Category Archives: Uncategorized

Νέα έκδοση Μαύρη Διεθνής: ΟΙ ΤΥΡΑΝΝΟΙ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

ΟΙ ΕΜΜΑ ΓΚΟΛΝΤΜΑΝ ΚΑΙ ΒΟΛΤΕΡΙΝ ΝΤΕ ΚΛΕΡ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ

ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΩΝ ΗΠΑ (1901)

Κυκλοφορία προσεχώς

Την 5η Σεπτέμβρη 1901 ο 25ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Ουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ, θα παρευρεθεί στα Αμερικανοκαναδικά σύνορα, και συγκεκριμένα στο Μπάφαλο που προοριζόταν να είναι τερματικός σταθμός της περιοδείας του στη χώρα, προκειμένου να μιλήσει στην Παναμερικανική Έκθεση. Την επόμενη μέρα μετά από την επίσκεψη του στους καταρράκτες του Νιαγάρα θα δώσει το παρόν σε μια δεξίωση Στο Ναό της Μουσικής, στις εγκαταστάσεις της έκθεσης. Εκεί και καθώς χαιρετούσε το πλήθος σφίγγοντας το χέρι των παρευρισκόμενων θα δεχτεί δυο σφαίρες στην κοιλιά του από το ρεβόλβερ που κρατούσε ο μόλις 25χρονος Αμερικανός πολωνικής καταγωγής Λίον Ζόλγκοζ. Οκτώ μέρες μετά θα υποκύψει μετά από γάγγραινα που προκλήθηκε από τη μία σφαίρα.

«Ενώ χιλιάδες μισούν την τυραννία, ένας θα βρεθεί να ρίξει κάτω έναν τύραννο. Τι είναι άραγε αυτό που ωθεί ένα άτομο να διαπράξει μια τέτοια πράξη τη στιγμή που άλλοι επαναπαύονται στην απραξία; Είναι επειδή αυτός ο ένας χαρακτηρίζεται από πιο ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία και θα αισθανθεί μια αδικία πιο έντονα και με μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλους.»

Έμμα Γκόλντμαν (1901)

 

 «Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας; Κανείς δε ξέρει. Ένα τέκνο της μεγάλης σκοτεινιάς, ένα φάντασμα μέσα από την άβυσσο. Ήταν Αναρχικός; Δε ξέρουμε. Κανένας από τους Αναρχικούς δεν τον ήξερε…»

Βολτερίν Ντε Κλερ (1907)

 

 

Για την αθλιότητα των αριστερών κύκλων θυματοποίησης

Η νέα καταγγελία των 57 φοιτητικών συλλόγων για τραμπούκικη, μαφιόζικη και παρακρατική επίθεση εναντίων αγωνιστών φοιτητών στου Ζωγράφου δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει  τις εκατοντάδες παρόμοιες ανακοινώσεις που αφειδώς εκδίδουν αριστερές οργανώσεις, η μία εναντίον της άλλης, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο από παρόμοιες ανακοινώσεις, με ένα εύκολο ψάξιμο βρίσκονται μεμιάς αρκετές. Αντιστοίχως αρκετές τέτοιες ανακοινώσεις θα βρίσκονται καταχωνιασμένες σε αρχεία οργανώσεων, παρατάξεων και κομματικών νεολαίων. Η πραγματικότητα αυτή από μόνη της καταρρίπτει ένα από τους μεγάλους μύθους της αριστεράς σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Της αριστεράς της ταπεινότητας, της ευπρέπειας και της ευγενούς πολιτικής άμιλλας. Κάτι που αποτελεί αστικό μύθο. 

Η πραγματικότητα φυσικά είναι τελείως διαφορετική. Τα σχήματα της αριστεράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος μετά το 1974, υπήρξαν στην πλειοψηφία τους κοινωνοί μιας ακραίας κουλτούρας βίας που σχετιζόταν με τη διεκδίκηση της πολιτικής ηγεμονίας σε κάθε πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Από τα σωματεία και τους εργασιακούς χώρους, στις σχολές και τα πανεπιστήμια, και από περιοχές και αγωνιζόμενες γειτονιές στα σχολεία και τους μαθητικούς αγώνες, ο πολιτικός ανταγωνισμός στο εσωτερικό της αριστεράς έπαιρνε, όπου χρειαζόταν, βίαια μορφή, με μαζικές συρράξεις, επιθέσεις και σοβαρούς τραυματισμούς με εισαγωγές σε νοσοκομεία. 

Όπου διακυβευόταν η πολιτική κυριαρχία μιας αριστερής συνιστώσας, όπου δηλαδή κινδύνευε να χαθεί ένα «κάστρο» της για να μιλήσουμε στη γλώσσα τους , τότε το λόγο είχε η βία. Σκληρή, απροκάλυπτη, ακόμα και τυφλή πολλές φορές. Πέρα από το ξύλο, που μπορούσε να γενικευτεί ανεξέλεγκτα, έχουν καταγραφεί, σε καταγγελίες των ίδιων των σχημάτων μάλιστα, και πρακτικές λιντσαρίσματος, εξευτελισμού προσωπικότητας, σεξιστικών συμπεριφορών, μέχρι και κλοπών χρημάτων και προσωπικών αντικειμένων.[1] 

Φυσικά, σχεδόν πάντα ακολουθούσαν κείμενα των κατά περίπτωση θυμάτων που καταφέρονταν εναντίον των επιτιθέμενων με μια κονσερβαρισμένη ρητορική που είχε μέσα όλο το ποτ πουρί των ως άνω αναφερόμενων βερμπαλιστικών εκφράσεων (μαφιόζικες πρακτικές, παρακρατικοί κτλ).

Για όποιον παρατηρούσε τα πράγματα από την απ΄ έξω ήταν εμφανές ότι το υποτιθέμενο ηθικό πλεονέκτημα της εκάστοτε παράταξης ή σχήματος, ήταν σε άμεση συνάρτηση του αν έπαιρνε ένα σκηνικό ή όχι. Αν έπαιρνε το σκηνικό, αν έπαιρνε τη φάση, τότε για τα θύματα ήταν μια γκρούπα που λειτουργεί με όρους παρακρατικών, μαφίας κτλ ενώ η αντιμετώπιση των θυμάτων ήταν ως προβοκάτορες και συκοφάντες. Αυτές οι αλληλοκατηγορίες εναλλάσσονταν διαρκώς μέσα στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, αν και τα πιο σκληροπυρηνικά επεισόδια τέτοιου τύπου είχαν συμβεί ομολογουμένως μέσα στα ΄80s, τότε που υπήρχε περισσότερο ψωμί γενικώς στα διάφορα πεδία πολιτικοποίησης.

Μπορεί στο πέρασμα του χρόνου, η γενικότερη απολιτικοποίηση της κοινωνίας να οδήγησε σε μια πτωτική τάση τέτοιων επεισοδίων, η παράδοση όμως αυτή έμεινε ζωντανή, και σε κάθε ευκαιρία βλέπαμε αριστερούς να χτυπιούνται μεταξύ τους για ένα τραπεζάκι στο τριήμερο του Πολυτεχνείου, για μια παραπάνω αφίσα στις εκλογές, για μια σφραγίδα φοιτητικού συλλόγου στις γενικές συνελεύσεις (στις ίδιες συνελεύσεις που χαρακτηρίζονταν από το έθιμο των γκαρίδων και των συνθημάτων που σαμπόταραν την τοποθέτηση των «άλλων» κάτι που μπορούσε από μόνο του να οδηγήσει σε ανελέητο ταβερνόξυλο εντός αμφιθεάτρων), για την πιο μπροστινή θέση ενός πανό σε κάποια διαδήλωση, για μια κατάληψη που δεν έπρεπε να χαθεί, για ένα ψήφισμα που δεν έπρεπε να περάσει. Και δώστου ξύλου και ξανά μανά ξύλο, και ξανά καταγγελίες και ξανά μανά καταγγελίες. Και δώστου μετά ποζεριές σε πάρτυ και πηγαδάκια σε σχολές για το «τι τους κάναμε» και «πως τους πετσοκόψαμε πάλι έτσι».

Όλα αυτά είχαν αποκτήσει έναν σχεδόν κωμικό τόνο από ένα σημείο κι έπειτα, γιατί αφενός τα ίδια πράγματα έκαναν και οι μεν και οι δε, από την άλλη κανείς δεν πίστευε ποτέ ότι από την άλλη μπάντα βρίσκονται όντως παρακρατικοί και μαφιόζοι ώστε να κηρύξει έναν ανένδοτο αγώνα εναντίον τους. Αυτή η παράδοση κατέστη χαρακτηριστική της εγχώριας αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, σε τέτοιο βαθμό που κανείς πλέον δεν έδινε βάση στις καταγγελίες που έβγαιναν, γιατί ήταν απλώς μία από τα ίδια. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Σε μεγάλο βαθμό μάλιστα οδήγησε και στον εκφυλισμό και την απαξίωση της από άλλες κοινωνικές ομάδες, που δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι όλη αυτή τη γραφικοποίηση μιας βίαιης κουλτούρας που εμπεριείχε αυτούς τους όρους επιβολής.

Βέβαια, ενώ όλο αυτό ήταν πολύ φυσικό και αυτονόητο ότι είναι κομπλέ να συμβαίνει μεταξύ τους, υπήρχε πάντα μια τομή που έκανε τη διαφορά. Η αντιπαράθεση με τους αναρχικούς. Όταν στη θέση κάποιας άλλης αριστερής μπάντας επρόκειτο να είναι αναρχικοί, ιδίως αν ήταν νικητές, τότε άλλαζε το παιγνίδι. Φυσικά οι καταγγελίες ήταν παρόμοιες, αυτό δεν είχε διαφορά. Αυτό που διέφερε ήταν η εντυπωσιακή συσπείρωση των περισσότερων αριστερών γκρουπούσκουλων, που κινητοποιήσαν ότι οργάνωση και παραοργάνωση είχαν και δεν είχαν, έψαχναν να βρουν τι υπογραφές να βάλουν (ακόμα κι αν επρόκειτο για σχήματα των δύο ατόμων, η για υπογραφές σχημάτων ανενεργές για χρόνια) προκειμένου να φανεί μια συσπείρωση με ψήγματα ηθικού πανικού και μαζικής υστερίας απέναντι στον κοινό εχθρό: τους αναρχικούς.

Τέτοιου τύπου συσπειρώσεις και μαζικές υπογραφές οργανώσεων και φοιτητικών συλλόγων, όπως η πρόσφατη για τα επίκαιρα γεγονότα στου Ζωγράφου, δεν έχουν παρατηρηθεί ούτε στα χειρότερα ξύλα και καφριλίκια μεταξύ αριστερών. Αυτός ο σκοπούμενος ηθικός πανικός λοιπόν, δεν έχει τόσο σχέση με κάποια δήθεν πιο αναβαθμισμένη βία από πλευράς αναρχικών, αλλά με το γεγονός ότι η πλειοψηφία των γραφειοκρατικών οργανώσεων που διεκδικούν ηγεμονία σε διάφορα πεδία αγώνα (σχολές,σωματεία κλτ) θεωρούν πως δικαιούνται να έχουν το μονοπώλιο της βίας, και να επιβάλουν με αυτό την ισχύ τους. Αντίθετα είναι κοινή τους πεποίθεση πως ριζοσπαστικές δυνάμεις που αμφισβητούν αυτόν τον τρόπο οργάνωσης και παρέμβασης στους εκάστοτε χώρους αγώνα, είναι μια κοινή απειλή.

Τα πράγματα όμως φυσικά έχουν αλλάζει. Οι καιροί έχουν αλλάξει. Η αναρχία έχει παρουσία πλέον σε διάφορους κοινωνικούς χώρους και λίγο ή πολύ συνδέεται και με εργαζόμενους και με φοιτητές. Διεκδικεί να έχει λόγο στα πράγματα και να προτάσσει άλλες μορφές οργάνωσης, πάλης και αντίστασης. Το κάνει μάλιστα, μετά από πολλά χρόνια εσωστρέφειας, με πολύ πιο σοβαρούς όρους που δείχνουν διάθεση εγκατάλειψης ενός παλιότερου απομονωτισμού. Κι αυτό αναγνωρίζεται και από άλλες αριστερές δυνάμεις που επιλέγουν να συμπράξουν μαζί της, έξω από παραδοσιακές και γραφειοκρατικές νόρμες Επομένως η αναρχία είναι μέσα στην εξίσωση και δε μπορεί να αφαιρεθεί. Κι αν κάποιοι επειδή δε το χωνεύουν καταλήγουν στην παραδοσιακή κουλτούρα βίας της μεταπολιτευτικής αριστεράς, (όπως και καταγγέλλονται ότι έχουν κάνει) είναι αστείο μετά να εμφανίζονται ως οι αδικημένοι της υπόθεσης και να ενεργοποιούν αποφάσεις φοιτητικών συλλόγων όλης της χώρας για να επικυρώσουν ουσιαστικά την ήττα τους μέσα στο γήπεδο τους.

Φυσικά, μέσα σε όλα, αυτά που συμβαίνουν έχουν και θετικό αποτύπωμα. Κάνουν πιο ξεκάθαρο το πεδίο, για το τι ακριβώς επιδιώκουν εν τέλει διάφορες υποτιθέμενες ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, που προτιμούν να πυροδοτήσουν εντάσεις που μόνο βλαπτικές θα είναι για τα κινήματα σε αυτήν την συγκυρία, παρά να αποδεχτούν ότι χάνουν συσχετισμούς μέσα στους χώρους τους. Προτιμούν να προκαλέσουν μια καταστροφή, την οποία προθύμως θα χρεώσουν εκ των υστέρων σε άλλους, και να συμπαρασυρθούν και οι ίδιες από αυτήν, παρά να δώσουν χώρο και σε άλλες μορφές κινητοποιήσεων στις οποίες δε θα έχουν τον πρώτο λόγο.


Και αυτό είναι καλό που το βλέπουμε. Ας το κρατήσουμε να το θυμόμαστε.

 

[1] από τις πιο πρόσφατες περιπτώσεις καταγγελία των ΕΑΑΚ ενάντια στην ΠΚΣ το Μάρτιο του 2017 https://pandiera.gr/%CE%B5%CE%B1%CE%B1%CE%BA-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B5%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BC%CF%80-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%AC/

Το τέλος ενός κύκλου;

 

 

Η πόλωση του πολιτικού σκηνικού στην μεταπολεμική Ελλάδα δεν άφηνε πολλά περιθώρια ώστε να είναι κανείς αδιάφορος προς την πολιτική. Ως αποτέλεσμα όλες οι πτέρυγες του πολιτικού φάσματος, από τη δεξιά ως το κέντρο και την αριστερά, είχαν μια μεγάλη κομματική δεξαμενή, έντονα πολιτικοποιημένη, και με την πλειοψηφία των μελών τους, αρκετά στρατευμένα ιδεολογικώς.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο κοινωνικός χάρτης στο ελληνικό τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Νέες τάσεις έχουν διαμορφωθεί, έχουν καταστεί κυρίαρχες, και έχουν επηρεάσει τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς.


Οι ανακατατάξεις της μεταπολίτευσης, η κοινωνική κοινωνικότητα και οι αντιφατικές ταξικές μετατοπίσεις που τη χαρακτήρισαν, καλλιέργησαν σταδιακά τις συνθήκες για την α-πολιτικοποίηση μεγάλου μέρους του δυναμικού κάθε πολιτικής πτέρυγας. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μεγάλος κοινωνικός πόλος που εκτείνεται από τη μετριοπαθή συντήρηση ως τη μετριοπαθή πρόοδο, αδιάφορος για τα κοινά τον περισσότερο καιρό, εμποτισμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία της ανάπτυξης και του καταναλωτισμού, πακέτο με την εξοικείωση πρακτικών διαφθοράς, σε αναλογία πάντα των κοινωνικών και ταξικών προνομίων του καθενός.


Ο συγκεκριμένος κοινωνικός πόλος, πέρα από συγκεκριμένες στιγμές που ενεργοποιήθηκε λόγω συγκυριών που είχαν σχέση με εθνικές ή οικονομικές κρίσεις, υπήρξε κατά κύριο λόγο ανενεργός, διατυμπανίζοντας περήφανα την α-πολιτικοποίηση του, ως κοινωνικά υπεύθυνη θέση, ενώ η αδιαφορία προς τα κοινά, μετατρεπόταν σε κυρίαρχη κοινωνική τάση, σε αντίθεση με το παρελθόν που ενδεχομένως ήταν πιο περιθωριακή. Η τάση αυτή, σε συνδυασμό με την επιρροή της μαζικής κουλτούρας των επόμενων δεκαετιών, καθιερώθηκε ως η απόλυτη νέα νόρμα και ήταν και αυτή που απορροφούσε τα μεγαλύτερα κύματα της νεολαίας.


Θεωρούμε ότι ο πόλος αυτός, που άλλοτε αποκαλείται σιωπηλή πλειοψηφία ή μέτωπο της λογικής, δεν έγινε άμεσα αντιληπτός, ως τέτοιος, από το ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα , με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αποξένωση με χαρακτηριστικά ιδρυματοποίησης, των ριζοσπαστικών υποκειμένων από το ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αυτή η ιδρυματοποίηση δημιούργησε κάπως μια συλλογική αίσθηση ότι όσο περισσότερο φωνάζουμε, όσο περισσότερη βαβούρα κάνουμε, τόσο περισσότερο ακούγεται προς τα έξω το δίκιο μας, και μάλιστα γίνεται αποδεκτό. Κάπως σαν το σύνδρομο του φωνακλά που επειδή φωνάζει σε μια συζήτηση, νομίζει ότι οι χαμηλοί τόνοι των υπολοίπων είναι ένδειξη πειθούς.


Το χάσμα ανάμεσα στις ριζοσπαστικοποιημένες δυνάμεις της προόδου και τον κοινωνικό πόλο της α-πολιτικοποίησης βάθυνε κι άλλο στη πορεία της μεταπολίτευσης, καθώς χανόταν ολοένα και περισσότερο το πολιτισμικό κομμάτι της παράδοσης των αγώνων, των συλλογικών αντιστάσεων και κατακτήσεων, αφήνοντας πίσω ένα κενό που κάλυπτε η επελαύνουσα μαζική κουλτούρα των ΄90s και ΄00s. Η ενασχόληση με την πολιτική από την άλλη φαινόταν σα δείγμα γραφικού φανατισμού ή μια επιλογή καριέρας για τους πιο επιδέξιους και φιλόδοξους. Ήταν εποχές που ειδικά στις νεανικές παρέες ήταν στάνταρ οι φράσεις «έλα μωρέ τι ασχολείσαι με αυτά τώρα», «δε μπορούμε να κάνουμε μια κουβέντα όλο στο πολιτικό το πας», «καλό παιδί ο/η τάδε αλλά στα πρήζει με τα πολιτικά» .


Οι κοινωνικοί αγώνες λοιπόν έφθιναν στη μεταπολίτευση, οι πιο δυναμικές αντιστάσεις γίνονταν ολοένα και πιο περιθωριακές, και κάθε μεγάλο κοινωνικό κίνημα που ξεσπούσε δε ήταν παρά μια σκιά κάποιου προηγούμενου, κάποια χρόνια πίσω. Αν κοιτάξει κάποιος τη μεγάλη εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών και μελετήσει την καμπύλη των κοινωνικών αγώνων στη μεταπολίτευση, θα διαπιστώσει μια διαρκώς φθίνουσα πορεία σχεδόν σε όλα τα μέτωπα. Από τις εργατικές μέχρι τις φοιτητικές και τις μαθητικές κινητοποιήσεις και από τα αντιπολεμικά μέχρι το κίνημα της αντι-παγκοσμιοποίησης, σημειώνεται μια πτωτική τάση, αν όχι απαραίτητα σε δυναμικότητα, σίγουρα σε μαζικότητα. Οι εστίες κοινωνικής σύγκρουσης λιγοστεύουν διαρκώς, η ένοπλή αμφισβήτηση υποχωρεί καθώς καταγράφονται ολοένα και λιγότερες ενέργειες, ενώ μία από τις πιο εμβληματικές και πολυπληθέστερες οργανώσεις πολιτικής βίας, τερματίζει τη δράση της στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 .


Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, και ότι την ακολούθησε, ήταν βεβαίως μια εξαίρεση αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια παρένθεση. Δυναμική αλλά παρένθεση. Η εξέγερση απέκτησε ένα δημόσιο πρόσωπο στις δυναμικές αντιδράσεις και διαδηλώσεις των μαθητών, αλλά η βασική εκρηκτική της ύλη, αν εξαιρέσουμε το αναρχικό κίνημα, υπήρξε το κοινωνικό περιθώριο, δηλαδή ένας διαρκής πληθυσμός υπό εξαίρεση. Ρομά, μετανάστες, με ή χωρίς χαρτιά, τοξικοεξαρτημένοι, λούμπεν παραβατικός πληθυσμός καθώς και χούλιγκαν των γηπέδων. Το γεγονός της έκρηξης του κοινωνικού περιθωρίου ταρακούνησε τα πιο συντηρητικά κομμάτια του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, στρέφοντας τους στα πιο δεξιά του πολιτικού φάσματος από εκεί και ύστερα.


Τα πρώτα χρόνια της κρίσης και των αντιμνημονιακών αγώνων, η πόλωση που προκάλεσε η κοινωνική αγανάκτηση, υπήρξε ομολογουμένως μεγάλη, δημιουργώντας μια πολιτική αποσταθεροποίηση που άλλαξε τα δεδομένα του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος. Της κοινωνικής αγανάκτησης κατάφεραν να τεθούν πρωτοπορία δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της ακροδεξιάς, οι μεν επενδύοντας στην ελπίδα μιας καλύτερης διαχείρισης, οι δε στην απογοήτευση και το θυμό εξαιτίας της «πολιτικής φαυλοκρατίας». Αμφότερες επένδυσαν στο χαρτί των πατριωτικών αισθημάτων με την ρητορική της καθεμιάς προσαρμοσμένη στις γενικότερες διακηρυγμένες αρχές της, και στα αυτιά του ευρύτερου ακροατήριου της. Εκλογικά επικράτησαν οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις διαψεύδοντας την ελπίδα που καλλιέργησαν ενώ την ίδια στιγμή οι ακροδεξιές δυνάμεις βάλλονταν ως εγκληματικές, και έβρισκαν απέναντι τους το «τείχος της Δημοκρατίας».


Αυτή ακριβώς η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας του 2015-2019 να καταφέρει, έστω και περιορισμένα, να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που η ίδια καλλιέργησε, ήταν καταλυτική ώστε να δημιουργηθεί το έδαφος για μια επερχόμενη επανασυσπείρωση του κοινωνικού πόλου της α-πολιτικοποίησης, της σιωπηλής πλειοψηφίας και του μετώπου της λογικής υπό την αδιαμφισβήτητή πολιτική ηγεμονία της δεξιάς πτέρυγας του πολιτικού συστήματος.


Το γεγονός αυτό δίνει την ευχέρεια στη νέα πολιτική διαχείριση της εξουσίας να ανακηρύξει το τέλος ενός ιστορικού κύκλου, αυτού της μεταπολίτευσης, και το άνοιγμα ενός νέου. Ενός νέου κεφαλαίου που θα κλείσει τα κεφαλαία που συνιστούσαν «παθογένειες του παρελθόντος», «γραφικότητες» και «σπασμωδικές αντιδράσεις μειοψηφικών ομάδων», καταστάσεις δηλαδή που δεν μας έκαναν να φαινόμαστε μια καθώς πρέπει ευρωπαϊκή ανεπτυγμένη χώρα, αλλά μια οπισθοδρομική βαλκανική μπανανία.


Έτσι η κυβέρνηση κλείνει το κεφάλαιο των διαδηλώσεων, κλείνει το κεφάλαιο των απεργιών, το κεφάλαιο του ριζοσπαστισμού στα πανεπιστήμια, το κεφάλαιο της πολιτικής βίας και της έμπρακτης αμφισβήτησης του καθεστώτος σε οποιαδήποτε μορφή, και ετοιμάζεται να κλείσει και άλλα κεφάλαια, με την πρόθεση να γράψει ιστορία και να αφήσει εποχή, ως η κυβέρνηση που έκανε αυτά που δεν τόλμησε να κάνει καμιά άλλη. Κι αυτό χωρίς κόμπλεξ και ενοχικά σύνδρομα για το βρώμικο παρελθόν της δεξιάς, πράγματα που αφορούν γεγονότα που έχουν ξεθυμάνει και οι νέες γενιές δεν έχουν ζήσει καν, χωρίς ταμπού, και πάνω από όλα, χωρίς πραγματικό αντίπαλο μέχρι στιγμής. Κι αυτό γιατί οι δυνάμεις της αριστεράς από τη μία, νόμιζαν πως τα μεταπολιτευτικά προνόμια τους θα κρατούσαν για πάντα και απέχουν πολύ από οποιοδήποτε επίπεδο ετοιμότητας, και η πιο δυναμική και συγκρουσιακή κοινωνική δυναμική από την άλλη, η αναρχία, παραμένει κατακερματισμένη και δεχόμενη συντριπτικά απανωτά πλήγματα, το ένα πίσω από το άλλο.


Πλέον το να φωνάζεις δυνατά και επαναλαμβανόμενα πόσο φασιστική είναι η κυβέρνηση και αυτά που κάνει, απλώς δεν έχει κανένα νόημα. Κι αυτό διότι τα χρόνια πέρασαν, και οι κυβερνώντες πλέον δεν τριγκάρονται με αυτή τη ρητορική. Περισσότερο διασκεδάζουν καθώς γνωρίζουν ότι έτσι δεν πείθεται παρά ένα πολύ μικρό κοινό μέσα στην κοινωνία, με έφεση να παρασύρεται από λεκτικές υπερβολές. Η πραγματικότητα, όσο κι αν μας ενοχλεί, είναι ότι πολλά από τα πράγματα που τώρα κάνει η κυβέρνηση ισχύουν, και είναι μια κανονικότητα σε πολλές χώρες στην Ευρώπη εδώ και χρόνια, δεκαετίες ίσως. Και ο περισσότερος κόσμος στον οποίο απευθυνόμαστε, ή τέλος πάντων αυτό πασχίζουμε να το κάνουμε, δεν έχει στο μυαλό του την Ευρώπη, γενικώς και αορίστως, ως μια ένωση φασιστικών κρατών, αλλά ως ισοδύναμο της προόδου και του εκσυγχρονισμού, τόσο σε ότι αφορά τα πανεπιστήμια, αλλά και τις κινητοποιήσεις, την καταστολή, τις φυλακές κτλ.


Ο περισσότερος κόσμος θα έχει ταξιδέψει σε κάποια χώρα της Ευρώπης, για τουρισμό, για σπουδές, για αναψυχή, και σίγουρα αυτό που σκέφτηκε δεν ήταν, «α τι φασιστική χώρα είναι αυτή», αλλά πόσο προχωρημένα, πολιτισμένα, εκσυγχρονισμένα και τακτοποιημένα είναι τα πράγματα εκεί πέρα. Αυτός είναι ο πυρήνας του φαντασιακού του κοινωνικό πόλου της α-πολιτικοποίησης όταν ακούει για Ευρώπη, η οποία περισσότερο σαν πρότυπο κάπως γίνεται αντιληπτή, παρά σαν παράδειγμα αποφυγής.
Βερμπαλισμοί τύπου Χούντα, Φασισμός, φασιστικές πρακτικές, δεν συγκινούν και δεν πείθουν παρά ελάχιστα αυτιά. Ακόμα χειρότερα ακούγονται σαν τις υστερίες ενός κακομαθημένου παιδιού που οι κηδεμόνες του αποφάσισαν να γίνουν πιο αυστηροί. Μια εικόνα που ενισχύεται από την προπαγάνδα του κυβερνητικού στρατοπέδου που χαρακτηρίζει την αριστερά (στο σύνολο της) ως το κακομαθημένο παιδί της μεταπολίτευσης που δεν έμαθε ποτέ τρόπους.


Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν, ο πόλος της α-πολιτικοποίησης όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για τις προοδευτικές κατακτήσεις που χάνονται, αλλά τις εγκρίνει κιόλας, και τις θεωρεί δείγμα κυβερνητικής συνέπειας και αποφασιστικότητας. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι να θιγούν και τα δικά τους άμεσα συμφέροντα και προνόμια και να αναγκαστούν να λάβουν την όποια θέση διαμαρτυρίας, είμαστε μόνοι και μόνες μας, σε έναν αγώνα που μοιάζει με κούρσα επιβίωσης, με τις πιθανότητες αναχαίτησης αυτής της επίθεσης να μην αυξάνονται με μια ρητορική και μια στρατηγική που αποσκοπεί στο να κάνει τους κυβερνώντες να νιώσουν ντροπή για τα «φασιστικά πεπραγμένα» τους, ή να αγχωθούν μην ταυτιστούν με την επάρατο Δεξιά.


Η κυβέρνηση επιτίθεται ανελέητα σε όλο το προοδευτικό φάσμα θεωρώντας ότι το χει να το κάνει γιατί τόσα χρόνια «βρίσκαμε και τα κάναμε». Μπορεί οι συνθήκες της πανδημίας να ευνοούν τις αλλαγές των κοινωνικών συσχετισμών αλλά, μη γελιόμαστε, αυτές θα προχωρούσαν έτσι κι αλλιώς, με ή χωρίς πανδημία. Απλώς τώρα τσουλάνε πιο εύκολα. Η ανάσχεση τους από την άλλη, και η διάψευση της νέα πολιτικής διαχείρισης ότι δεν παίζει χωρίς αντίπαλο, δε θα είναι χωρίς βαρύ κόστος. Αυτό ας το λάβουμε υπόψη μας.

Η μάχη των εννοιών: κυρίαρχος λόγος και αντικοινωνικό

Η μάχη των εννοιών:
κυρίαρχος λόγος και αντικοινωνικό


Αλίκη: “Πως μπορείς να δώσεις τόσο διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιείς;”
Humpty Dumpty: “Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο κυρίαρχος… αυτό είναι όλο”.
Lewis Carroll
(Η Αλίκη μέσα στον καθρέπτη)

 

Κάθε καθεστώς που θα ήθελε να έχει λιγότερους αποσταθεροποιητικούς κραδασμούς, κατασκευάζει μια αφήγηση που να συσπειρώνει σε μια συναινετική βάση ένα σεβαστό ποσοστό της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Κάθε αφήγηση διαφέρει ανάλογα το καθεστώς, την εποχή και την ιδιομορφία κάθε περιοχής. Ωστόσο υπάρχει σχεδόν πάντα ένα κοινό μοτίβο.

Το μοτίβο αυτό περιλαμβάνει την αναγκαιότητα μιας ενότητας απέναντι σε έναν εχθρό. Ο εχθρός, και οι ταυτότητες του, μπορεί να αλλάζουν, αλλά το μοτίβο παραμένει.

Μπορεί άλλοτε να παρουσιάζεται ως αιρετικός ή ως προδότης ή ως κάτι άλλο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται είναι ανάλογος του τι μπορεί να συσπειρώσει κάθε φορά ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής βάσης.

Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα του μεσοπολέμου και της μετεμφυλιακής εποχής, ως και τη μετάβαση στη μεταπολίτευση, η αφήγηση που αποτελούσε συγκολλητική ουσία για την πολιτική τάξη πράγματων ήταν η εθνική απειλή.

Σε ένα ταραγμένο πολιτικό περιβάλλον όπως αυτό της Ελλάδας των δεκαετιών αυτών, η αφήγηση αυτή επιδίωξε να συσπειρώσει κομμάτια της κοινωνίας στη βάση της εθνικοφροσύνης και της πλειοδοσίας στον πατριωτισμό. Με εξαίρεση τα χρόνια της ναζιστικής κατοχής όπου το βάρος της αντίστασης σήκωσε στο μεγαλύτερο κομμάτι η αριστερά, η αφήγηση αυτή πέτυχε πράγματι το στόχο της σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.

Ως εθνική απειλή παρουσιάστηκε ο κίνδυνος του κομμουνισμού και σε αυτή τη βάση οικοδομήθηκε η συνθήκη, της όποιας κοινωνικής αποδοχής της συνέχειας των παρακολουθήσεων, των εξοριών, των φυλακίσεων, των βασανιστηρίων κομμουνιστών/στριών μέχρι και το 1974. Η ίδια η δικτατορία επιχείρησε να νομιμοποιηθεί κοινωνικά επικαλούμενη τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Χωρίς μια εθνική καταστροφή του μεγέθους της Κυπριακής κρίσης ενδεχομένως η μεταπολίτευση να αργούσε περισσότερο.

Στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης, και κυρίως στα χρόνια της πράσινης σοσιαλδημοκρατίας, το τοπίο της πολιτικής σκηνής μεταβάλλεται. Πλέον συγκολλητική ουσία είναι η νομιμοφροσύνη και εχθρός είναι τα υποκείμενα που την απειλούν.

Όσο θα βαθαίνει η μεταπολίτευση και η ελληνική εκδοχή του κεϋνσιανισμού θα φτανει το pic της (’90-’00), η συγκολλητική ουσία του νέου κοινωνικού συμβολαίου είναι η συσπείρωση γύρω από οτιδήποτε απειλεί τους όρους της νέου τύπου κοινωνικής συνοχής.

Οι αντιφατικές ταξικές μετατοπίσεις που προκαλούνται με την ποσοτική διόγκωση του κοινωνικού μπλοκ μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας, τόσο στις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές όσο και στην ύπαιθρο, δημιουργεί ένα ενιαίο διαταξικό ιδεολογικό μπλοκ νομιμοφρόνων.

Όσο περισσότερο κυριαρχούσε στο κοινωνικό πεδίο η μικροαστική ιδεολογία και ηθική, τόσο άλλαζαν και οι ευρύτεροι κοινωνικοί συσχετισμοί με την διεύρυνση του σώματος των νομιμοφρόνων, ή αλλιώς και νοικοκυραίων. Υπήρχε δηλαδή και υλικός αντίχτυπος καθώς το ζήτημα δεν ήταν αποκλειστικώς ποιοτικό.

Το κοινωνικό σώμα της νομιμοφροσύνης αρχίζει να συσπειρώνεται πλέον απέναντι σε μια απειλή που βαφτίζεται αντικοινωνική, και το εθνικόφρων πλαίσιο υποχωρεί σταδιακά από το δημόσιο διάλογο σε σχέση με το παρελθόν. Ο νέου τύπου κοινωνικός κορμός, ο νομιμόφρων πληθυσμός, καλείται να σταθεί απέναντι σε εκείνα τα στοιχεία που απειλούν την πολιτική τάξη και τη κοινωνική συνοχή, τη δημόσια ασφάλεια, την κυρίαρχη κοινωνική ηθική και γενικά απέναντι σε οτιδήποτε αποτελεί παραφωνία στη συνθήκη της νέας εποχής. Μιας εποχής στην οποία θα κυριαρχήσει μια γενικευμένη απληστία και διαφθορά, η οποία μάλιστα σε ένα μεγάλο βαθμό, κατέστη οριζόντια.

Στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο αλλά και στα ΜΜΕ, ριζοσπαστικά υποκείμενα που αμφισβητούσαν το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, κομμάτια της νεολαίας που αποστρέφονταν τον κομφορμισμό της εποχής και τα κυρίαρχα αισθητικά και πολιτισμικά πρότυπα, τα όποια απομεινάρια μαχητικού συνδικαλισμού, άτομα τοξικοεξαρτημένα ή παραβατικά, με διαρκή τραβήγματα σε δικαστήρια ,φυλακές ή ψυχιατρικά ιδρύματα, αλλά και άλλα, με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό ή μη ετεροκανονικό έμφυλο αυτοπροσδιορισμό, μετανάστες και πρόσφυγες, αποτελούσαν ένα σύνολο αντικοινωνικών στοιχείων, που απειλούσε την κοινωνική ομαλότητα και κανονικότητα.

Προοδευτικά η κοινωνία, αντί για το ευρύτερο πλαίσιο συλλογικής συνύπαρξης διαφορετικών μίκρο- και μάκρο- συνόλων, γίνεται νοούμενη αποκλειστικά ως το σώμα της νομιμοφροσύνης. Οτιδήποτε έξω από αυτό είναι έξω και από την κοινωνία

Οι συνδηλώσεις που παράγονταν μέσα από την αυτήν τη διάκριση, καταλήγαν να ταυτίζουν το αντικοινωνικό με το αντικανονικό, με κάθε είδους δηλαδή αποκλίνουσα τάση και συμπεριφορά. Έτσι συχνά πολιτικές ομιλίες ακόμα και στο κοινοβούλιο έφταναν να ομιλούν για αντικοινωνικά στοιχεία που κάνουν καταλήψεις σε σχολεία, που κάνουν επεισόδια σε πορείες, που απειλούν την περιουσία και την ασφάλεια του Έλληνα, που μολύνουν τις γειτονιές ή το κέντρο της πόλης με την παρουσία τους (αναφορά κυρίως σε μετανάστες/πρόσφυγες και τοξικοεξαρτημένους), που αποτελούν πρόκληση για την επικρατούσα κοινωνική ηθική (αναφορά κυρίως σε άτομα απασχολούμενα σε μαύρη σεξεργασία ή σε δημόσιες εκδηλώσεις τρυφερότητας ομόφυλων ζευγαριών και συναφείς κοινωνικές διεκδικήσεις περί θεσμικής αναγνώρισης δικαιωμάτων) ενώ ο ίδιος λόγος περνούσε αυτούσιος σε τίτλους του Τύπου και σε τηλεοπτικά ενημερωτικά προγράμματα και εκπομπές.

Επιπλέον η σχηματική αυτή αντίθεση κανονικού-αντικοινωνικού, εισάγει στην ημερήσια διάταξη ένα λόγο ρατσιστικό και κανιβαλλιστικό, που εθίζει το κοινό σε σχήματα αντίληψης και αίσθησης ανωτερότητας από το «άλλο», το αντικοινωνικό, το οποίο σταδιακά, χάνει ακόμα και την ανθρώπινη υπόσταση του.

Πάνω στην ίδια διάκριση οικοδομείται και η κοινωνική αδιαφορία για συνθήκες εξαίρεσης που αφορούν πληθυσμούς-τμήματα αυτού του ενιαίου αντικοινωνικού συνόλου. Έτσι το κοινό δε πρόκειται να δείξει ενδιαφέρον για την αστυνομική καταστολή σε ριζοσπαστικά ή και απλά παραβατικά υποκείμενα, για τις συνθήκες στις φυλακές ή τα κέντρα κράτησης μεταναστών, για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία στους δρόμους, για την εθνική πολιτική ασφάλειας στα σύνορα με ότι συνεπάγεται αυτή. Αυτά τα θέματα θα καταλήξουν να αποτελούν ατζέντες αδιάφορες έως και ενοχλητικές στα αυτιά του κοινού, και οι φωνές που τις αναδεικνύουν θα είναι και αυτές αδιάφορες, γραφικές, περιθωριακές, ενοχλητικές ή ακόμα και εχθρικές.

Δεδομένου ότι οι συνθήκες εξαίρεσης σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις καταπατούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα ή συνιστούν απόκλιση από την τήρηση κανόνων της διεθνούς κοινωνίας, αποτελούν μείζονα αντίφαση ως προς τις υποτιθέμενες αξίες και αρχές του ίδιου του πολιτικού συστήματος, που εντάσσει εαυτόν στο μπλοκ του πολιτισμένου κόσμου. Όσο αμβλύνεται ποσοτικά και ποιοτικά αυτή η αντίφαση, τόσο πιο μεγαλύτερη ηθική απαξία αποκτά και η αδιαφορία του κοινού ως προς τις συνθήκες εξαίρεσης που εφαρμόζονται σε αυτούς του πληθυσμούς, οι οποίοι δεν είναι ότι είναι αόρατοι, απλώς στην καλύτεροι είναι αδιάφοροι, και στη χειρότερη εχθρικοί.

Η νέα συναινετική βάση λοιπόν στην οποία συσπειρώνεται το κοινωνικό σώμα, είναι η βάση αυτή η οποία επιτρέπει να διαπράττονται επί δεκαετίες, σωρεία κρατικών εγκλημάτων χωρίς μαζικές αντιστάσεις, μέσα σε ένα πέπλο σιωπής, συγκάλυψης και αδιαφορίας. Όλα αυτά γιατί αυτή η συνθήκη δεν αφορά τους ίδιους, αλλά ένα ξένο σώμα, έναν άλλο πληθυσμό, που δυνητικά μπορεί να είναι και απειλή εναντίον της κοινωνίας (όντας αντικοινωνικά στοιχεία) και ίσως και να του αξίζει και λίγο στην τελική. Είναι η βάση στην οποία πατάει η κοινοτοπία του κακού της εποχής μας επιτρέποντας την κανονικοποίηση των κοινωνικών αποκλεισμών και της καθημερινής συστημικής βίας εναντίον κάποιων άλλων που είτε δεν μας αφορούν είτε μπορεί και να απειλούν την κοινωνία μας.

Δεδομένης της συγκεκριμένης επίδρασης του κυρίαρχου λόγου θα επηρεαστούν και τα ριζοσπαστικά-ανατρεπτικά κινήματα των δεκαετιών αυτών που καλούνται να διαχειριστούν τη νέα πραγματικότητα. Πολλές από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που θα επακολουθήσουν στο εσωτερικό τους τα επόμενα χρόνια, προκύπτουν από μια αδυναμία παρακολούθησης των κοινωνικών διεργασιών που συντελούνται μέσα στο πεδίο. Αναπόφευκτα θα τεθούν διλήμματα σχετικά με τη στρατηγική και την επικοινωνία των ριζοσπαστικών μηνυμάτων, διλήμματα που θα πάρουν τη μορφή ρήξεων, συγκρούσεων και σφοδρής πολεμικής ένθεν κι ένθεν.

Εμβληματική διαμάχη με αφορμή τη στάση ενός ριζοσπαστικού κινήματος μέσα σε αυτές τις κοινωνικές συνθήκες θα είναι η πολιτική σύγκρουση που κωδικοποιήθηκε ως κοινωνισμός vs αντικοινωνισμός. Είτε αυτές οι πολιτικές πλαισιώσεις υπήρξαν επιτυχείς είτε όχι, η διαμάχη αυτή δεν υπήρξε αποκλειστικά εννοιολογική ή  μια μάχη ορισμών, αλλά ως ένα ουσιαστικό πολιτικό debate που κατά κύριο λόγο αφορούσε πρώτα από όλα το αν αναγνωρίζεται η ύπαρξη του κοινωνικού corpus της νομιμοφροσύνης με τα ως άνω ποιοτικά χαρακτηριστικά, και ύστερα το πώς στεκόμαστε συνολικά απέναντι του.

Πέρα από συμφωνίες ή διαφωνίες επομένως η διαμάχη αυτή δεν ήταν υπερβατική, ούτε αφορούσε μεταφυσικές ανησυχίες γενικώς και αορίστως, αλλά υπήρξε γειωμένη σε απολύτως πρακτικά ζητήματα δράσης, κίνησης και απεύθυνσης.

Η άλλη η όψη της σχετικοποίησης του φασισμού.

Κάποια στιγμή είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι το να μιλάμε με μια ορισμένη ακρίβεια όταν κάνουμε πολιτική δεν είναι ακριβώς αγκύλωση ούτε εμμονή με στείρο ακαδημαϊσμό. Ο φασισμός για παράδειγμα έχει υπάρξει ιστορικά ένα πολυ συγκεκριμένο πολιτικοκοινωνικό κίνημα στην Ιταλία, η ανάπτυξη και εδραίωση του οποίου αξίζει μελέτης και κατανόησης από τους ριζοσπαστικούς κύκλους διαχρονικά. Ωστόσο παρατηρείται μια ανεξάντλητη σχετικοποίηση της έννοιας που έχει καταλήξει να φοριέται καπέλο σχεδόν στα πάντα.
Η σχετικοποίηση του φασισμού έχει δύο βασικές αφετηρίες. Τόσο το φιλελεύθερο όσο και το αριστερό μπλοκ στη Δύση  έχουν προχωρήσει (για τους δικούς τους λόγους) σε μια συσχέτιση του κρατικού αυταρχισμού με το φασισμό, προκειμένου να προσεγγίζουν το μεσσαίο και κεντρώο χώρο, αυτόν που κοινωνικά τραμπαλίζεται μεταξύ συντήρησης και προόδου, μένοντας πότε στον έναν πόλο πότε στον άλλο.
Το φιλελευθερο μπλοκ ιστορικα προέβη σε αυτή την στρατηγική για να πάρει τον προοδευτικό κόσμο μαζί του προβάλλοντας το φάντασμα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού και να θίξει το χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κρατικού προστατευτισμού. Από την η άλλη η δυτική αριστερά έκανε το ίδιο για να αποδώσει στις καταπιταλιστικές δημοκρατίες μια φασίζουσα διάσταση όταν αυτές γίνονται λίγοτερο ή περισσότερο αυταρχικές και έτσι να συνδέει διαρκώς ιστορικά το φασισμό με τον καπιταλισμό ως δύο αλληλοσυμπληρούμενα πράγματα.
Το αποτέλεσμα αυτής της επί μακρόν συσχέτισης που γίνεται εργαλείο προπαγάνδας και ενίοτε αποτελεί κομβική πολιτική στρατηγική και των δυο πλευρών, είναι η βασική γενεσιουργός συνθήκη της θεωρίας των δύο άκρων.
Αν οτιδήποτε αυταρχικό είναι δείγμα φασισμού, τότε τα φασιστικά καθεστώτα ειναι φασιστικά καθότι αυταρχικά, τα σοβιετικά καθεστώτα είναι φασιστικά καθότι αυταρχικά και αυτά, οι λιγότερο ή περισσότερο αυταρχικές δημοκρατίες είναι φασιστικές και αυτές εξαιτίας της αυταρχικότητας τους, και βασικά με λίγα λόγια, όλα είναι φασισμός διαφορετικών διαβαθμίσεων.
Φυσικά ο ακραίος αυτός βερμπαλισμος, όταν τουλάχιστον συμβαίνει από την πλευρά του ευρύτερου αναταγωνιστικού κινήματος και η αντίστοιχη σχετικοποίηση του φασισμού, δεν παράγουν κανένα γενικευμένο ριζοσπαστικό αντιφασιστικό αντανακλαστικό. Τουναντίον ωθεί μια μεγάλη μάζα ημί-προοδευτικών ημι-συντητηρικών πολιτών που έχουν γαλουχηθεί από δεξιά και αριστερά σε όλη αυτή τη παραφιλλολογία, να υιοθετούν με περισσή ευκολία την άμεση συσχέτιση οτιδηποτε αυταρχικού με το φασισμό.
Συνέπεια αυτής της επίδρασης είναι η και στάση καταδίκης απέναντι στη βία από όπου και αν πρόερχεται , γιατί και αυτή είναι χαρακτηριστικό φασισμού. Όταν δε πολλές τέτοιες απόψεις ακούγονται από ανθρώπους γύρω μας πολλά ριζοσπαστικά υποκείμενα παθαίνουν trigger και καταλήγουν να τους θεωρούν και τους ίδιους κρυφοφασίστες, φασιστοφιλελέδες κτλ.
Αυτη η άκρατη “φασιστολογία” καταλήγει να ρίχνει ομίχλη στην ίδια τη γέννηση του φασιστικού φαινομένου και πως εγκολπώθηκε μέσα στις κοινωνίες σε συγκεκριμένες εποχές αλλά και να ζημιώνει και την αξιοπιστία του όποιου ριζοσπαστικού υποκείμενου απέναντι σε άλλους κοινωνικούς εταίρους.
Μερικά πράγματα μπορεί να είναι σκληρά, αυταρχικά ακόμα και βάρβαρα αλλά δεν είναι απαραίτητα φασισμός. Δεν κερδίζει πόντους συμπάθειας ένα κίνημα που τα βαφτίζει όλα φασιστικά αντίθετα καταλήγει να φαίνεται γραφικό, να αποριζοσπαστικοποιείται διαρκώς και τελικά η κοινωνική απεύθυνση του να αφορά εκείνη την κοινωνική κάστα ανθρώπων που αύριο μεθαύριο εύκολα θα θεωρούν κάθε βία καταδικαστέα από όπου κι αν προέρχεται.  Κάτι που με τη σειρά του γεννά νέους διαλόγους εντός του ίδιου του κινήματος αναφορικά με την ποσόστοση της ανταγωνιστικής βίας και το αν γίνεται κατανοητή από τον “κόσμο”. 

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι είναι επιτακτικό το ξεπέρασμα αυτής της κακής  συνήθειας ως αναγκαία προϋπόθεση για να μιλάμε για ένα ανταγωνιστικό κίνημα που στοχεύει σε μια γενικότερη  ριζοσπαστικοποίηση και όχι γενικώς και αορίστως στο χάιδεμα των κεντρώων ακροατηρίων, χάιδεμα που μακροπρόθεσμα κιόλας γυρνάει μπούμερανγκ και που όχι, δε φέρνει απαραίτητα κόσμο με το μέρος μας ούτε μας κάνει πιο συμπαθείς κοινωνικά. Πιο εύκολα μας καθιστά έρμαια στη σάτυρα και τον κανιβαλισμό ακόμα και του τελευταίου τσαρλατάνου της mainstream ακροκεντρώας pop κουλτούρας παρά οτιδήποτε άλλο πιο σοβαρό. Αξίζει λοιπόν να το σκεφτούμε . 

Το Κόμμα που αγαπούσε τα συγχαρητήρια

Το ΚΚΕ, όπως και τα περισσότερα ευρωπαϊκά ΚΚ, έχει δεχθεί, από το 1974 και μετά όπου νομιμοποίηθηκε, να παίζει το ρόλο μιας καθεστωτικής αριστεράς που διεκδικεί την ηγεμονία του πεζοδρομίου, των κοινωνικών αγώνων και του κοινωνικού ανταγωνισμού εν γένει, ώστε να φροντίζει ότι η στάθμη της κοινωνικής πόλωσης θα παραμένει στάσιμη και ότι δε θα υπάρξει κοινωνική εκτροπή. Έχει αποδεχθεί οριστικά τον ιστορικό συμβιβασμό, και έχει βολευτεί στη θέση μιας πολιτικής διαμαρτυρίας όντας αντιπολίτευση εσαεί. Δεν διεκδικεί να καταστεί κόμμα εξουσίας, δεν διεκδικεί να είναι κόμμα ανατροπής, δεν διεκδικεί καν να επιφέρει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές μέσα στο ελληνικό πολιτικό κατεστημένο. Έχει αποκηρύξει κάθε μορφή οξυμένης πάλης, από την ένοπλη βία ως και τις μαχητικές διαδηλώσεις, έχει δηλητηριάσει το δημόσιο διάολογο με την ακράια χαφιεδολογία και προβοκατορολογία του, και έχει υπάρξει ουκ ολίγες φορές, αρωγός της Τάξης και της Ασφάλειας, επιχειρώντας βίαια και κατασταλτικα σε πιο ανεξέλεγκτες δυνάμεις του κινήματος.

Όλα αυτά δεν αφορούν μια αντιπαράθεση κομμουνισμού- αναρχίας. Δεν έχουν σχέση με υπαρκτές θεωρητικές ή άλλες διαφωνίες μεταξύ Μαρξ- Μπακούνιν και άλλων τεράτων της ριζοσπαστικής θεωρίας. Δεν έχουν να κάνουν καν με την όποια κριτική σε οποιαδήποτε βερσιόν του υπαρκτού σοσιαλισμού ούτε με την όποια κριτική στη προ 1974 εποχή του ΚΚΕ. Έχουν να κάνουν με την εγκόλπωση του μέσα στο πολιτικό κατεστημένο και την επιλογή του να είναι πυλώνας πολιτικής σταθερότητας σε οποιαδήποτε καίρια στιγμή του κοινωνικού ανταγωνισμού. Για αυτό και δέχεται και συγχαρητηρίων σε κάθε ευκαιρία. Γιατί το μέτωπο της ελληνικής εθνικοφροσύνης (οι πιο πραγματίστικες συνιστώσες της τουλάχιστον), γνωρίζει πως για τα ελληνικά δεδομένα, η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης έρχεται μέσα από τη διατήρηση του ΚΚΕ ως έναν εφεδρικό σύμμαχο. Ένα συμπέρασμα που έχει καθορίσει τον κεντρικό πολιτικό ρεαλισμό της μεταπολίτευσης, παρά τις όποιες αντι-κομμουνιστικές κορώνες πιο ακροδεξιών πτερύγων του πολιτικού φάσματος.

Το ζήτημα λοιπόν της σύγκρουσης με το μόρφωμα που λέγεται ΚΚΕ είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ και δεν αφορα μια βεντέτα αναρχίας-ΚΚΕ. Αφορά, ή θα έπρεπε να αφορά, όλα τα κομμάτια του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος, είτε από το φάσμα της αναρχίας, είτε από το φάσμα του κομμουνισμού, που επιμένουν να βλέπουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό με κριτήρια εκτροπής του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κάτι που έρχεται μέσα από την παράδοση του διεθνούς επαναστατικού κινήματος με σημεία ορόσημα όπως η εκτέλεση μέλους του ΙΚΚ στην Ιταλία από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, για την επιλογή του να καταδώσει αγωνιστή στις αρχές.

Η μορφή που θα πάρει μια οποιαδήποτε τέτοια σύγκρουση στο μέλλον εξαρτάται από τα επίδικα της εποχής, των προκλήσεων και των διακυβευμάτων που τιθενται καθώς και από την πρωτοβουλία του ίδιου του ΚΚΕ να υπερασπιστεί την πολιτική σταθερότητα του συστήματος. Θα ειναι μάλιστα μια σύγκρουση που αναπόφευκτα θα καταλήξει να αφορά και τη βάση και την ηγεσία καθώς ανεξάρτητα από την ποιότητα και την βαρύτητα των ευθυνών για την πολιτική γραμμή του κόμματος, ένα μόρφωμα με τόση σκληρή και σφιχτή κομματική πειθαρχία θα καταφέρει να ελέγξει πλήρως τη βάση του στην κατεύθυνση που θέλει, και να στρέψει το ανθρώπινο  δυναμικό που διαθέτει ενάντια σε κόσμο που θα επιδιώξει μια μετωπική σύγκρουση με την καπιταλιστική βαρβαρότητα. Δε λέμε τίποτα περισσότερο λοιπόν από το ότι η όξυνση μιας τέτοιας σύγκρουσης είναι σχεδόν βέβαια ότι θα βρει (βρίσκει ήδη δηλαδή) αν όχι όλο το λαό του ΚΚΕ, εκείνο το σφιχτό κομματικό πυρήνα που θα αντέξει στις όποιες αυτομολήσεις, σε θέση υπεράσπισης της ίδιας της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. 

Επόμενως δεν είναι καγκουριά, δεν είναι τραμπουκισμός, δεν είναι στείρος αντικομμουνισμός.


Είναι απλά μονόδρομος προς την κατεύθυνση της κοινωνικής ρήξης καθώς αποτελεί ένα ορατό και διόλου αμελητέο ανάχωμα προς αυτήν την κατεύθυνση, ένα ανάχωμα που θα χρειαστεί να προσπεραστεί με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. 

Το σήμερα και το χτες

Δε φτάσαμε από τη μία μέρα στην άλλη στην σημερινή κοινωνική στάση απέναντι στο προσφυγικό δράμα, όπως την παρατηρούμε να αποτυπώνεται σχεδόν ολοένα και πιο μαζικά. Οι αντιδράσεις στις προσφυγικές δομές, που στην ουσία αποτελούν κολαστήρια η βαρβαρότητα των οποίων θα αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής μελέτης των επόμενων δεκαετιών, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Έρχονται να πάρουν τη σκυτάλη από την εξίσου μνημειώδης κοινωνική αδιαφορία και απάθεια απέναντι στους εκατοντάδες νεκρούς του Έβρου και του Αιγαίου, των έγκλειστων στα κέντρα κράτησης, των βασανισμένων στα ΑΤ και μαχαιρωμένων από φασίστες τις τρεις δεκαετίες που προηγήθηκαν. Δεκαετίες στις οποίες η άγρια εκμετάλευση του μεταναστευτικού/προσφυγικού δυναμικού κατέστη διάχυτη και ευρέως οικοιοποιήσιμη πρακτική σε πόλεις και χωριά. Εποχές αδιανόητα πολλών ταξικών μετατοπίσεων. Εποχές κοινωνικού στάτους για όποιον πρωην φτωχομπινέ είχε τουλαχιστον έναν “βρωμοαλβανό” στο μαγαζί, η στο χωράφι και άφθονου ανδρισμού και σεξουαλικής εκτόνωσης στα σώματα των “ξέκολων” του ανατολικού μπλοκ. Εποχές που η Αγία Ελληνική οικογένεια μεσουρανούσε αποχαυνωμένη στα κοινωνικά προνόμια της που νόμιζε ότι θα κρατούσαν ακέραια για πάντα. Εποχές όπου ο ρατσισμός κατέστη δομικά κοινωνικός και κυρίαρχο συστατικό του νεο-ελληνικού κοινωνικού συμβολαίου. Η σημερινή εποχή επομένως βγάζει απίστευτο νόημα αν σκεφτούμε αυτές που διαδέχεται.

Τώρα μάλιστα που ο εφιάλτης παίρνει τη μορφή κανονικοποιημένων και νομιμοποιημένων κοινωνικών πογκρόμ ξαφνικά το νέο ριζοσπαστικό σπορ είναι η αναζήτηση εκείνων των ισχνών μειοψηφιών που κόντρα στην επικρατούσα κοινωνική ηθική του μίκρο- ή μάκρο- περιβάλλοντος τους , επιλέγουν την αλληλεγγύη αντί του κανιβαλισμού, τη συμπαράσταση αντί του πανικού, την ενσυναίσθηση αντί του μίσους, της ατομικής συνείδησης αντί του μαζανθρωπισμού, για να γυρίσουν και να μας πούν: να δεν είναι όλοι έτσι.

Ποτέ δεν ήταν όλοι έτσι όμως…

Είναι ο τεχνοβιομηχανικός πολιτισμός, ηλίθιε

Κάθε φορά που γίνεται γνωστό κάποιο συνταρακτικό γεγονός που έχει να κάνει με ακόμα ένα πλήγμα στη φυσική ισορροπία του πλανήτη, (φωτιές στον Αμαζόνιο, φωτιές στη Σιβηρία κτλ ) αρχίζει ξανά όλη εκείνη η προπαγανδιστική παραφιλολογία που σε ένα ηθικό πανικό σπεύδει να αποδώσει στην καπιταλιστική ανάπτυξη την αποκλειστική ευθύνη για την περιβαλλοντική καταστροφή. Φυσικά πρόκειται περί ανοησιών και ατεκμηρίωτης μπουρδολογίας με στοιχεία από την νέα κουλτούρα μαζικής ηθικής υστερίας του διαδικτύου, επί παντός επιστητού κιόλας.
Όσο κι αν είναι γεγονός ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη επελαύνει πάνω στα συντρίμμια του φυσικού κόσμου, σίγουρα δεν κατέχει το μοναδικό μερίδιο ευθύνης σε σχέση με τη λεγόμενη περιβαλλοντική καταστροφή.Το οικολογικό ζήτημα προκύπτει εξαιτίας του πολιτισμού του τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος στο οποίο συνέβαλε και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, καθότι βιομηχανικός και καθόλου οικολογικός. Καπιταλισμός και Σοσιαλισμός ανταγωνίστηκαν πολύ σκληρά στην εξέλιξη του τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος , ιδιαίτερα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου , απλά μόνο στα δυτικά κράτη έγινε δυνατό να εμφανιστούν οικολογικά κινήματα και να κάνουν ορατό το ζήτημα, καθώς οποιαδήποτε οικολογική φωνή σε σοσιαλιστικό κράτος θα θεωρούταν το λιγότερο “ύποπτη’ με ότι σήμαινε αυτό.
Είναι αφέλεια να θεωρούμε ότι στα σοσιαλιστικά κράτη δεν υπήρξαν ορυχεία που κατέστρεψαν αρχέγονα δάση, βιομηχανικές ζώνες που δεν μόλυναν υδροφόρους ορίζοντες, εκμετάλλευση ενεργειακών πηγών που δεν προκάλεσαν ζημιά σε οικοσυστήματα ή που δεν ανάγκασαν ολόκληρους πληθυσμούς σε εσωτερικές μετακινήσεις. Είναι αφέλεια επίσης στην καλύτερη, να θεωρείται ότι ο σοσιαλιστικός πολιτισμός υπήρξε περισσότερο οικολογικός από τον καπιταλιστικό και ότι διαθέτει δήθεν κάποιο ηθικό πλεονέκτημα ως προς αυτό, κάτι που πηγάζει υποτίθεται μάλιστα κιόλας από το ιδεολογικό υπόβαθρο του σοσιαλισμού. Αν με κάτι μάλιστα έχει ταυτιστεί το τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα στο κομμάτι που αφορά τον Υπαρκτό, αυτό είναι η δυστοπία που άφησε πίσω του το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ, ατύχημα που φυσικά αποτελεί παράπλευρη απώλεια του πυρηνικού ανταγωνισμού της ψυχροπολεμικής περιόδου.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό που ονομάζεται τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα στις μέρες μας, αποτελεί το απαύγασμα ενός πολιτισμού διαμορφωμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες μαζικών κοινωνιών που ελέγχονται διοικητικά από κεντρικές εξουσίες διαφορετικών μορφών. Ανεξάρτητα από ποιο ιδεολογικό μανδύα έχουν ενδυθεί οι κεντρικές εξουσίες του τελευταίου αιώνα, όλες τους επένδυσαν στο βαθμό που μπορούσαν στην τεχνολογική ανάπτυξη και πρόοδο και συνεπώς στην οικοδόμηση του παγκόσμιου τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος που μολύνει νερό, γη και αέρα, εξαφανίζει ολόκληρα οικοσυστήματα και επιταχύνει την πορεία της έτσι κι αλλιώς συντελούμενης κλιματικής αλλαγής. Καμία κρατική οντότητα, και συνεπώς καμιά μορφή κεντρικής εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να καταστεί ανταγωνιστική αν δεν διεκδικήσει το δικό της μέρισμα στην τεχνοβιομηχανική ανάπτυξη και είναι γεγονός ότι το προβάδισμα σε αυτόν τον ανταγωνισμό δε μπορεί να κερδίσει κάποιος με οικολογικές ευαισθησίες, καθότι αντιπαραγωγικές.
Δεν είναι ο Καπιταλισμός λοιπόν μόνο που οδηγεί τον πλανήτη στον αφανισμό του. Είναι στο σύνολο της η ανθρώπινη δραστηριότητα στο βαθμό που ολοένα και περισσότερο εξαρτάται σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας από τα αγαθά και τις υπηρεσίες της τεχνοβιομηχανικής ανάπτυξης. Αυτό είναι ένα τίμημα που θα κληθεί η ανθρωπότητα να πληρώσει για την πρόσδεση της σε ένα πολιτισμό στον οποίο θεωρείται φυσιολογικό να δημιουργούνται τεράστια μαζικοποιημένα κοινωνικά συστήματα με αστείρευτη καταναλωτικότητα και μηδενική δυνατότητα αυτάρκειας. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι μια αποκλειστικά κρατική διεύθυνση τέτοιων κοινωνικών συστημάτων, η μια αυτό-οργανωμένη, θα είναι σε θέση να είναι περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον ή ότι θα διαθέτει αυξημένα οικολογικά ένστικτα.
Η ανατροπή του καπιταλισμού είναι το ένα ζήτημα. Η αποκαθήλωση της εξάρτησης της κοινωνικής ζωής από έναν ανθρωποκεντρικό πολιτισμό που θεωρεί φυσικό του δικαίωμα την κυριαρχία άνευ όρων σε οποιοδήποτε σημείο του φυσικού κόσμου είναι κάτι εντελώς άλλο. Πιο ριζοσπαστικό και πιο τολμηρό. Κι αυτό γιατί ξεφεύγει πολύ από τις παραδοσιακές διαφωνίες περί διαχείρισης του κράτους, των αγορών, του εμπορίου και της παραγωγής. Αφορά την πολιτισμική ταυτότητα ολόκληρων κοινωνιών πράγμα που σημαίνει ότι ο αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή ή θα είναι αγώνας για την καταστροφή του τεχνοβιομηχανικού πολιτισμού ή θα είναι τίποτα. Τα υπόλοιπα όλα είναι κλισέ ατάκες για φτηνή επίδειξη συναισθηματικού λαϊκισμού.