αντι-κοινωνική.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ(2)

Το Μακεδονικό και η αθλιότητα της αριστεράς

i) Το κίνημα του νέο-σκοταδισμού και οι συνιστώσες του

Τον τελευταίο ένα χρόνο, η ανακίνηση του Μακεδονικού ζητήματος έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό αντιπολιτευτικό ρεύμα εθνικιστικής υφής ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτόν τον ένα χρόνο έχει αναπτυχθεί ένα μεγάλο κοινωνικό κίνημα κατά της συμφωνίας για τη λύση του ονοματολογικού της γείτονος ,που πήρε μάλιστα και αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Η σύσταση του κινήματος αυτού είναι θολή από τη πρώτη στιγμή της συγκρότησης του, αντιπροσωπεύοντας μια ευρεία και πολύμορφη πολιτική και κοινωνική γεωγραφία.
Από τη μια έχουμε την αξιωματική αντιπολίτευση να κινητοποιεί την ευρύτερη κομματική της βάση, με τη συνδρομή πολλών ΜΜΕ, φίλα προσκείμενων σε αυτήν, η οποία αξιωματική αντιπολίτευση φυσικά έχει αρκετούς λόγους να εντάξει κάτι τέτοιο στην ατζέντα της, με προεξάρχοντα την πρόκληση κοινωνικής αναταραχής ενάντια στην κυβέρνηση. Από την άποψη αυτή εκμεταλλεύεται ,και, εργαλειακά το ζήτημα του Μακεδονικού, ενώ πολύ πιθανόν αν ήταν στην κυβέρνηση να υποχρεούταν λόγω συνθηκών να εφαρμόσει το ίδιο δείγμα πολιτικής που εφαρμόζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην ίδια κατεύθυνση κινητοποιούνται και πολλές διαφορετικές φωνές του νέο- φιλελεύθερου πολιτικού και μιντιακού μπλοκ, που επίσης έχουν περισσότερους από έναν λόγο να θέλουν μια κυβερνητική αποσταθεροποίηση. Έχουμε παράλληλα τους μηχανισμούς της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, και των διάφορων μηχανισμών, οργανώσεων, παρά-οργανώσεων αλλά και επίσημων εκπροσώπων της, να κινητοποιούν τη κοινωνική βάση των πιστών, εκπροσώπους απόστρατων αξιωματικών στρατού ξηράς, ναυτικού ή αεροπορίας και συλλόγους φίλων στρατού και ενόπλων δυνάμεως να απευθύνονται στο δικό τους στρατόκαυλο κοινό, τις κάθε είδους εθνικιστικές διακλαδώσεις (από τη σοβαρή πλέον, αλλά ακόμα μάχιμη κοινοβουλευτική Χρυσή Αυγή, μέχρι τις πιο ριζοσπαστικές και εξτρεμιστικές ακροδεξιές οργανώσεις και γκρουπούσκουλα), μια ευρύτερη κοινωνική βάση ψεκασμένων που αποτελούν το κοινό κόμματων και οργανώσεων όπως οι ΑΝΕΛ το ΛΑΟΣ και η Ελλήνων Συνέλευσις του Αρτέμη Σώρρα, ένα πληθυσμιακό κράμα πατριδόπληκτων που ζουν ακόμα στο κλίμα του 2004 και των ξέφρενων κιτς πανηγυρισμών για τη νίκη της Εθνικής Ελλάδος (που περιλαμβάνουν αρχαιοελληνικές στολές, περικεφαλαίες, μακιγιάζ στο χρώμα της εθνικής σημαίας και διάφορες άλλες ηλιθιότητες) αλλά και κόμματα της πατριωτικής έξω-κοινοβουλευτικής αριστεράς όπως η Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη και η Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Να σημειωθεί επίσης πως το στίγμα τους υπέρ των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας για το Μακεδονικό δίνουν στο δημόσιο διάλογο και επιφανείς καλλιτεχνικές περσόνες κοινής αποδοχής είτε με ομιλίες τους, όπως στην περίπτωση του αριστερού Μίκη Θεοδωράκη, είτε με παρεμβάσεις τους υπέρ της συλλογής υπογραφών για διενέργεια δημοψηφίσματος με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως στην περίπτωση της γνωστής ερμηνεύτριας-στιχουργού Αφροδίτης Μάνου που ανακοίνωσε ότι έχουν υπογράψει γνωστά ονόματα όπως ο μουσικοσυνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, οι τραγουδιστές Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιάννης Κότσιρας, Μανώλης Μητσιάς, ο ηθοποιός Θοδωρής Αθερίδης, ο σεναριογράφος και ηθοποιός Μιχάλης Ρέππας, η δημοσιογράφος, Σεμίνα Διγενή και άλλοι. Σε δηλώσεις επίσης κατά της Συμφωνίας έχουν προχωρήσει και γνωστοί επιχειρηματίες-παράγοντες του κόσμου του ποδοσφαίρου, όπως ο Μαρινάκης ενώ σε πολλές περιπτώσεις, ομάδες οπαδών έχουν διακριτά συμμετάσχει σε διαμαρτυρίες, έχουν αναρτήσει πανό σε αγώνες ή έχουν εκδώσει ανακοινώσεις για το θέμα.
Έχει ενδιαφέρον να δούμε επίσης το πώς διαμορφώνεται αυτό το κίνημα σε επίπεδο πρακτικών μέσα σε αυτόν τον ένα χρόνο. Από τη μία έχουμε τις μαζικές συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια σε πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, οι οποίες σημειώνουν σταδιακή ύφεση με αποκορύφωμα την ημέρα ψήφισης του επίμαχου νομοσχεδίου, όπου οι διαδηλωτές ήταν αναμφισβήτητα ελάχιστοι. Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει ότι οι μαζικές κινητοποιήσεις αυτές ,στο πικ τους ακούμπησαν το όριο του μισού εκατομμυρίου το Ιανουάριο του 2018 στη Θεσσαλονίκη (σε αντιδιαστολή με τις αντισυγκεντρώσεις, οι οποίες στο πικ τους συγκέντρωσαν μόλις 2.000 με 2.5000 άτομα στα Προπύλαια το Φλεβάρη του 2018). Διακρίνεται επίσης μια αυξανόμενη συγκρουσιακή διάθεση των διαδηλωτών, η οποία από τη μία υποκινείται από τις ακροδεξιές συνιστώσες του κινήματος αυτού, από την άλλη όμως δεν γίνεται και να μην παρατηρήσουμε πως στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 20/01/2019, οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν αρκετά μαζικές και δυναμικές. Επιπλέον, μέσα σε αυτόν τον ένα χρόνο, έχουμε δει να εξελίσσονται στο περιθώριο των συγκεντρώσεων καταδρομικές επιθέσεις εναντίον ελευθεριακών και αυτό-οργανωμένων χώρων του ευρύτερου αντί- εξουσιαστικού και ανταγωνιστικού κινήματος (άλλες πιο πετυχημένες και άλλες όχι) ,μεμονωμένες επιθέσεις κατά μεταναστών ή προσβολές εβραϊκών μνημείων αλλά και μια αναβίωση πρακτικών διαμαρτυρίας, που είχαμε ξαναδεί στα χρόνια των μετωπικών αντί-μνημονιακών αγώνων, που περιλαμβάνουν στοχοποιήσεις βουλευτών στις περιφέρειες τους και απόπειρες σαμποτάζ ομιλιών πολιτικών σε εκδηλώσεις, ενώ εσχάτως παρακολουθήσαμε και το φαινόμενο των μαθητικών καταλήψεων με αφορμή το μακεδονικό.
Θα πει κανείς όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις αυτού του έτους ήταν πολύ πιο αναιμικές σε σχέση με αυτές του ΄92, οι φασίστες πολλά από τα σκηνικά τα έκαναν με την ανοχή ή την κάλυψη των μπάτσων, οι εθνικιστικές καταλήψεις δεν εξαπλώθηκαν σε όλα τα σχολεία ενώ σε αντίθεση με το παρελθόν πλέον ο αντιφασιστικός λόγος εκφράστηκε πολύ πιο εξωστρεφώς, πολύ πιο δυναμικά και πολύ πιο συγκροτημένα. Αρκεί αυτό για να εφησυχαστούμε;
Είναι γεγονός ότι το κίνημα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών , βρίσκεται επί του παρόντος ,σε μια κατακόρυφη από-μαζικοποίηση καθώς η αδυναμία του να μπλοκάρει τη Συμφωνία επέφερε απογοήτευση προφανώς σε μεγάλο κομμάτι της βάσης του. Την ίδια απογοήτευση που προκλήθηκε και από την αδυναμία του αντί- μνημονιακού μετώπου να μπλοκάρει την ψήφιση των μνημονιακών νομοσχεδίων. Ωστόσο, όπως και στην τελευταία περίπτωση υπήρχαν ευρύτερες ριζοσπαστικοποιήσεις ατόμων που ζυμώθηκαν στα γεγονότα και απογοητεύτηκαν από την κατάληξη τους, έτσι υπάρχουν, κι ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία επ’αυτού, και τώρα. Πέραν αυτού έχει τεράστια σημασία ότι ενώ διανύουμε μια εποχή, όπου γενικά τα κοινωνικά κινήματα είναι αποδυναμωμένα και μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έχουν να εκδηλωθούν από το 2012, ξαφνικά η πολιτική ατμόσφαιρα και ο δημόσιος λόγος φορτίζονται για τόσο καιρό, και με τέτοια ένταση ,πάνω σε μια ατζέντα τέτοιου προσανατολισμού, που οπωσδήποτε κάτι θα μείνει πίσω. Κι αυτό το κάτι στην περίπτωση αυτή θα έχει το στίγμα του εθνικισμού.
Από την πλευρά της η Κυβέρνηση έχει να επιχαίρει ότι λύνει ένα χρόνιο πρόβλημα μεταξύ των δύο χωρών με τρόπο που να μην υπερβαίνει τη λεγόμενη εθνική γραμμή, προωθώντας ένα αφήγημα περί ειρηνικής συνεργασίας και συναδέλφωσης των δύο λαών, ενώ η αντιπολίτευση την κατηγορεί ότι παραβίασε την εθνική γραμμή διαπραγματεύσεων πάνω στο ζήτημα παραχωρώντας πράγματα που δεν έπρεπε, όπως η γλώσσα και η ιθαγένεια, και σύσσωμος ο λαϊκοδεξιός, ακροδεξιός, χριστιανορθόδοξος και πατριωτικός χώρος, κραυγάζουν πως ξεπουλήθηκε η Μακεδονία μας.
Παράλληλα κομμάτια της αριστεράς εμμένουν να αναγνωρίζουν τη Συμφωνία αυτή, αποκλειστικά ως ένα νταραβέρι της Κυβέρνησης με το ΝΑΤΟ προκειμένου να προσδεθεί η χώρα πιο στενά στο άρμα του ευρω-ατλαντικού ιμπεριαλισμού με την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό και την περαιτέρω περικύκλωση της Ρωσίας στα Βαλκάνια (για να είμαστε δίκαιοι βέβαια κάποιες αριστερές συνιστώσες τολμούν να ψελλίζουν δειλά δειλά τον τελευταίο καιρό κριτικές θέσεις περί ενίσχυσης της Ελληνικής θέσης στο Βαλκανικό χώρο).
Αξίζει ωστόσο να ξεχωρίσουμε τις δηλώσεις εκείνες του ΚΚΕ και διαφόρων στελεχών του, το οποίο προχώρησε κιόλας σε κινητοποιήσεις κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών (με το δικό του πλαίσιο πάντα βέβαια και φροντίζοντας να παραμείνει μακριά από τις μαζικές κεντρικές συγκεντρώσεις), οι οποίες προστέθηκαν στο σύνολο εκείνων των δηλώσεων, των προερχόμενων από τα αριστερά,οι οποίες μιλούν για “σκοπιανό” αλυτρωτισμό, και για πλαστή δημιουργία μειονοτικού μακεδονικού ζητήματος από τις δυνάμεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. (Βλ. https://www.iefimerida.gr/news/473967/kke-skarfalose-stin-akropoli-ta-terastia-pano-kata-tis-symfonias-ton-prespon-eikona )

 

Η στάση του ΚΚΕ, και αρκετών άλλων κομματιών της αριστεράς, και δη της λεγόμενης αντί- ιμπεριαλιστικής αριστεράς, παίζει το δικό της ρόλο στη γενικευμένη διάδοση του εθνικιστικού παροξυσμού των ημερών μας όπως θα δούμε και παρακάτω. Για να κατανοήσουμε όμως καλύτερα το μέγεθος της ηθικής και πολιτικής κατάπτωσης της επίσημης κομμουνιστικής και αντί- ιμπεριαλιστικής αριστεράς είναι σημαντική πρώτα μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή.

ii) Η Μακεδονία είναι μία;;;

Πλέον είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί η έντονη παρουσία του σλαβικού στοιχείου στο γεωγραφικό χώρο, που διαδοχικά η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή και η Οθωμανική αυτοκρατορία, αναγνώριζαν διοικητικά ως επαρχία της Μακεδονίας, ήδη από τον 6ο αιώνα Μ.Χ. (κι αυτό γιατί προκύπτουν όλο και περισσότερα στοιχεία που το πιστοποιούν). Για οποιονδήποτε πληθυσμό με τόσο βαθιές ρίζες σε μια περιοχή, ρίζες που μετρούν κοντά 1.500 χρόνια, δε μπορεί παρά να θεωρείται αυτονόητο το δικαίωμα του στον αυτοπροσδιορισμό τους βάση γεωγραφίας. Οι συγκεκριμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας λοιπόν, είναι Μακεδόνες, όχι επειδή έλκουν την οποιαδήποτε καταγωγή τους από την αρχαία μακεδονική φυλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (αυτά είναι πράγματι εθνικιστικές μπούρδες), αλλά ακριβώς επειδή για σχεδόν δυο χιλιετίες, γενιές επί γενιών τους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και πέθαναν σε μακεδονικό έδαφός. Επειδή η Μακεδονία πλέον έχει καταστεί και γη των δικών τους πατέρων, άρα σύμφωνα και με αυτήν την πιο εκλαϊκευμένη ερμηνεία, και δική τους πατρίδα.

Το όποιο πρόβλημα λοιπόν σε σχέση με αυτόν τον πληθυσμό, που defacto έχει κατεκτημένη την μακεδονική εντοπιότητα, ξεκινάει από πολύ νωρίς και δεν είναι στην πραγματικότητα το πώς θα αυτό-προσδιορίζεται, αλλά το που θα ανήκει. Κι αυτό γιατί είχε την ατυχία να ριζώσει σε ένα γεωγραφικό μήκος και πλάτος των Βαλκανίων που έμελε να αποτελέσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, μήλον της έριδος για τρία νεοσύστατα εθνικά κράτη, τα οποία δεν είναι άλλα από το Ελληνικό, το Σερβικό και το Βουλγαρικό. Καθένα από τα τρία αυτά νεογνά κράτη επιθυμούσαν το μεγαλύτερο κομμάτι της μακεδονικής πίτας, όσο αυτή ακόμα ήταν Οθωμανική επαρχία, και όπως είναι γνωστό εκείνη την εποχή οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν κάπως πρόθυμες να αναγνωρίσουν νέα εθνικά κράτη, αρκεί φυσικά αυτά να μετατρέπονταν σε προτεκτοράτα τους, και να μπορούσαν βεβαίως να φέρουν αξιόπιστους ισχυρισμούς σχετικά με την εθνική καταγωγή του πληθυσμού στο εσωτερικό τους. Δεν είναι τυχαίο που από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζουν να κυκλοφορούν διαφορετικές απογραφές που ανάλογα την προέλευση τους παρουσιάζουν διαφορετικά δημογραφικά αποτελέσματα: οι ελληνικές δείχνουν πλειοψηφία ελληνόφωνων ορθοδόξων, οι σερβικές πλειοψηφία σλαβόφωνων ορθοδόξων, και η Βουλγαρία πλειοψηφία βουλγαρόφωνων ορθοδόξων ακολούθων της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Μαζί με τα δημογραφικά μαγειρέματα που αποσκοπούσαν στο να παρουσιάζει καθένα από τα τρία αυτά κράτη μια δική του πλειοψηφική μειονότητα εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πήγαινε και η αντίστοιχη προπαγάνδα και προσηλυτισμός των κατοίκων της περιοχής, σε ένα ανταγωνισμό για την επικράτηση κάποιας εθνικής συνείδησης εκ των τριών, έναντι των άλλων. Ταυτόχρονα με την διεκδίκηση της περιοχής επομένως έχουμε και την διεκδίκηση των πληθυσμών που διαμένουν σε αυτήν, οι οποίοι είναι εξαιρετικά αναμεμειγμένοι μεταξύ τους.
Αυτό που στην ουσία έχουμε δηλαδή, είναι μια καταφανής άρνηση των τριών αυτών κρατώ, ακόμα και να εξετάσουν σε μια υποθετική βάση, την πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου αυτόνομου κράτους στην περιοχή της Μακεδονίας ,που θα τα αποκόψει από τα εδάφη που θεωρούν προνομιακά δικά τους. Στα χρόνια του λεγόμενου Μακεδονικού αγώνα και των Βαλκανικών πολέμων ο ανταγωνισμός Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας επί της Μακεδονίας περιλαμβάνει ακραία φαινόμενα βίας, τρομοκρατίας και εθνοκαθάρσεων εις βάρος του σλαβομακεδονικού στοιχείου, προκειμένου είτε να αναγνωρίσει κάποια από τις τρείς αυτές δυνάμεις ως μητρική πατρίδα, είτε απλά να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη τους , είτε τέλος να «εξαφανιστούν» με κάποιο τρόπο από το χάρτη, σταματώντας να αποτελούν πρόβλημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εξέγερση των πληθυσμών αυτών που είχε προηγηθεί το 1903, με σκοπό την διεκδίκηση της αυτονομίας τους από την Οθωμανική αυτοκρατορία, έτυχε σκληρής και αιματηρής καταστολής με την αρωγή των παραπάνω κρατών, και ιδιαίτερα του ελληνικού, στις Οθωμανικές αρχές. Το ότι το κίνημα του Ίλιντεν υπήρξε αυτονομιστικό και επιχείρησε να κινηθεί μακριά από σχέσεις επιρροής με οποιοδήποτε από τα τρία γειτονικά κράτη το επιβεβαιώνουν πρώτα από όλα οι διακηρύξεις των Τσεντραλιστών που υπήρξαν δυναμική πρωτοπορία στην εξέγερση: “Αφού πρώτον ο λαός διαφωτισθή περί της καταστάσεώς του, πρέπει να διδαχθή ότι, εν η περιπτώσει αλλάξη αύτη θα αντικατασταθή υπό νέου καθεστώτος παρέχοντος τελείας εγγυήσεις ασφαλείας ζωής και τιμής, αλλά προς επιτυχίαν τούτου πρέπει να κατηχηθή ότι έχει ανάγκην πολέμου καλώς ωργανωμένου και δυναμένου να διαρκέση πολύν χρόνον. Καθ’ ην ώρανγίνηται η κατήχησις, όταν υπάρχουσι και Τούρκοι πρέπει να εμπνεύσητε ότι αποβλέπετε προς εν καθεστώς συνταγματικόν παρέχον εγγυήσεις απονομής δικαιοσύνης εξ ίσου εις όλας τας τάξεις και φυλάς και να επιστήσητε την προσοχήν του λαού εις αυτό το σημείον. Καθ’ ον χρόνον διαφωτίζετε τα πνεύματα των πολεμιστών δεν πρέπει να παραμελήτε να επισύρητε την προσοχήν αυτών επί του Μακεδονικού ζητήματος υπό έποψινδιεθνήν. Πρέπει να εθίσητε αυτούς να μη αναμένωσικαμμίανβοήθειαν παρά της Ρωσσίας, Αυστρίας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδος, αλλά να βασίζωνται επί της ιδίας αυτών δυνάμεως. Πρέπει ν’ αναπτύξετε αυτοίς ότι η ελευθερία δεν δίδεται ως ελεημοσύνη εις τους λαούς αλλ’ αυτή αποκτάται δια των όπλων, και όταν το όπλον ευρίσκεται εις την χείρα τότε και η δύναμις αυξάνει”[…]“δεν πρέπει να εξαπατάται εκ των λόγων ότι θα δυνηθή να απαλλαγή του ζυγού, είτε διά της Βουλγαρίας, είτε διά τινος άλλης δυνάμεως, απ’ εναντίας πρέπει να έχη την πεποίθησιν ότι διά των εν δουλεία μεν διατελουσών, αλλ’ εσχάτως διοργανωθεισών ιδίων αυτού δυνάμεων θα δυνηθή ν’ ανακτήση την ανεξαρτησίαν αυτού” […]Πρέπει, σημειώνεται, να διαφωτισθή ο λαός περί του Μακεδονικού ζητήματος υπό διεθνή έποψιν και να πεισθή ότι η Μακεδονία ένεκα λόγων εθνολογικών είναι αδύνατον να προσαρτηθή εις οιονδήποτε άλλο κράτος. Είναι ανάγκη να διαφωτισθή ο λαός ότι σκοπός των ομόρων κρατών δεν αποβλέπει εις την απολύτρωσιν αυτού αλλ’ εις την διά προσαρτήσεως επαύξησιν της χώρας των διά διαμελισμού της Μακεδονίας. Η ιδέα της ενώσεως των Βαλκανικών κρατών θα χρησιμεύση ως βάσις προς ένωσιν αυτών, τα δε ειρημένα κράτη πρέπει να πεισθώσιν ότι η σωτηρία όλων εν τούτω έγκειται, η Μακεδονία θέλει χρησιμεύση ως κέντρον της Ενώσεως ταύτης”. (Λιθοξόου Δημήτρης, Η Επανάσταση του Ίλιντεν,  http://www.lithoksou.net/p/2-i-epanastasi-toy-ilinten)

 

Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 η Μακεδονία ως γεωγραφικός χώρος διαμοιράζεται στα τρία, με την Ελλάδα να κερδίζει το πιο προνομιακό κομμάτι της, αυτό που βλέπει στο Αιγαίο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα τρία διαμοιράζεται και ο σλαβομακεδονικός πληθυσμός που διέμενε στα εδάφη που τριχοτομήθηκαν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο κουρδικός πληθυσμός διαμοιράστηκε στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα τέσσερα δηλαδή, σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, και Συρία. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις έτσι και στην περίπτωση του Σλαβομακεδονικού πληθυσμού ακολουθήθηκε το γνωστό modus operandi αφομοίωσης μειονοτικών πληθυσμών που περιλαμβάνει ανελέητη πλύση εγκεφάλου για την εμπέδωση της νέας εθνικής ταυτότητας τους, απαγόρευση ομιλίας της μητρικής τους γλώσσας με την απειλή διώξεων, αλλαγές στην ονομασία τοπωνυμίων, χωριών κωμοπόλεων ακόμα και πόλεων, βία και τρομοκρατία που μπορεί να κυμαίνεται από απλούς τραμπουκισμούς μέχρι δολοφονίες και βιασμούς, αυθαίρετες απαλλοτριώσεις ακίνητων περιουσιών όπως αγροτικές γαίες ή κατοικίες και παράνομους εποικισμούς. Μια πολιτική γνωστή και ως «πολιτική Ισραήλ» καθώς το κράτος του Ισραήλ, ως το πιο κακό και μοχθηρό κράτος από όλα τα κράτη του ντουνιά, μόνο αυτό εφαρμόζει αυτές τις πρωτότυπες τακτικές.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, έως και το 1940, οι σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας υπέστησαν όλα τα παραπάνω με αποκορύφωμα τις εκτεταμένες εκτοπίσεις τους και τους παράνομους εποικισμούς στα εδάφη τους κατά την περίοδο υποδοχής των εκατοντάδων χιλιάδων εκτοπισμένων Ποντίων από την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1914, και του ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων της Μικράς Ασίας μετά το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή. Μάλιστα όλα τα παραπάνω τα κατάγγελλαν οι έλληνες κομμουνιστές της εποχής και φυσικά και το ΚΚΕ, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1930 , γιατί αυτό επέβαλε η στρατηγική της Τρίτης Διεθνούς την εποχή εκείνη. Ωστόσο, είτε εκπορευόταν από έξω, είτε όχι, η στάση των κομμουνιστών εκείνης της εποχής υπήρξε πραγματικά προοδευτική, διεθνιστική και θαρραλέα (καθώς κόστισε πολλές διώξεις, εξορίες, φυλακίσεις και ήταν και από τους βασικούς λόγους ψήφισης του Ιδιώνυμου).

Είναι χαρακτηριστικές οι αφηγήσεις του Ριζοσπάστη της εποχής για τα τεκταινόμενα εις βάρος του μακεδονικού πληθυσμού: “Χωρίς άλλο δεν υπάρχει άλλος λαός απ’ το μακεδονικό – μέσα στη Βαλκανική που να βασανίστηκε όσο αυτός. Πάνω από 50 χρόνια βρίσκεται κάτω από διαρκή διωγμό – εξόντωση. Στην αρχή ο βούρδουλας της τούρκικης εξουσίας, ύστερα της ελληνικής και βουλγάρικης. Απ’ τη στιγμή που επενέβησαν η βουλγαρική, σερβική και ελληνική κεφαλαιοκρατία για να πάρουν υπό την “προστασία” τους Μακεδόνες, αρχίζει μια πιο τρανή συμφορά. Η εποχή των συμμοριτών, ανταρτών και κομιτατζήδων θα παραμείνει στην ιστορία σαν μια περίοδος άγριου πρωτοφανούς διωγμού της μακεδονικής μειονότητας. Ολόκληρες δεκάδες ετών, έσφαζαν, έκαιαν, σκότωναν, ρήμαζαν σε βάρος του μακεδονικού λαού. Θα περάσουν χρόνια ακόμα πολλά κι ο Μακεδόνας θα μιλάει με τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό για τη θηριωδία των Τσακαλάρωφ, των Καπετάν Ζάκηδων και Βάρδηδων. Ολόκληρα χωριά βάφηκαν με αίμα που έρευσε ποταμηδόν. Ήρθαν κατόπιν οι βαλκανικοί πόλεμοι. Ελληνική, βουλγάρικη και σέρβικη κεφαλαιοκρατία συναγωνίστηκαν ποια να καταπιέσει πιο πολύ, ν’ αρπάξει, να εξοντώσει. Κι αυτά όλα εν ονόματι του “πατριωτισμού”, της “απελευθέρωσης υπόδουλων αδελφών” και σε βάρος ενός λαού – της μακεδονικής εθνότητας – που ούτε βουλγάρικος, ούτε ελληνικός, ούτε σέρβικος είναι, παρά μακεδονικός. […}Μιλάνε λανθασμένα πολλές φορές για βουλγάρικη μειονότητα μέσα στην καπιταλιστική Ελλάδα ή για ελληνική μειονότητα μέσα στην επίσης καπιταλιστική Βουλγαρία. Δεν είναι σωστό. Στη Μακεδονία, τη βουλγαροκρατούμενη, την ελληνοκρατούμενη, τη σερβοκρατούμενη δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι. Υπάρχουν Μακεδόνες (φυσικά δεν μιλάμε για εκείνους που εγκαταστάθηκαν τελευταία στη Μακεδονία).Αρκεί και μια απλή επίσκεψη στους κάμπους και τα βουνά της Μακεδονίας (Καστοριά, Φλώρινα) για να το νοιώσεις. Την απάντηση αυτή την παίρνεις ακόμα απ’ τα ήθη και τα έθιμά τους, που δεν είναι καθόλου ελληνικά, ούτε βουλγαρικά, ούτε σερβικά.  […]Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα: Δεν έχουμε να κάνουμε με Έλληνες ή Βούλγαρους ή Σέρβους της Μακεδονίας, παρά με μακεδονικό λαό, με μακεδονική μειονότητα, που παρ’ όλα τα χτυπήματα, παρ’ όλες τις καταπιέσεις διατηρεί την οικονομική και εθνική της οντότητα, τον ιδιαίτερο πολιτισμό της. Έχει εν τοιαύτη περιπτώσει και εθνική συνείδηση ο μακεδονικός λαός; Το πράγμα είναι πολύ φανερό μα και αποδείχνεται και από ντοκουμέντα.

Ενδεικτικά είναι όσα περιγράφει ο Ριζοσπάστης της εποχής και για όσα υπομένουν οι σλαβομακεδόνες της Σερβικής και Βουλγαρικής Μακεδονίας: “Και φυσικά αυτά τα βασανιστήρια δεν τα υφίστανται μονάχα οι Μακεδόνες που ζουν κάτω απ’ την εξουσία της ελληνικής μπουρζουαζίας. Τα ίδια περνούν κι οι Μακεδόνες που ζουν στις βουλγαροκρατούμενες και σερβοκρατούμενες περιοχές. Η βουλγαρική κυβέρνηση του λεγόμενου σλαβικού συνασπισμού – μαζί και οι αγροτοφασίστες – με τη βοήθεια της Ο.Ρ.Ι.Μ., της οργάνωσης των κομιτατζήδων, βασανίζει κυριολεκτικά τους φτωχούς Μακεδόνες. Παραδείγματα: Στις περιφέρειες Πετριτσίου και Νευροκοπίου δεν υπάρχουν ούτε ίχνη “ελευθεριών”. Παντού εδώ κυβερνούν οι κομιτατζήδες. Έχουν επιβληθεί επί πλέον στη ράχη της φτωχολογιάς και οι “μαύροι” λεγόμενοι φόροι. Τα στελέχη των κομιτατζήδων εδώ είναι ανώτεροι υπάλληλοι και διευθυντές των καπνικών εταιριών κλπ. Κάθε διαμαρτυρία κατά της καταπίεσης πνίγεται στο αίμα. Αφού φανταστείτε, σε πληθυσμό 180 χιλιάδες δολοφονήθηκαν δύο χιλιάδες Μακεδόνες μέσα σε εννέα μόνο χρόνια. Εργάτες και αγρότες των άλλων περιφερειών που κρίνονται “επικίνδυνοι” στέλνονται στο Πετρίτσι, όπου οι ορδές του αρχικομιτατζή Μιχαήλωφ τους καθιστούν “ακίνδυνους” – δολοφονώντας τους ακόμα.Μόλις τον περασμένο μήνα πάνω από 300 άτομα εγκατέλειψαν το Νευροκόπι – σπίτια χωράφια κλπ. – κι’ έφυγαν σ’ άλλες περιφέρειες για να γλιτώσουν απ’ τους κομιτατζήδες, που τους έθεσαν εκτός νόμου.Κι η φασιστική μπότα του βασιλιά Αλέξανδρου της Σερβίας δεν πάει πίσω. Από τότε που εγκαθιδρύθηκε η ανοιχτή φασιστική δικτατορία δολοφονήθηκαν 1.500 Μακεδόνες, καταδικάστηκαν 3.400 σε διάφορες βαριές ποινές καταναγκαστικών έργων και πολλές χιλιάδες πέρασαν κατά περιόδους απ’ τις φυλακές.Να μια ωχρή, ωχρότατη εικόνα των μαρτυριών που τραβάει η μακεδονική εθνότητα, είτε βρίσκεται στα νύχια της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής, είτε της σερβικής, είτε της βουλγαρικής. Το βέβαιο είναι πως η κάθε μία συναγωνίζεται την άλλη στην καταπίεση σε βάρος των φτωχών Μακεδόνων για τους εκμεταλλευτικούς της σκοπούς.” (Λιθοξόου Δημήτρης, Το ΚΚΕ υπερασπίζεται την εθνική μακεδονική μειονότητα – κείμενο του Ριζοσπάστη του 1932 [2008], http://www.lithoksou.net/p/kke-yperaspizetai-tin-ethniki-makedoniki-meionotita-keimeno-toy-rizospasti-toy-1932-2008) 

Το ελληνικό κράτος λοιπόν (όπως και το σερβικό και το βουλγαρικό) έκανε από την πρώτη στιγμή τα πάντα ώστε οι σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας να μην αποκτήσουν ποτέ τους μειονοτική συνείδηση, να μην ιδρύσουν δικούς τους συλλόγους πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, να μην διατηρήσουν την ιδιαιτερότητα μιας αλλόγλωσσης συμπαγούς κοινότητας και πάνω από όλα να μην διατηρήσουν ίχνος από την ιστορική τους μνήμη ως σλαβικός πληθυσμός με μακεδονική εντοπιότητα.
Το ΚΚΕ στάθηκε η μόνη πολιτική δύναμη εντός της χώρας που τολμούσε όπως φάνηκε παραπάνω να θέτει ζήτημα μακεδονικής μειονότητας κάτι το οποίο, ανεξάρτητα από το ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε, δεν παύει να είναι ένα δείγμα προοδευτικών και ριζοσπαστικών αξιών. Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου μάλιστα πολλοί σλαβομακεδόνες επάνδρωσαν το ΔΣΕ συγκροτώντας μάλιστα διακριτό μακεδονικό σώμα στο εσωτερικό του, με διακηρυγμένες τις αρχές της μακεδονικής αυτονομίας κάτι που όχι μόνο ήταν υπό όψιν της ηγεσίας του κόμματος, αλλά πολύ περισσότερο αφηνόταν να διαφανεί ότι σε περίπτωση νίκης του ΔΣΕ θα εξεταστεί και αυτό το θέμα. Όμως η νίκη δεν ήρθε. Το ΚΚΕ έχασε, ο δημοκρατικός στρατός συνετρίβη, και οι πλειοψηφία των μαχητών που επέζησε, ανάμεσα τους χιλιάδες σλαβομακεδόνες, κατέληξαν πολιτικοί πρόσφυγες στις ανατολικές χώρες της Σοβιετικής Ένωσης. Μεταπολιτευτικά και αφού δρομολογήθηκε η ομαλή επιστροφή τους στην χώρα, οι σλαβομακεδόνες αντάρτες μαχητές του ΔΣΕ και οι απόγονοι τους εξαιρέθηκαν με το ΚΚΕ να μην βγάζει άχνα. Και από εκεί και μετά η κατρακύλα της αριστεράς δεν έχει τελειωμό πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

iii) Η αριστερή όψη της αθλιότητας

Είναι δεδομένο ότι η αριστερά και το ΚΚΕ δεν έχασαν μόνο στρατιωτικά στον εμφύλιο. Το 1949 οι κομμουνιστές έχασαν και επί του πεδίου της ιδεολογικής μάχης μένοντας καταδικασμένοι στην μαζική συνείδηση ως «εθνοπροδότες», «εαμοβούλγαροι», «σλαβόφιλοι», «εγκληματίες κατά του έθνους» και άλλα τέτοια κομψά. Η μετεμφυλιακή περίοδος δεν χαρακτηρίζεται μονάχα από τη συνέχιση των διώξεων, των εξοριών, των φυλακίσεων, των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων ή και των ύποπτων δολοφονιών, αλλά και από την επικράτηση της νέας ελληνικής ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης, που συνταιριάζει με έναν ιδιαίτερο ελληνικό τρόπο, το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, τον δυτικισμό, και τον αντί- κομμουνιστικό αντί- ολοκληρωτισμό.

Είναι κατανοητό ότι μετά από 25 χρόνια απολύτου κυριαρχίας της ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα (1949-1974), και προκειμένου κατά τον ιστορικό συμβιβασμό της ελληνικής εκδοχής, να ξανά ενταχθεί εντός κοινοβουλευτισμού και εντός δημοκρατικού τόξου, η αριστερά στην πιο επίσημη εκδοχή της, δε θα δίσταζε να προχωρήσει σε πλήρη σχεδόν αποδοχή των βασικών γραμμών της δεξιάς στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Έχει λοιπόν σημασία να ανιχνευθεί η επιπλέον στροφή της αριστεράς προς τον συντηρητικό πατριωτισμό που δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως μια ακόμα γονυκλισία του πλήρως υποταγμένου στις αστικές και εθνικιστικές δυνάμεις ΚΚΕ. Το βασικό μεταπολιτευτικό αφήγημα της αριστεράς, με το οποίο φροντίζει να χτυπά τη δεξιά τη εθνικοφροσύνης και του εθνικισμού,είναι αυτό που της παραχώρησαν οι συγκυρίες (και ως εκ τούτου εκ φύσεως οπορτουνιστικό) και συγκεκριμένα η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Έκτοτε επιστρατεύει εκ νέου την επιχειρηματολογία περί εθνικιστικής ανευθυνότητας που προκαλεί εθνικές καταστροφές, αθροίζοντας τα τεκταινόμενα στην Κύπρο (την ευθύνη των οποίων έφερε η Δικτατορία των Συνταγματαρχών), με την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 (και τον επακόλουθο ξεριζωμό 1.500.000 προσφύγων), και με τον εθνικόφρων δωσιλογισμό της κατοχικής περιόδου και της πλήρους ενσωμάτωσης του στον εθνικό κορμό μετά το 1945 για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού κινδύνου.

Για να ειπωθεί πιο απλά, για να μπορεί η αριστερά να παίξει ξανά μπάλα στα ίσια την δεξιά, στο τερέν του πατριωτισμού, και να αντιστρέψει το κλίμα όλων των προηγούμενων δεκαετιών, ξαναχρησιμοποίησε την παλιά καλή συνταγή του “ οι καλοί πατριώτες είμαστε εμείς, οι κακοί και δήθεν πατριώτες εσείς”.

Το αφήγημα αυτό, που θα αποτελέσει κεντρικό αφήγημα της αριστεράς σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, δεν είχε ενοχλήσει και πάρα πολύ το παραδοσιακό δεξιό πολιτικό κόσμο που ήθελε να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά της Χούντας και να υιοθετήσει μια πιο πολύ αστικό-δημοκρατική αύρα. Ενοχλούσε κυρίως το περιθώριο των φιλοβασιλικών, φιλοχουντικών, χριστιανοκεντρικών και κάθε είδους ακροδεξιών μορφωμάτων που μιλούσαν, και μιλούν ακόμη, για μεταπολιτευτική πολιτική ηγεμονία της αριστεράς. Πέραν τούτου η ίδια η αριστερά περιορίστηκε στο στείρο αντί- αμερικανισμό και τον αντί- ιμπεριαλισμό σταματώντας να προκαλεί το εθνικό αίσθημα περαιτέρω, και άρχισε συστηματικά να αποφεύγει να αποδομήσει εθνικούς μύθους που χαλκεύουν τις ιστορικές συνειδήσεις των μαθητών όλες αυτές τις δεκαετίες.

Η ηρωοποίηση της προσωπικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η εξιδανίκευση της μεγάλης μακεδονικής αυτοκρατορίας με την δήθεν συνεισφορά της στη διάδοση του πολιτισμού και του ελληνικού πνεύματος στους “βαρβάρους” , η υιοθέτηση της πλήρους αντί-επιστημονικής θεωρίας περί αναλλοίωτου και αμετάβλητου τρισχιλιετούς ελληνισμού (την οποία βεβαίως υιοθετεί και την περίοδο της Εθνικής αντίστασης, αρκεί να διαβάσει κανείς τους λόγους του Βελουχιώτη για να το διαπιστώσει) οι εθνικοί μύθοι περί σκληρής θρησκευτικής καταπίεσης των χριστιανών στην Οθωμανική αυτοκρατορία και της πανηγυρικής συμμετοχής της εκκλησίας στην εξέγερση του 1821, καθώς και των κρυφών σχολειών, η αποσόβηση των εθνοκαθαρτικών σφαγών αμάχων πληθυσμών στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Οθωμανικής Μακεδονίας από ελληνικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, και η σιωπή για τα ελληνικά εγκλήματα πολέμου εναντίον τούρκων αμάχων πληθυσμών κατά την ιμπεριαλιαστική Μικρασιατική εκστρατεία (που αν δεν είχε αποτύχει ίσως η Ελλάδα να είχε τη θέση που έχει σήμερα η Τουρκία στη νοτιο-ανατολική μεσόγειο), είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά ζητήματα που λόγω τακτικής τα περισσότερα κομμάτια της αριστεράς αποφεύγουν να θίξουν σε μια κεντρική αντιπαράθεση για να αποφύγουν την επανάληψη παλιών κατηγοριών ως εθνομηδενιστές, εαμοβούλγαροι, εθνοπροδότες, κτλ.

Προφανώς, και προς τιμήν τους, έχουν υπάρξει όλα αυτά τα χρόνια, αριστεροί και εν γένει προοδευτικοί διανοητές, ιστορικοί, αρθρογράφοι, μελετητές ή ερευνητές που μιλούν ακόμα για όλα αυτά. Αλλά μεμονωμένα και διακριτικά. Η κεντρική αντιπαράθεση σε αυτά τα ζητήματα είναι σαν να έχει απαγορευτεί, και αποφεύγεται όπως ο διάολος το λιβάνι. Επιπλέον έχουν εκλείψει εκείνες οι φωνές της προοδευτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς που τολμούσαν σε δύσκολες εποχές να έρθουν δημοσίως σε σύγκρουση με την εθνικοφροσύνη. Πλέον δύσκολα θα δούμε σχετικές αντιπαραθέσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα κοινοβουλευτικά έδρανα ή σε κεντρικού τύπου εκδηλώσεις, φιέστες κτλ. Κι αυτό λέει προφανώς αρκετά.

Είναι ενδεικτικό ότι εν έτη 2019, στο κατά τα άλλα εξευρωπαϊσμένο ελληνικό κράτος, συνεχίζεται η αναχρονιστική παράδοση των μιλιταριστικών μαθητικών παρελάσεων, της δημόσιας προσευχής στα σχολεία, ενώ η Εκκλησία εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολιτικός παράγοντας που έχει δικαίωμα λόγου στο τι θα μαθαίνουν οι μαθητές, πως θα παντρεύονται και θα υιοθετούν παιδιά τα κάθε είδους ζευγάρια ενηλίκων, ποιες θεατρικές παραστάσεις θα παίζονται και ποιες όχι, ενώ κάθε συζήτηση έστω και για μερικό διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, είναι δυνατόν να προκαλέσει μείζων πολιτική κρίση. Και για όλα αυτά η επίσημη αριστερά ποιεί την νήσσαν καθώς «η κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να δεχτεί τέτοιες αλλαγές».

Η συντηρητικοποίηση της νέας πολιτικής της μεταπολιτευτικής αριστεράς φαίνεται από το στυλ που που προσπαθεί να γαλουχήσει την κομματική νεολαία, ένα στυλ που υιοθετεί τα δυο στοιχεία του τρίπτυχου Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, χωρίς αυτό της θρησκείας, κάνοντας την ΚΝΕ να μοιάζει τη δεκαετία του 1970 περισσότερο με οργάνωση κατηχητικού παρά με αριστερή νεολαία. Την ίδια στιγμή που σχεδόν τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια της αριστεράς στις δυτικές χώρες, συνταράσσονταν από το εξεγερσιακό, ατίθασο και αναιδές πνεύμα του ’68, από το διάχυτο αντικομφορμισμό, την αντισυμβατικότητά και την αντικουλτούρα των ’60s και ’70s, βασικός ομιλητής στην εισήγηση του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ τον Ιούνιο του 1977, κηρύσσει εκ του κομματικού άμβωνος: “Νομίζω ότι τα κυριότερα εμπόδια για τις όχι καλές σχέσεις με το σπίτι μπαίνουν από εμάς. Ο πρώτος λόγος για τις συγκρούσεις προκύπτει από την κακή συμπεριφορά προς τους γονείς. […] Δεύτερο, οι συγκρούσεις προκύπτουν από τη χειροτέρευση των επιδόσεων στα μαθήματα ή τις σπουδές. Και τρίτο, από το ότι κάνουμε ξενύχτια πολλά, ώρες πολλές χάνουμε σε άλλες απασχολήσεις, πάντως όχι εξαιτίας της ΚΝΕ. […] Και ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πρόβλημα με τα κορίτσια. Το ξέρετε πολύ καλά. Είναι μια παράδοση της ελληνικής οικογένειας. Τέλος πάντων, δεν μπορεί η κοπέλα να πηγαίνει συνέχεια κάθε βράδυ στις 1 και στις 2 τη νύχτα σπίτι της. Και λέει τότε ο γονιός, φταίει η ΚΝΕ, ενώ είναι γνωστό ότι δεν οφείλονται τα ξενύχτια σε δουλειά της ΚΝΕ”. ( http://xyzcontagion.wordpress.com/2011/02/26/kne-gia-tin-agonistiki-taksiki-diapaidagogisi/)

Οι νέες συνθήκες της μεταπολίτευσης ,πέρα από την υποταγή της αριστεράς στην εθνικοφροσύνη, που είναι δεδομένη (και η οποία εθνικοφροσύνη παρεμπιπτόντως δεν υποχώρησε κοινωνικά λόγω του αναρχικού ή αριστερού κινήματος αλλά λόγω της κυριαρχίας της πασοκικής σοσιαλδημοκρατίας κι ενός προοδευτικού αστικού κοσμοπολιτισμού στα πολιτικά πράγματα ) δημιουργεί νέες προκλήσεις όπως η αναγκαιότητα συμπόρευσης του πατριωτικού στοιχείου με αυτό του αντί-νατοϊσμού και του αντί-ιμπεριαλισμού, κάτι που έχει διαπεράσει σύσσωμη όλη τη ραχοκοκαλιά της αριστεράς, τόσο της υποτελούς στον ιστορικό συμβιβασμό, τον κοινοβουλευτισμό και τον ευρώ-κομμουνισμό όσο και της επαναστατικής αντικοινοβουλευτικής αριστεράς, ένοπλης ή μη.

Υπό αυτό το πρίσμα,καμία εντύπωση δεν πρέπει να μας προκαλεί η εγκατάλειψη από ολοένα και περισσότερα αριστερά σχήματα (δεδομένου του κατακερματισμού του χώρου) παλιότερων πιο ριζοσπαστικών και διεθνιστικών θέσεων. Η πρόσδεση σε μια πιο real politic γραμμή, επιτάσσει την παραδοχή, ότι όσο νεφελώδες και μεταφυσικό κι αν είναι το πατριωτικό αφήγημα, άλλο τόσο λαοφιλές μπορεί να είναι, όποτε δεν υπάρχει τίποτα κακό στην εργαλειοποίηση οτιδήποτε λαοφιλούς. Πρόκειται για δύο διαφορετικές στάσεις οι οποίες στο δια ταύτα συναντιούνται στην ίδια ποιότητα λαϊκισμού: από τη μία η αριστερή υποταγή στην εθνικοφροσύνη υπό το φόβο της σύγκρουσης με την εθνικιστική υστερία, και από την άλλη η εργαλειοποίηση του πατριωτισμού με αντί- ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά για λόγους εισοδισμού στην πατριωτική πολυκατοικία. Μάλιστα όσες άλλες φωνές τολμούν να αντιστέκονται σε αυτόν τον πειρασμό του λαϊκισμού, αφορίζονται αναφανδόν ως “πολιτική ουρά του μεταμοντερνισμού” και νοσηρά προϊόντα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στο ίδιο μήκος κύματος που η λαϊκή συνωμοσιολογική δεξιά μιλάει για θολοκουλτουριάρικο προοδευτισμό της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Επομένως, είτε έτσι είτε αλλιώς, η σύγκρουση, ειδικά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, με θεωρίες και εθνικούς μύθους που ξεπλένουν τον τρόπο που έχουν χαραχτεί τα ελληνικά σύνορα ή την καταπίεση μειονοτήτων στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν,  δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Και δεν είναι τυχαία η ισχνή καταγγελτική αναφορά τέτοιων ιστοριών (ή για την ακρίβεια ορισμένων μάλιστα πτυχών τους) σχεδόν πάντα στο περιθώριο κειμένων, σχεδόν πάντα με αστερίσκους και παρενθέσεις και σχεδόν πάντα με ένα ενοχικό ύφος ντροπής.

Καμία εντύπωση επομένως δεν μπορεί να προκαλεί και η στάση κομματιών της αριστεράς στο ζήτημα του Μακεδονικού και τη Συμφωνίας των Πρεσπών, όπου και εκεί φαίνεται να τηρούν την ίδια στάση συμπόρευσης με την εθνικοφροσύνη κάτω από το λάβαρο του αντί- ιμπεριαλισμού.
Μιλώντας για την Συμφωνία ωστόσο, καλό είναι να διευκρινιστούν και κάποια θέματα αναφορικά με αυτήν και πως αντιτάσσονται από αντί- ιμπεριαλιστική σκοπιά διάφορες δυνάμεις της αριστεράς.
Η Συμφωνία των Πρεσπών απο τη στιγμή που θα είναι τετελεσμένο γεγονός, θα επιταχύνει εξελίξεις, που αναμφίβολα εξυπηρετούν τις δυτικές δυνάμεις. Η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, εφόσον έχει λυθεί το ονοματολογικό, συντείνει στην περικύκλωση της Ρωσίας και στον περιορισμό της Τουρκικής διείσδυσης στα Βαλκάνια, οπότε από αυτήν την άποψη η Συμφωνία έχει προφανώς και έναν συγκεκριμένο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα που ευνοεί ξεκάθαρα τις Δυτικές δυνάμεις.

Από την άλλη η Συμφωνία αυτή δεν παύει να είναι μια επίδειξη ισχύος της Ελληνικής πλευράς επί της γειτονικής χώρας, την οποία αναγκάζει πέραν της αλλαγής του ονόματος της, να προβεί και σε συνταγματικές αλλαγές οι οποίες ( πολύ σημαντικό σημείο αυτό) παύουν να αναγνωρίζουν την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας έξω από τα σύνορα της, πράγμα το οποίο είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με την λεγόμενη εθνική γραμμή για πάνω από 100 χρόνια.

Από την πρώτη στιγμή που ξανά προέκυψε το θέμα στην επικαιρότητα το 1992 με την σταδιακή κατάτμηση της Γιουγκοσλαβίας και την αυτονομιστική διάθεση των σλαβομακεδόνων της γιουσκοσλαβίας το Ελληνικό κράτος άρχισε από τη μία να αγχώνεται μήπως εκδηλωθούν αντίστοιχες τάσεις στις εναπομείνασες σλαβομακεδονικές μειονότητες της Ελλάδας, ενώ από την άλλη διαφάνηκε μια ευκαιρία για την εκπλήρωση ενός ακόμα μεγάλου εθνικού στόχου που άκουγε στο όνομα “σύνορα με τη Σερβία”. Πλέον είναι γνωστό ότι υπήρχαν, έστω επί χάρτου ή σε επίπεδο διαβουλεύσεων, σχέδια σύμπραξης με το καθεστώς Μιλόσεβιτς και το ανάδελφων έθνος των Σέρβων ομόθρησκων μας, ακριβώς με στόχο τη μεθόδευση αυτής της γειτνίασης. Η εθνικιστική υστερία της δεκαετίας του 1990 με αφορμή το Μακεδονικό κινιόταν σε αυτούς τους δύο άξονες. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα κεντρικά συνθήματα που δονούσαν τις κατά πολύ μαζικότερες από τις σύγχρονες τους συγκεντρώσεις, ήταν το ” Η Μακεδονία είναι μία – Σύνορα με τη Σερβία”. Ούτε τυχαία ήταν η πλύση εγκεφάλου και η ανελέητη προπαγάνδα των ΜΜΕ για την προ-αιώνια ελληνο-σερβική φιλία, και σίγουρα δεν ήταν καθόλου τυχαία η εθελοντική συμμετοχή κομματιών της ελληνικής ακροδεξιάς στις εχθροπραξίες του γιουγκοσλαβικού μετώπου, πλάι πλάι με τους Σέρβους αδερφούς τους, των οποίων τα μαχαίρια στόμωναν στην Σεμπρένιτσα. Όμως για την αντί-ιμπεριαλιστική αριστερά αυτά ήταν ψιλά γράμματα, σημασία έχει ο καημένος ο Μιλόσεβιτς, αυτό το παρεξηγημένο παιδί, εκθρονίστηκε πριν κατασφάξει ολόκληρη τη Βοσνία.

Από τότε ως τώρα η αντί- ιμπεριαλιστική αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δυο γραμμές: πως θα καταφέρει από τη μία, και να μην υιοθετήσει ένα λόγο που θα την κολλήσει στον τοίχο με χαρακτηρισμούς του παρελθόντος, που είναι εύκολο να βγουν από το συρτάρι ,και πως θα διατηρήσει ταυτόχρονα μια αντί- αμερικανική και αντί-ιμπεριαλιστική στάση. Αυτή η σχιζοειδής πολιτική συμπεριφορά οδηγεί και στα γνωστά σουρεαλιστικά έκτροπα του να βλέπουμε τον Μίκυ Θεοδωράκη βασικό ομιλητή στις συγκεντρώσεις με χειροκροτητές μέλη της Χρυσής Αυγής, ενώ το παρόν στα συλλαλητήρια δίνουν αριστερά κόμματα όπως η Λαϊκή Ενότητα και η Πλεύση Ελευθερίας με το Λαφαζάνη και την Κωνσταντοπούλου και τους οπαδούς τους, να λένε οπού βρεθούν και όπου σταθούν, πως δεν είναι όλοι οσοι κατεβαίνουν στα συλλαλητήρια φασίστες ή το άλλο, το ακόμα πιο νόστιμο: ” ας μη χαρίζουμε όλον αυτόν τον κόσμο στη Χρυσή Αυγή”. Ακόμα και η παρουσία του Λαφαζάνη σε μια εκπομπή φασιστικών προδιαγραφών, σε κανάλι ξεκάθαρης αντίστοιχης πολιτικής κατεύθυνσης, είναι πλήρως κατανοητή και συνεπέστατη το διχως άλλο, ειδικά αν λάβουμε υπό όψιν μας τα παραπάνω.

Στην όλη φαιδρότητα αυτού του κλίματος συγκαταλέγεται και η σε βαθμό εμμονής άρνηση αρκετών αριστερών ομάδων και παρατάξεων να αναφέρονται στην γειτονική χώρα με την επίσημη προσωρινή ονομασία της ολόκληρη, δηλαδή ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ή εστω με τα ελληνικά αρτικόλεξα Π.Γ.Δ.Μ., αλλά κάνοντας χρήση των αγγλικών αρτικόλεξων που προκύπτουν από τη διεθνή ονομασία Former Yugoslav Republic of Macedonia, ήττοι FYROM. Η δικαιολογία φυσικά για αυτό είναι ότι η διεθνής ονομασία είναι πιο επίσημη αλλά κάνει μπαμ πως πρόκειται απλώς για ένα γελοίο πρόσχημα που δεν παύει παράλληλα να αποτελεί και ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση. Η πραγματικότητα είναι, όσο αστείο κι αν φαίνεται, ότι απλά αποφεύγουν κάθε χρήση της ελληνικής σύνθετης ονομασίας που περιέχει τον όρο Μακεδονία για λόγους ακροατηρίου, ενώ με το FYROM, καθότι ξενόγλωσσο, και φέρνοντας πιο πολύ σε κανονική και ενιαία ονομασία παρά σε αρτικόλεξα, κρατούν την ισορροπία που θέλουν. (Μια μεγάλη πλειοψηφία στην ελληνική κοινωνία εξακολουθεί βλακωδώς και από άγνοια να θεωρεί το FYROM κανονικό όνομα και όχι αρτικόλεξα).

 

Εξάλλου όλη η επιχειρηματολογία της αντί-ιμπεριαλιστικής αριστεράς στο θέμα του Μακεδονικού είναι φαιδρή. Μιλούν ας πούμε αναφερόμενοι στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένα κράτος κατασκεύασμα των ΝΑΤΟικών επιδιώξεων και ένα έθνος φάντασμα, ξεχνώντας ότι αποτελούν πολίτες ενός κράτους, εξίσου κατασκευάσματος των Μεγάλων Δυνάμεων και μέλη ταυτόχρονα του μεγαλύτερου στρατιωτικού συνασπισμού της εποχής, της Ιεράς Συμμαχίας, χωρίς τη βοήθεια των οποίων ελληνικό κράτος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Βέβαια εδώ έχουμε άλλον έναν ακόμα μύθο που αποφεύγει η αριστερά να συγκρουστεί μετωπικά μαζί του που δεν είναι άλλος απο το μύθο της περήφανης εθνικής παλιγγενεσίας που επετεύχθη με το σπαθί στο χέρι και χάρη στην εθνική ελληνική λεβεντιά, και όχι επειδή οι ραγιάδες της εποχής ήταν διατεθειμένοι να υποσχεθούν μέχρι και στους Εσκιμώους ότι θα γίνουμε ταπεινό προτεκτοράτο τους. Ακόμα μια αριστερή υπόκλιση στην Εθνικοφροσύνη.

Παραβλέποντας όμως την προφανή παραπάνω γελοιότητα, καλό είναι να αναλογιστούμε τι συνεπάγεται αυτή η διαρκής άρνηση αναγνώρισης της γειτονικής κρατικής οντότητας σε μια ιδεολογική μάλιστα συμπόρευση με την ακροδεξιά. Αν δεν είναι αυθεντικό κρατικό μόρφωμα και έθνος τότε ποιανού κράτους επικράτεια είναι η ΠΓΔΜ, και ποιανού έθνους τμήμα αποτελεί ο πληθυσμός της; Μήπως της Σερβίας η μήπως της Αλβανίας; Ή μήπως της Βουλγαρίας; Ή τέλος μήπως της Ελλάδας που στιγμή δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται σύνορα με την Σερβία;
Προκύπτει λοιπόν ότι ανεξάρτητα από την αποδοχή ή μη, του δικαιώματος των γειτόνων μας στον αυτοπροσδιορισμό τους ως Μακεδόνες, αυτό που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι η μη αποδοχή του δικαιώματος τους στην αυτονομία. Όντας σε ομηρία το γειτονικό κράτος για το πως θα ονομάζεται και επομένως με ποιούς όρους θα αναγνωριστεί επίσημα η αυτοδιάθεση του ως έθνος και λαός, παραμένει σε ένα διαρκές καθεστώς ανασφάλειας, που ευνοεί όλους τους γειτονικούς μεγαλοιδεατισμούς να αναπτύσσονται και να προσπαθούν να βρουν ευκαιρία να αναζητήσουν διεύρυνση του ζωτικού τους χώρου.

Εξάλλου  επίσης δεν ειναι τυχαίο ότι τα προηγούμενα από την ανακίνηση του ζητήματος χρόνια, υπήρχαν σχεδόν σε όλα τα διεθνή φόρα, τους κύκλους διπλωματών αλλά και στις διαρροές μυστικών υπηρεσιών και υπουργείων εξωτερικών διαφόρων χωρών, σενάρια περί διαμελισμού της ΠΓΔΜ και διαμοιρασμού της στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Σταχυολογώντας δηλώσεις επισήμων διεθνών παραγόντων την εποχή αυτή θα διαπιστώσουμε πόσο διαδεδομένη υπήρξε η σεναριολογία διαμελισμού της Μακεδονίας: μεσα στο 2017 ο Αμερικανός πολιτικός, συνεργάτης του Τραμπ και πρόεδρος της υποεπιτροπής του Κογκρέσου για θέματα Ευρώπης, Ντάνα Ροραμπάχερ, δηλώνει σε αλβανικό τηλεοπτικό δίκτυο ότι τα Σκόπια είναι ένα αποτυχημένο κράτος κατασκεύασμα, που πρέπει να διαλυθεί και τα εδάφη του να διαμοιραστούν στους γείτονές του. Δύο χρόνια πριν το Μαϊο του 2015 τον Μάιο του 2015, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, είχε αναφέρει, μιλώντας στην Ανω Βουλή, στη Μόσχα, ότι υφίσταται ζήτημα ενδεχόμενης μετατροπής του κράτους των Σκοπίων σε μια χαλαρή ομοσπονδία με καντόνια ή διχοτόμησης του μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας. (Βλ.https://m.tribune.gr/world/news/article/341092/allages-sinoron-sta-valkania-diamelismos-skopion-ke-aftonomia-tis-vorias-ipirou.html, 18 Μαρτίου 2017). Όχι πολύ καιρό μετά θα αρχίσουν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας ελληνικά δημοσιεύματα που μιλούν για απόρρητη έκθεση της Interpol που προβλέπει “ακυβερνησία, χάος και διαίρεση των Σκοπίων”. Πιο συγκεκριμένα η αρμόδια κοινοτική επίτροπος, Φεντερίκα Μογκερίνι, φέρεται να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και να προειδοποιεί “για εξελίξεις που μπορεί να βάλουν «φωτιά» σε ολόκληρη την περιοχή“, εμπλέκοντας στην κρίση των Σκοπίων την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα , ενώ η έκθεση φέρεται να αναφέρει ότι για πρώτη φορά εμφανίστηκαν μεσαία άρματα μάχης στο Τέτοβο, μια πόλη στην οποία κυριαρχεί το αλβανικό στοιχείο, προβλέποντας “ότι είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει σύγκρουση, η οποία θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στον διαμελισμό των Σκοπίων“. (Βλ. https://m.tribune.gr/world/news/article/345448/aporriti-ekthesi-tis-europol-vlepi-chaos-sta-skopia-ke-pithano-diamelismo.html, 1 Απριλίου, 2017) .

Ένα χρόνο περίπου νωρίτερα, κάπου μέσα στο 2016 γνωστή αλβανική ιστοσελίδα ( Lajmi.net ) θα αποκαλύψει πως ο πρώην επικεφαλής της βρετανικής πρεσβείας στη Μπάνια Λούκα και διευθυντής του οργανισμού «Νιου Γιούροπ» που ασχολείται με την αξιολόγηση των κινδύνων στη νοτιοανατολική Ευρώπη, Τίμοτι Λες, σε βιβλίο που έχει γράψει περιγράφει πως θα διαμελιστούν σταδιακά τα ” ΣΚΟΠΙΑ” μέσα στο προσεχές χρονικό διάστημα, με την Αλβανία να είναι πρώτη στο χωρό των διεκδικήσεων. Όλα αυτά θα δρομολογηθούν, όπως περιγράφει ο Τίμοτι Λες, απο την διαδοχική επανάφλεξη διαφόρων μειονοτικών ζητημάτων στο Βαλκανικό χώρο που θα σαρώσουν την ΠΓΔΜ με όλες τις γειτονικές της χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να βγαίνουν κερδισμένες. ( Βλ. https://amp.newsbomb.gr/bomber/prionokordela/story/704079/vretanos-diplomatis-vlepei-diamelismo-ton-skopion-se-alvania-voylgaria-ellada, 12 Ιουνίου 2016).

Το κατα πόσον όλα αυτά τα σχόλια, δηλώσεις, εκθέσεις κτλ, το παρασκήνιο πίσω απο αυτά και το κλίμα που δημιουργούσαν, απηχούσαν έναν πραγματικό κίνδυνο διαμελισμού της ΠΓΔΜ ή αν ήταν απλώς μια τεχνητή συνθήκη πίεσης για να προετοιμαστεί το έδαφος να υποκύψουν στους ελληνικούς εκβιασμούς προκειμένου να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, μικρή σημασία έχει. Είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε ως πραγματικός κίνδυνος, είτε απλά ως απειλή και εκβιασμός, το κλίμα ήταν αρκετό ώστε να ξαναθρέψει μεταξύ άλλων τον υποβόσκων ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό.

Η Συμφωνία των Πρεσπων επομένως κινείται, εκτός των άλλων, σε ένα πνεύμα πολιτικού ρεαλισμού, παρόμοιο με εκείνο του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φίλιας του 1930, που υπογράφηκε ανάμεσα σε Βενιζέλο και Κεμάλ, τερματίζοντας τα απομεινάρια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού για επανάκτηση της Πόλης και της Αγιάς Σοφιάς (όταν δηλαδή εξισώθηκαν οι περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών) . Έτσι και τώρα, με αυτή τη Συμφωνία τερματίζονται τα θλιβερά, αλλα διόλου αμελητέα, απομεινάρια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού για “σύνορα με τη Σερβία” και από αυτήν την άποψη μόνο έτσι εξηγείται το κεντρικό μότο” πουλήσατε τη Μακεδονία”. Ποια Μακεδονία πουλήθηκε αλήθεια ; Μα φυσικά η “Βόρεια Μακεδονία της Ελλάδος”, την οποία αναγνωρίζοντας την επίσημα, ως άλλο κράτος υπό αυτό το όνομα, κάθε προσπάθεια διεκδίκηση της θα μας εξέθετε διεθνώς και πιθανόν να προκαλούσε αντιδράσεις ακόμα και την πιθανότητα ξένης επέμβασης. Γιατί κάπως έτσι λειτουργούν αυτά τα πράγματα από ότι έχει δείξει μέχρι τώρα η ιστορική εμπειρία. Να γιατί βλέπουμε να ξεσηκώνεται κάθε είδους εθνικιστικό κατακάθι που ποιος ξέρει που ήταν καταχωνιασμένο προηγουμένως, όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Η στάση της αριστεράς λοιπόν, και μάλιστα εκείνης της αριστεράς που σε ένα ντελίριο πατριωτικού αντί-ιμπεριαλισμού συμπλέει σε κοινά μέτωπα με κάθε πτυχή της εθνικοφροσύνης,φτάνοντας στο σημείο του να λέει πως δεν υπάρχει και πως δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα μακεδονικής μειονότητας, αλλά ότι πρόκειται περί νατοικής προπαγάνδας, δε φτύνει μόνο το παρελθόν της. Κάνει κάτι πολύ χειρότερο. Ξεπλένει τις εγκληματικές πολιτικές ενός επεκτατικού στις αρχές του 19ου αιώνα κράτους, που χαρακτηρίζονται από μεγάλης κλίμακας σφαγές που ίσως μόνο για τεχνοκρατικούς λόγους ( επι της διαφοράς των ποσοστών δηλαδή) να μη μπορούν να χαρακτηριστούν ως εθνοκάθαρση, αλλά που στην ουσία τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους έχουν αυτά τα στοιχεία. Χρησιμοποιεί μάλιστα το προκλητικό επιχείρημα ότι “εντάξει και οι άλλοι τα ίδια έκαναν”.

Ξεπλένει επίσης και τα εγκλήματα του ελληνικού κράτους στη μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου εποχή, καθώς αν δεν υπήρξε ποτέ μακεδονική μειονότητα, τότε δεν θα υπήρξαν και τα φερόμενα ως εγκλήματα εναντίον της. Εμπνευσμένη πολιτική αλήθεια. Υπάρχουν πολλά κράτη που θα έπρεπε να τη ζηλεύουν παριστάνοντας ότι οι μειονότητες εναντίον των οποίων εγκλημάτησαν στο παρελθόν απλώς δεν υπήρξαν, άρα δεν υπήρξαν και εγκλήματα εναντίον τους. Εδώ στο Ελλάντα φημιζόμαστε για την πονηριά μας εξάλλου.

Το αστείο όμως είναι ότι τελικά, και παρά τις σχετικές κορώνες για ξεπούλημα της Μακεδονίας, την επισημοποίηση της άρνησης της ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας και επομένως και των εγκλημάτων εις βάρος της, έρχεται να σφραγίσει η ίδια η Συμφωνία των Πρεσπών που αναγκάζει το γειτονικό κράτος να παραδεχτεί και Συνταγματικά πλέον ότι δεν αναγνωρίζει μακεδονικές μειονότητες στην Ελληνική επικράτεια. Ξέρουμε τι σημαίνει αυτό; Ότι έτσι όλα αυτά τα εγκλήματα δε θα αναγνωριστούν ποτέ. Ότι ποτέ κανένας επίσημος φορέας δε θα μπορέσει να θέσει υπο όψιν κάποιου διεθνούς οργανισμού τα γεγονότα της περιόδου 1904-1913 αλλά και της επόμενης από αυτής ως το 1949, ή να μιλήσει για το ότι σλαβομακεδόνες με ελληνική υπηκοότητα και οι απόγονοι τους , παρέμειναν εξόριστοι χωρίς δικαίωμα επιστροφής, και μετά το 1980 και ότι οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν παράνομα. Σημαίνει ότι κανένας ποτέ δε μπορέσει να εγείρει ζήτημα οικονομικών αποζημιώσεων όυτε άλλων αντίστοιχων αξιώσεων και ότι μια ανοικτή πληγή για την ελληνική εξωτερική και εσωτερική πολιτική έκλεισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τηρουμένων των αναλογιών. Και ουρά αυτής της πολιτικής γίνεται κάθε αριστερή φωνή που κραυγάζει σε αντί- ιμπεριαλιστικό παροξυσμό ότι το μακεδονικό μειονοτικό ζήτημα το δημιουργεί ο ευρο-ατλαντικός ιμπεριαλισμός και οι κακοί Αμερικάνοι.

Τέλος τα πιο γελοία όλων των επιχειρημάτων που ακούγονται απο αντί- ιμπεριαλιστικά χείλη, είναι εκείνα που στεκόμενα κριτικά (sic) στον εθνικιστικό παροξυσμό των γειτόνων μας, που βλέπουν τους εαυτούς τους ως απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επισημαίνουν την ύπαρξη ατζέντας σκοπιανού αλυτρωτισμού και αναθεωρητισμού της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.

Προσπερνώντας τα περί “Σκοπιανου Αλυτρωτισμού”, που ξεπερνούν σε αστειότητα μεχρι και τις φωνές που μιλούν για παλαιστινιακό αλυτρωτισμό έναντι του Ισραήλ, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε την παρανοϊκή στάση των αριστερών πάνω στις διεθνείς συμφωνίες που επιβάλουν Μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε κατώτερες. Ενώ είναι γνωστό ότι όλοι οι όροι του Διεθνούς Δικαίου αλλά και η φιλοσοφία του είναι κτισμένη πάνω σε διεθνείς συμφωνίες που υπεγράφησαν, ακριβώς βάση ιμπεριαλιστικών βλέψεων και αντίστοιχων συσχετισμών δυνάμεων, η αριστερά άλλες φορές προχωρά σε καταγγελία του Διεθνούς Δικαίου και άλλες το επικαλείται ξανά, κατά πως την συμφέρει, σε μια ξεκάθαρη συμφεροντολογική αλα καρτ λογική .

Απόρροια της παραπάνω λογικής είναι και το γεγονός ότι  η ελληνική αντί-ιμπεριαλιστική αριστερά μπορεί να καταγγέλλει βάση διεθνούς δικαίου την Τουρκική εισβολή και κατοχή της Βόρειας Κύπρου, αλλά να θεωρεί διεθνιστικό καθήκον τη Ρωσική εισβολή και κατοχή της Κριμαίας, ενώ και οι δύο περιπτώσεις είχαν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά: τόσο η Τουρκία το 1974 όσο και η Ρωσία το 2014, προχώρησαν στις προαναφερόμενες εισβολές με το επιχείρημα της διασφάλισης της ακεραιότητας των μειονοτήτων τους από εθνικιστικές πραξικοπηματικές κυβερνήσεις που τις έθεταν σε κίνδυνο. Το γιατί η μια περίπτωση είναι εισβολή και κατοχή ενώ η άλλη διεθνιστικό καθήκον βέβαια μόνο το μυαλό ενός έλληνα αντί-ιμπεριαλιστή μπορεί να το καταλάβει. Ίσως μάλλον γιατί το ποσοστό επι του συνολικού πληθυσμού, των ρωσόφωνων της Ουκρανίας να ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό τουρκοκυπρίων. Βέβαια αυτό είναι μια καθαρά ποσοτική διαφορά και ουδόλως ουσιαστική αλλά μικρή σημασία έχει μπροστά στο αντι- ιμπεριαλιστικό τυφλοσούρτη.

Το ανησυχητικό σε όλα αυτά βέβαια, και ο λόγος που χρειάζεται να αντιληφθούμε τη σχετική αντιπαράθεση πάνω στο Μακεδονικό σε μια σφαιρικότητα, είναι ότι παρατηρείται η επανενεργοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της πατριωτικής και εθνικιστικής βάσης που βρισκόταν εν υπνώσει, και ότι αυτή η βάση έχει ερείσματα σε νευραλγικούς θεσμούς και υπηρεσίες του συστήματος, που σε αντίστοιχες καμπές στο παρελθόν είχαν αντιδράσει σπαμωδικά, κι ενω κάτι τέτοιο φάνταζε μάλλον απίθανο.

Αυτό που θα πρέπει να μας ανησυχεί λοιπον στην περίοδο που διανύουμε, δεν είναι μονάχα οι δυναμικές που βλέπουμε στο προσκήνιο αλλά κι αυτές που δεν βλέπουμε, γιατί μένοντας μόνο στις υπεραπλουστεύσεις περί αρμονικής σχέσης αστικού κράτους-παρακράτους, ξεχνάμε, ότι ουκ ολίγες φορές αυτές έχουν διασαλευτεί και περιέλθει σε μια πλήρως αντιδιαλεκτική φάση. Το γεγονός μάλιστα ότι σε όλο αυτό το κλίμα έχουν υπάρξει και αριστερές αντί- ιμπεριαλιστικές πινελιές κάνει τα πράγματα να φαντάζουν ακόμα πιο δυσοίωνα. Γιατί όταν όλα μπλέκουν και όταν όλα συναντιούνται σε ένα θολό πεδίο επίκλησης του Έλληνα λαού, που πάντα ξέρει και ποτέ δεν καταλαβαίνει που παν τα τέσσερα, οι κριτικές στάσεις υποχωρούν ολοένα και περισσότερο και αυξάνει η σύγχηση η θολούρα και ο λαϊκισμός. Παράγοντες που γεννάνε τέρατα. Αν μη τι άλλο κι αυτό ιστορικά βεβαιωμένο.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ

Ο χρόνος είναι σχετικός. Δεν υπόκειται αφ’ εαυτού του σε κατηγοριοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις. Η κατανομή των χρονικών διανυσμάτων σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες είναι προϊόν της ανθρώπινης ανάγκης να σχηματοποιεί, να δημιουργεί πλαίσια που γίνονται αντιληπτά ως “ιστορικές” περίοδοι, ή ως χρονικά ορόσημα τα οποία έχουν ένα διαφοροποιημένο αντίκτυπο στο συνειδησιακό εύρος κάθε ατομικότητας. Άλλες φορές ερμηνευτικό, άλλες πολιτικό κι άλλες καθαρά συναισθηματικό, χωρίς καν αυτό να μπορεί να φιλτραριστεί με ορθολογικούς όρους.
Τη στιγμή λοιπόν που γράφονται αυτές οι γραμμές αρχίζει και πλησιάζει εκείνη η χρονική στιγμή που συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τις μεγάλες εκείνες μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη του 2008, μέρες και νύχτες που φωτίστηκαν από τις πύρινες φλόγες του μίσους και της εκδίκησης για τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Για κάποιους ίσως είναι ένα ένας ακόμα χρόνος από εκείνα τα γεγονότα, για κάποιες ίσως είναι μια επέτειος που χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζει, σβήνεται και χάνεται. Για κάποιους άλλους, για το κομμάτι μιας γενιάς που πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές αποτελεί το σφράγισμα μιας δεκαετίας από το σημείο μηδέν, από την μέρα εκείνη όπου τα πράγματα πήραν μία τροπή που έδειχναν ότι μπροστά στον ορίζοντα ανοίγει ένας δρόμος πιθανόν χωρίς επιστροφή. Μιλώντας για εμένα είναι μία δεκαετία από την οποία τον ένα μόνο χρόνο πρόλαβα να ζήσω ελεύθερος, τον δεύτερο σε καθεστώς παρανομίας και τα υπόλοιπα οκτώ σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Επομένως η συνειδητοποίηση ότι ο χρονικός ορίζοντας μιας ολόκληρης δεκαετία εξαντλείται, δε μπορεί παρά να επιφέρει μία δυνατή αλληλουχία συναισθηματικών εξάρσεων και κυρίως μία τεράστια φόρτιση σε κάποιους ανθρώπους που αρνηθήκαμε πεισματικά να δεχτούμε ότι ο Δεκέμβρης ήταν μόνο ένας μήνας. Γιατί για κάποιους ανθρώπους η εξέγερση εκείνη κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν αποφάσισα ωστόσο να τοποθετηθώ δημόσια τόσο για όλα αυτά, όσο για να διεκδικήσω εκείνο το μικρό μερίδιο που μου αναλογεί στην πολιτική και ιστορική αποκατάσταση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του νεαρού, του μαθητή, του 15χρονου, φίλου για κάποιους, νεαρό μέλος μιας ευρύτερης μεγάλης παρέας για άλλους, αλλά και συντρόφου για πολλούς.
Είθισται ως κινηματική παράδοση και της αναρχίας και της αριστεράς, όταν ένα πρόσωπο από την κοινότητα του αγώνα χάνεται να αναλαμβάνει την τιμητική του προσφώνηση το πιο οικείο, φιλικό και πολιτικό περιβάλλον του, να μιλήσει για το πρόσωπό αυτό, τις απόψεις, τα πιστεύω, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τα προτερήματα ή και τα όποια ελαττώματά συμπληρώνουν τις ανθρώπινες αντιφάσεις που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Μέσα από αυτήν την τιμητική προσφώνησή αναλαμβάνουν να εκθέσουν στον υπόλοιπο κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπικότητα του προσώπου που χάθηκε από κοντά μας, να εκφράσουν την λύπη, την οδύνη, την οργή ίσως, για την απώλεια του από δίπλα μας αλλά και ταυτόχρονα από τα χαρακώματα του αγώνα.
Η περίπτωση όμως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι ίσως από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις, που όσο κι αν έχουν μιλήσει οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά και οι λιγότερο κοντινοί, όσο κι αν έχει εκφραστεί το στενό αλλά και ευρύτερο φιλικό και συντροφικό του περιβάλλον σχετικά με το ποιος ήταν, ποια ήταν η προσωπικότητά του, ποιες οι θέσεις του και οι απόψεις του, έχουν ωστόσο αγνοηθεί συστηματικά με πείσμα και με ακατάληπτη εμμονή. Όχι μόνο έχουν αγνοηθεί με ξεκάθαρα απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, αλλά οι φωνές τους έχουν σκεπαστεί κιόλας με μία συστηματική καταγραφή της ιστορίας έτσι όπως βολεύει την κάθε πλευρά που μιλάει πάνω στο θέμα, καταγραφές που εξυπηρετούν την κατασκευή μεγάλων εύπεπτων αφηγήσεων βασισμένες σε μια εργαλειακά λαϊκίστικη πολιτική εξωστρέφειας. Από την πρωτη στιγμή έχουν αρνηθεί να γίνουν δεκτές οι μαρτυρίες ανθρώπουν του περίγυρου του σχετικά με το ποιός ήταν ο Αλέξανδρος. Ακόμα και η προσωπική μαρτυρία του στενού του φίλου και συντρόφου, καθότι αναρχικός και ο ίδιος ως μαθητής από τα 15 του, Νίκου Ρωμανού μέσα από την επιστολή του “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή” έχει αγνοηθεί από πολλές πλευρές εντός του κινήματος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έτσι έχει καταντήσει ως κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων στο κοινωνικό να έχει μείνει η ιστορία που μιλάει για ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό μαθητή που βγήκε στα Εξάρχεια ένα Σάββατο για τη γιορτή του συμμαθητή του και πού κατέληξε να πέσει θύμα ενός αστυνομικού που πυροβόλησε δολοφονικά εναντίον μιας παρέας παιδιών που “αυθαδίασε” στο πρόσωπο της εξουσίας. Η πραγματικότητα για την επίσημη αποτύπωση της οποίας παλεύουμε πολλά άτομα όλα αυτή τη δεκαετία, είναι πολύ μακριά από αυτή τη νερόβραστη σούπα που σερβίρεται ως καταγραφή των γεγονότων.

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός σύντροφος που ξεκίνησε να ασχολείται με την αναρχία και τους αγώνες της ήδη από το Φλεβάρη του 2008. Άρχισε να δίνει δυναμικά το παρόν σε διάφορες κινηματικές διαδικασίες,  συνελεύσεις μαθητών αλλά και γενικά στα Εξάρχεια, και ειδικά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, αποτελώντας κι ο ίδιος με τη δική του παρέα επίσης νεαρών ατόμων, κομμάτι της λεγόμενης “παρέας της Μεσολογγίου”, η οποία βρισκόταν σε δυσμένεια για αρκετό κόσμο εντός του αναρχικού χώρου την εποχή εκείνη. Η παρέα αυτή των νεαρών συντρόφων/ισσών που εμφανίστηκε περίπου εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα εξαιρετικό ενθουσιώδες μπούγιο παιδιών με αστείρευτη ενεργητικότητα, ζωντάνια και θέληση για συμμετοχή σε δράσεις, αρκετά πολύβουο και ζωηρό ώστε σύντομα να γίνει γνωστό σε όλα τα Εξάρχεια Μιλάμε για μια εποχή μετά τους κυβερνητικούς ανασχηματισμούς που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007, όπου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναλάβει από κοινού ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και ο απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού Παναγιώτης Χηνοφώτης. Η αντικατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει άλλο αέρα στο συγκεκριμένο υπουργείο και συγκεκριμένα μία αλλαγή τακτικής στο ζήτημα της καταστολής. Από το προηγούμενο δόγμα μηδενικής ανοχής Βουλγαράκη – Πολύδωρα, με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΑΤ μέχρι και το Λόφο του Στρέφη, τα μαζικά πογκρόμ, προσαγωγών πέριξ της πλατείας, τις στρατοπεδευμένες διμοιρίες μέσα στην καρδιά των Εξαρχείων, της πρώτης εφαρμογής των πεζών περιπολιών ,της σκληρής και αιματηρής καταστολής των φοιτητικών διαδηλώσεων και των μαζικών συλλήψεων και ξυλοδαρμών ακόμα και αλληλέγγυων στα δικαστήρια, υπήρξε μια διάθεση αποκλιμάκωσης. Οι διμοιρίες αποτραβήχτηκαν, ακόμα και αυτή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ και για ένα διάστημα φάνηκε πως η πολιτική επιδίωξη του Υπουργείου έτεινε περισσότερο προς μια λογική του κατευνασμού των “μπαχαλάκηδων” σε μία περίοδο όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε ενταθεί πάρα πολύ το προηγούμενο διάστημα.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου ως ένα νεαρό αναρχικό σύντροφο, αρκετά ενθουσιώδη και ενεργητικό, με μια αστείρευτη θέληση για δράση παίρνοντας κι ο ίδιος μέρος μαζί με μια μεγαλύτερη παρέα εξίσου νεαρών δραστήριων ατόμων σε προκλήσεις εναντίον της εξουσίας και της καταστολής εντός των στενών ορίων των Εξαρχείων. Καταστάσεις ωστόσο που προκαλούσαν και μία μεγάλη κινηματική γκρίνια η οποία δεν πρωτοτυπούσε καθόλου, όπως δεν πρωτοτυπεί και τώρα. Τα ίδια επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα ακούγονταν και τότε. Αντί για “ακίνδυνη επαναλαμβανόμενη γραφικότητά του Σαββατοκύριακου” είχαμε το κλασικό “Σαββατιάτικο ξεκαύλωμα” και αντί του “επί Σαμαρά αυτά δεν θα τα σκεφτόσασταν καν” είχαμε το “επί Βουλγαράκη-Πολύδωρα δε θα τα τολμούσατε αυτά”. Εντελώς ίδια ήταν τα επιχειρήματα γκρίνιας για τις “κλούβες που γυρίσανε πισω” και όπως επίσης το διαχρονικά πιο άθλιο κατηγορώ εναντίον της αναρχικής νεολαίας αυτό το “σε δυο χρονάκια εσείς θα είσαστε σπιτάκια σας”. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ξεκάθαρα μέσα σε πολλά απο αυτά που διαχρονικά υποτιμούνται καθ’ αυτόν τον τρόπο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νεολαίοι της ηλικίας αυτής μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως και ο σύντροφος Μιχάλης Καλτεζάς το 1985, δε γύρισε σπιτάκι του σε δυο χρονάκια. Τι θά ήταν ο Αλέξανδρος αν ζούσε; Αυτό δεν το ξέρουμε με σιγουριά ούτε μπορούμε να το υποθέσουμε. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οτιδήποτε. Να είχε πάει πράγματι σπίτι του, να είχε εγκαταλείψει την αναρχία, να είχε “ωριμάσει πολιτικά” και να έκραζε τα “μπάχαλα” ή και να είχε μείνει στην κατεύθυνση μιας εξεγερτικής τάσης της αναρχίας. Θα μπορούσε οτιδήποτε που δεν το ξέρουμε και δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα όμως είναι πως έπεσε νεκρός από τα πυρά μπάτσου, ένα Σάββατο βράδυ στις 6 Δεκέμβρη του 2008 στην οδό Μεσολογγίου μέσα στα Εξάρχεια. Ενός μπάτσου που αρνήθηκε να μετανιώσει στο Εφετείο λέγοντας πως πυροβόλησε εναντίον ενός αναρχικού δίνοντας ταυτόχρονα το πολιτικό σκεπτικό της πράξης του το οποίο αναιρεί την αφήγηση περί ενός απλού άφρονος μπάτσου-δολοφόνου .

Αυτό το οποίο συνέβη, και όλα αυτά τα οποία επακολούθησαν εγγράφονται λοιπόν στην ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Στην ιστορία ενός δυναμικού πολύμορφου πολυσυλλεκτικού κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου υπάρχουν διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ της διαχρονικής αντιμπατσικής οργής εντός των Εξαρχείων και της γενικότερης όξυνσης του επιπέδου της ανατρεπτικής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Είναι κατανοητό το γιατί μοχθούν επί 10 χρόνια κάθε λογής προοδευτικοί, αριστεροί, κοινοβουλευτικοί και μη, κάθε λογής προοδευτικοί, ακαδημαϊκοί, εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και λοιποί απολογητές του δημοκρατικού καθεστώτος (όπως εσχάτως η ανεκδιήγητη Ζωή Κωνσταντοπούλου που με θράσος τόλμησε να χαρακτηρήσει στο Εφετείου του Κορκονέα , ως πλαστή την προ τριετίας επιστολή του συντρόφου Νίκου Ρωμανού) να αποσυνδέσουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου από αυτή την εξίσωση. Είναι κατανοητό γιατί ο ίδιος ο θεσμικός τους ρόλος απαιτεί να προωθούν την αποριζοσπαστικοποίηση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σε κάθε μεγάλο ή μικρό κοινωνικό γεγονός. Αυτό που δεν είναι εύκολα κατανοητό σε μία πρώτη ανάγνωση είναι το γιατί επιθυμεί το ίδιο ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προχωρώντας σε μια πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει την πολιτική στράτευση του Αλέξανδρου ως αναρχικού/αντιεξουσιαστή μαθητή. Θα μπορούσε να είναι η προσκόλληση σε μία πιο λαϊκίστικη αφήγηση προς επιδίωξη πρόκλησης ευρύτερων κοινωνικών συμπαθειών , είναι όμως μόνο αυτό; Δυστυχώς μέσα σε όλα αυτά τα 10 χρόνια έχει προκύψει περίτρανα η διατύπωση ότι προφανώς και δεν είναι μόνο αυτό. Δεδομένης της προσωπικότητας του Αλέξανδρου, με ποιες παρέες άραζε, ποιους φίλους είχε, σε ποια σκηνικά χωνόταν, πράγματα δηλαδή που κάποιοι εντός του χώρου δεν θα τα συγχωρήσουν ποτέ, η επίσημη παραδοχή της πολιτικής του ιδιότητας θα σημαίνει μία αλληλουχία πολιτικών τετελεσμένων τα οποία κρίνονται ανεπιθύμητα, κι ένα από αυτά θα είναι φυσικά αυτομάτως η παραδοχή ότι σε όλη αυτή την αντιμπατσική οργή, που εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες εκφράζεται στα Εξάρχεια, υπαρχουν και πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται διαλεκτικά με τον ευρύτερο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αφαίρεση λοιπόν της πολιτικής ιδιότητας του Αλέξανδρου υπακούει,όσο λυπηρό και οικτρό και αν ακούγεται ακούγεται, σε μία εξυπηρέτηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που διακατέχεται από φανατική εμπάθεια σε συγκεκριμένες λογικές και πρακτικές. Το πόσο τραγική και ηθικά μεμπτή είναι μία τέτοια επιλογή μπορεί κανείς να το αντιληφθεί αν απλά φανταστεί πόσο αποκρουστικό θα ήταν να υπάρχουν πολιτικές τάσεις μέσα στο ευρύτερο κίνημα, που θα αρνούνταν την πολιτική ιδιότητα προσώπων που έχουνε εκλείψει από την κοινότητα του αγώνα σε διάφορες εποχές, και που σίγουρα κάποιος κόσμος τις πένθησε βαθύτατα, και που θα αναγνώριζαν μόνο την επαγγελματική ή κοινωνική: εργάτης, πατέρας κτλ.

Με αυτή τη μικρή συμβολή δεν έχω καμία αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ότι θα μνημονεύεται εντός του χώρου μας ο Αλέξανδρος ως αναρχικός και ότι κάποιοι θα ρισκάρουν να δημιουργηθούν ανεπιθυμητά για τους ίδιους πολιτικά τετελεσμένα. Είναι όμως μία τοποθέτηση συνεπής σε μια ευρύτερη συλλογική προσπάθεια χρόνων για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα η πολιτική αθλιότητα των επιλογών που αρνούνται μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο. Από τη δική μου μεριά με όλο το συγκινησιακό βάρος που έρχεται να φέρει αυτή η χρονιά ως το επισφράγισμα μιας ολόκληρης εποχής θα ήθελα να χαιρετίσω τον χαμένο μας σύντροφο, αυτόν που ήταν πάντοτε παρόν μαζί μας σε όλα εκείνα που ακολούθησαν, με το νεανικό του χαμόγελο που έσβησε τόσο γρήγορα, να γνέφει συνωμοτικά και να μας κλείνει το ματι στις καλές εποχές, στις επιτυχίες, στις μέρες και τους μήνες που τραντάχτηκε η κανονικότητα, αλλα και στις στραβές, τις αποτυχίες, τα κυνηγητά, τις παρανομίες, τις φυλακές. Μπορει μια δεκαετία να φτάνει στο τελος της, ένας κύκλος να κλείνει και να αφήνει πίσω μια ολόκληρη εποχή, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που θυμομαστε, πονάμε ακόμα και η καρδιά μας παραμένει μια αρμαθιά απο ξυράφια.

Δε λέμε αντίο. Δέκα χρόνια είναι λίγα. Δε στέγνωσε ακόμα το αίμα, ούτε τα δάκρυα και ούτε έσβησε το μισος.
Μονάχα φωνάζουμε με τις μικρές ή μεγάλες μας φωνές ΕΚΔΙΚΗΣΗ για να μη σταματήσει ποτέ να θυμάται ό κόσμος ότι τους νεκρούς μας δεν τους κλαίμε απλά, δεν τους αφήνουμε πίσω, τους κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και ας βαραίνουν τα βήματα μας.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ  ΜΑΘΗΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ
ΝΕΚΡΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της ΣΠΦ

Δημόσια προβλήματα: Θεαματική διαχείρηση vs εκκωφαντικής συγκάλυψης

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει προκληθεί -και πολύ ορθώς φυσικά- σάλος με την καθαρίστρια του δημοσίου που καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη και οδηγήθηκε στη φυλακή επειδή είχε πλαστογραφήσει απολυτήριο Δημοτικού ( συγκεκριμένα όλος ο καυγάς αφορούσε σε μια μονάχα τάξη) . Το θέμα ανέβηκε πολύ γρήγορα στην κορυφή της επικαιρότητας, έπαιξε στα μέσα, προκάλεσε γενική κατακραυγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έγινε θέμα πολιτικού σχολιασμού από ριζοσπαστικές αριστερές και αναρχικές ομάδες ως ζήτημα που αποκαλύπτει την ταξική φυση της δικαιοσύνης, απασχόλησε κύκλους δικαστικών που προέβησαν σε διάφορες δηλώσεις σχετικά με τις δυνατότητες-ή μη- υπέρβασης των νομικών προβλέψεων, κατέστη όπως συμβαίνει διαρκώς επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το λεγόμενο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς και πως αυτό θίγεται ή όχι, και ενεργοποίησε τα τάχιστα αντανακλασικά της κορυφής της ιεραρχίας του δικαστικού μηχανισμού ώστε να βρεθεί έξω η καθαρίστρια με αναίρεση της απόφασης Εφετείου. Μόνο και μόνο η καταιγιστική μιντιακή κάλυψη της υπόθεσης (από ένα σημείο και μετά) η επιλογή της τοποθέτησης του προσωπικού δράματος ως επίκεντρο της ιστορίας, οι συνεντεύξεις μελών της οικογενείας και ιδιαιτέρως των παιδιών, η δραματική μουσικη των ρεπορταζ και η τσακισμένη φωνή των εκφωνητών/τριών αναδεικνύουν σε πρώτη φάση το πως το όλο θέμα αυτομάτως αναγάγεται σε μια ιστορία-προϊόν συναισθηματικής φόρτισης και συγκινησιακόυ χαρακτήρα. Η δε ενεργοποίηση φωνών του πολιτικού και δικαστικού κόσμου αναδεικνύει μια επίμονη προσπάθεια να καταστεί το θέμα ως μια περιστασιακή, μεμομένη περίπτωση που αναδεικνύει τις υποτιθέμενες δυσλειτουργίες του νομοθετικού/δικαστικού συστήματος.
Γίνονται εύκολα αντιληπτό ότι αυτή η επιμονη δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς όλο το επίσημο καθεστωτικό φάσμα: ΜΜΕ, πολιτικά κόμματα, δικαστικοί κύκλοι αγωνιούν ώστε να εμφανιστεί αυτό το συμβάν ως μια ατυχής παρεκτροπή που θα τύχει αίσιας έκβασης. Το ίδιο απαιτεί και η πλειοψηφεία αρκετών φωνών που προέρχονται από το mainstream μετριοπαθές πολιτικό φάσμα καθώς αδυνατούν να δεχτούν ότι τετοια περιστατικά είναι δυνατόν να συμβαίνουν εν πρώτοις και κατόπιν να μην τυχαίνουν άμεσης επίλυσης. Η συνέχιση της δημοσιοποίησης του “προβλήματος” που ορίζεται και καθίσταται ως τέτοιο , ακριβώς λόγω της έκθεσης  του στην ευρύτερη δημόσια σφαίρα , αναμφίβολα στάθηκε γεγονός ευνοϊκό πάνω από όλα για την ίδια την καθαρίστρια που με διαδικασίες εξπρες έγινε αναίρεση της αποφάσεως του εφετείου και  προσωρινή αποφυλάκιση της (για λογους  υγείας) μέχρι την επόμενη εκδίκαση της υπόθεσης. Στάθηκε επίσης αφορμή να πέσουν λίγο τα φώτα της δημοσιότητας πάνω σε ένα νόμο περί πλαστογραφησης δημοσίων εγγράφων, ο οποίος όμως ελάχιστα απασχόλησε ο ίδιος ως προβληματικός από μόνος του, ίσα ίσα θεωρήθηκε ότι υπήρξε φοβερά αυστηρή ερμηνεία του.  Ακόμα ανέδειξε κι ένα κομμάτι συντήρησης , μετριοπαθούς ή ακραίας , αρκετά μεγενθυμένο μάλιστα, που εκφράστηκε με σαφή και καννιβαλικό τρόπο υπέρ της εφαρμογής του ισχύοντος νόμου με σαφείς εχθρικές διαθέσεις προς την πλαστογράφο καθαρίστρια.

 

Όλα τα παραπάνω, όλες οι φωνές γύρω από την υπόθεση αυτή, που την ανέδειξαν , την έφεραν στο φως και μιλησαν για αυτήν αναγνωρίζοντας την ως πρόβλημα, στην πλειοψηφεία τους κινήθηκαν (και ίσως κινούνται γενικά)  γύρω από το ίδιο μοτίβο ενασχόλησης με τις δημόσιες ατζέντες, και δυστυχώς αυτό είναι το ” ασχολούμαστε με ότι πουλάει” και μάλιστα με  ότι πουλάει με Γουορχολικούς* όρους . Τι σημαίνει πρακτικά αυτό ομως;

Πολύ απλά ο λόγος που κατέληξε να σηκωθεί τόσο πολύ το θέμα στην επικαιρότητα δεν ήταν μόνο η κατάφορη αδικία που αναδεικνυόταν μέσα από αυτό, ούτε και η σκληρή δικαστική αναλγησία. Εξάλου τόσο η κοινωνική αδικία είναι παντού απλωμένη γύρω μας με πολύ χειρότερες αποτυπώσεις, ενώ η δικαστική αναλγησία έχει να επιδείξει πολλά ρεκορ στην καταστροφή ανθρώπινων ζωών και ψυχών.  Δεν ήταν ούτε καν η ταξικότητα της δικαιοσύνης η οποία αναδείχθηκε, ούτε και το βάρβαρο πρόσωπο της εξουσίας.   Στην πραγματικότητα επρόκειτο απλώς, και παρόλο που ακούγεται κυνικό είναι ωστόσο αλήθεια, για ένα θέμα που είχε όλα τα φόντα να ακουστεί γιατί ακριβώς μπορούσε να γίνει “γεγονός”  σε μια ευρύτερη πολιτική σκακιέρα παιγνίων με όρους λαϊκισμού. Αλλιώς θα είχε πάει άπατο σαν είδηση πέρα από δυο τρεις γραφικές φωνές καταγγελίας που πάντα φωνάζουν χωρίς κανείς να δίνει δεκάρα.

Κι αν αμφιβάλει οποιοσδήποτε δεν έχει παρά να αναρωτηθεί: πόσο πολύ ακούστηκε το γεγονός ότι την προηγούμενη βδομάδα μια 60χρονη επιπλοποιός προφυλακίστηκε για υπόθεση τρομοκρατίας, και συγκεκριμένα για ένα δέμα βόμβας που είχε σταλεί στη Γερμανίδα Κεγκαλάριο Μέρκελ το 2010 δηλαδή πριν 8 χρόνια, επειδή λέει βρέθηκε από τις γερμανικές αρχές αποτύπωμα της πάνω στο παγιδευμένο βιβλίο-δέμα; Πόσο πολύ ακούστηκε ότι μια μεγάλη γυναίκα, έχοντας φάκελο και αποτύπωματα για παλιότερα οικονομικά μπλεξίματα με την αστυνομία κατέληξε φυλακή για  μια ξεχασμένη υπόθεση τρομοκρατίας, μια υπόθεση σχεφόν δεκαετίας , κι ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση και ότι απλά στο παρελθόν  υπήρξε βιβλιολάτρης και συλλέκτης παλλιών βιβλίων;  Πόσα κανάλια ασχολήθηκαν με την ιστορία της ζωής της, πόσοι πολιτικοί προέβησαν σε δηλώσεις για την αδικία εις βάρος της, πόσα κείμενα κυκλοφόρησαν ,  πόσα πανό κρεμάστηκαν, πόσοι δικαστικοί επέκριναν την δομική δυσλειτουργία του τρομονόμου ή έστω την αυστηρή ερμηνεία του,  που και ποιός ανώτατος λειτουργός της δικαιοσύνης έδρασε αποφασιστικά ώστε εντός βδομάδας η συγκεκριμένη γυναίκα να βρίσκεται εκτός των τοιχών ώστε να την υποδεχτούν κανάλια να την υποβάλουν σε ερωτήσεις για την περιπέτεια της;

Ερωτήσεις ρητορικές που ηχούν ομως αμείλικτα στο κενό υποβάλωντας ταυτόχρονα επιπλέον αμείλικτα ερωτήματα προς κάθε κατεύθυνση. Ποιά ζητήματα τελικώς επιλέγουμε να  αναδεικνύουμε  , με ποιούς όρους και κριτήρια, και κατά πόσο  καθορίζει τις επιλογές μας  η αντικειμενική υπόσταση των γεγονότων και κατα πόσο το επικοινωνιακό τους εκτόπισμα στην κοινή γνώμη. Μήπως εν τέλει ακόμα και τα κινηματικά αντανακλαστικά στην ανάδειξη προβλημάτων έχουν να κάνουν με την αναλογία λαϊκισμού έναντι ριζοσπαστισμού, με τα θέματα εκείνα που εμπεριέχουν πιο πολλές ριζοσπαστικές απολήξεις να τα τρώει η μαρμάγκα;

 

Φυσικά το σύστημα επιλέγει να αναδείξει εκείνα τα θέματα που ακόμα κι αν εκθέτουν μερικές πτυχές της δομικής του λειτουργίας, μπορεί πάντα πολύ εύκολα να κάνει τις απαραίτητες ντρίπλες ώστε να σώσει το ίματζ του σε ένα μέγαλο κομμάτι του κοινωνικού κορμού που τραμπαλίζεται μεταξύ προόδου και συντήρησης ώστε να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα με μια ψευδαίσθηση ότι “μια στιγμιαία παρεκτροπή ήταν εντάξει,  όλα λειτουργούν καλά τελικά” . Τα θέματα εκείνα που δε μπορόυν να γίνουν το ίδιο εύκολα διαχειρίσημα πολύ απλά δε θα λυθούν τόσο εύκολα και ηχηρά γιατί προφανώς οι συνδηλώσεις που υποκρύπτονται μπορεί να προκαλέσουν περισσότερες ανεπιθύμητες επιπλοκές όπως τη γέννηση δυσσάραστεων συνειρμών για την αμείλικτη φύση της ίδιας της δημοκρατίας αυτής κάθε αυτής. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν πρέπει να απασχολεί και φυσικά δεν πρέπει να γίνεται ορατό.

 

 

 

 

* O Άντι Γουόρχολ ήταν Αμερικανός πολυσχιδής καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης, πρωτοπόρος του κινήματος της Ποπ Αρτ.  Υπήρξε προσωπικότητα που άσκησε έντονη κριτική στην κοινωνία του θεάματος, της οποίας φυσικά ήταν μέλος. Καυτηρίασε το lifestyle και ας το έζησε εκ των έσω. Είχε πει πως στο μέλλον όλοι θα είναι διάσημοι για 15 λεπτά και πως μόδα θα είναι να είσαι ίδιος με όλους τους άλλους.