Το σήμερα και το χτες

Δε φτάσαμε από τη μία μέρα στην άλλη στην σημερινή κοινωνική στάση απέναντι στο προσφυγικό δράμα, όπως την παρατηρούμε να αποτυπώνεται σχεδόν ολοένα και πιο μαζικά. Οι αντιδράσεις στις προσφυγικές δομές, που στην ουσία αποτελούν κολαστήρια η βαρβαρότητα των οποίων θα αποτελέσει αντικείμενο ιστορικής μελέτης των επόμενων δεκαετιών, δεν έπεσαν από τον ουρανό. Έρχονται να πάρουν τη σκυτάλη από την εξίσου μνημειώδης κοινωνική αδιαφορία και απάθεια απέναντι στους εκατοντάδες νεκρούς του Έβρου και του Αιγαίου, των έγκλειστων στα κέντρα κράτησης, των βασανισμένων στα ΑΤ και μαχαιρωμένων από φασίστες τις τρεις δεκαετίες που προηγήθηκαν. Δεκαετίες στις οποίες η άγρια εκμετάλευση του μεταναστευτικού/προσφυγικού δυναμικού κατέστη διάχυτη και ευρέως οικοιοποιήσιμη πρακτική σε πόλεις και χωριά. Εποχές αδιανόητα πολλών ταξικών μετατοπίσεων. Εποχές κοινωνικού στάτους για όποιον πρωην φτωχομπινέ είχε τουλαχιστον έναν “βρωμοαλβανό” στο μαγαζί, η στο χωράφι και άφθονου ανδρισμού και σεξουαλικής εκτόνωσης στα σώματα των “ξέκολων” του ανατολικού μπλοκ. Εποχές που η Αγία Ελληνική οικογένεια μεσουρανούσε αποχαυνωμένη στα κοινωνικά προνόμια της που νόμιζε ότι θα κρατούσαν ακέραια για πάντα. Εποχές όπου ο ρατσισμός κατέστη δομικά κοινωνικός και κυρίαρχο συστατικό του νεο-ελληνικού κοινωνικού συμβολαίου. Η σημερινή εποχή επομένως βγάζει απίστευτο νόημα αν σκεφτούμε αυτές που διαδέχεται.

Τώρα μάλιστα που ο εφιάλτης παίρνει τη μορφή κανονικοποιημένων και νομιμοποιημένων κοινωνικών πογκρόμ ξαφνικά το νέο ριζοσπαστικό σπορ είναι η αναζήτηση εκείνων των ισχνών μειοψηφιών που κόντρα στην επικρατούσα κοινωνική ηθική του μίκρο- ή μάκρο- περιβάλλοντος τους , επιλέγουν την αλληλεγγύη αντί του κανιβαλισμού, τη συμπαράσταση αντί του πανικού, την ενσυναίσθηση αντί του μίσους, της ατομικής συνείδησης αντί του μαζανθρωπισμού, για να γυρίσουν και να μας πούν: να δεν είναι όλοι έτσι.

Ποτέ δεν ήταν όλοι έτσι όμως…

ΣΤΗΝ ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΩΝ

Η σημερινή συγκυρία διακρίνεται από μια υψηλή σύγκρουση συμβολισμών και αναπαραστάσεων. Η νέα πολιτική διαχείριση έχει κτίσει το κοινό της, έχει βρει το ακροατήριο της στη συσπείρωση των κοινωνικών μπλοκ της εθνικοφροσύνης και της νομιμοφροσύνης και πλέον επιχειρεί να επιβάλει την αισθητική της παντού ώστε να εκπληρώσει τον επιπλέον διακηρυγμένο στόχο της: την εξάλειψη κάθε ίχνους της αποκαλούμενης και ως μετά-πολιτευτικής πολιτικής ηγεμονίας της αριστεράς. Το αποτέλεσμα; Να οδεύουμε προς ολοταχώς προς μια κοινωνία στα πρότυπα της αισθητικής αρκετά παλιότερων δεκαετιών, δεκαετιών όπου κυριαρχούσε η αισθητική του μικροαστικού καθωσπρεπισμού, δεκατιών οπώς αυτή του ’50 και του Νόμου 4000.

Η αυστηρή αστυνομική επόπτευση των χώρων θεάματος και διασκέδασης, η πολιτική κάλυψη σε όλες τις περιπτώσεις ακραίας αστυνομικής αυθαιρεσίας και κατάχρησης εξουσίας, ακραίας ακόμα και για τα συντηρητικά αντανακλαστικά, οι δηλώσεις πολιτικών προσώπων περί υιοθέτησης αυστηρού νομοθετικού πλαισίου όσον αφορά τον ενδυματολογικό κώδικα στα σχολεία, η διαρκής δημοσιογραφική κάλυψη της καλαισθησίας των κυβερνητικών στελεχών σε αντίθεση με τη μπανάλ αισθητική των προηγούμενων, η μόνιμη επωδός περί επιστροφής στην κανονικότητα, η ανάγκη επιβεβαίωσης του τρίπτυχου Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, επιβεβαιώνουν ότι ζούμε σε μια εποχή οπισθοχώρησης ακόμα και του mainstream προοδευτικού χώρου με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Και δυστυχώς αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι η συντήρηση κερδίζει έδαφος, ένα έδαφος που θεωρούσαμε αυτονόητο, εξασφαλισμένο και εκτός κινδύνου έχοντας ξεχάσει ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν αφορά αποκλειστικά ζητήματα ταξικής ατζέντας αλλά και ζητήματα που άπτονται αξιακών και ηθικών συγκρούσεων.

Ο κοινωνικός πόλεμος επομένως είναι και μια διαρκή μάχη ανάμεσα σε σημεία, μια σύγκρουση δηλαδή συμβολισμών μέσα από την οποία αναμετριώνται εικόνες, νοήματα και σημασίες για να κερδίσουν χώρο στο κοινωνικό πεδίο. Σε αυτή τη σύγκρουση κάθε πλευρά αναζητά το δικό της αφήγημα και προσπαθεί να το ισχυροποιήσει μέσα από τη δράση της στο δημόσιο χώρο, την οποία και διαφημίζει ακριβώς ως προϊόν πολιτικής συνέπειας.

Το αφήγημα των κρατούντων σήμερα είναι η με κάθε μέσο τήρηση της τάξης και της νομιμότητας και η επαναφορά της κανονικότητας. Μιας κανονικότητας όπου η εξουσία θα επιβεβαιώνει την παρουσία της παντού ακόμα και αν αυτό προϋποθέτει ότι ο Δήμος της πρωτεύουσας θα χρησιμοποιεί μέρους του Προϋπολογισμού για να στέλνει καθημερινά συνεργεία καθαρισμού συνοδεία ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας να καθαρίζει μάρμαρα στην ίδια πλατεία. Κομμάτι της ίδιας λογικής είναι και η μάχη των εορταστικών στολισμών στην ίδια πλατεία που αναμένεται να καταλήξουν σε μια ακόμα γκροτέσκα αστυνομική επιχείρηση στην οποία θα ξαναδούμε αστυνομικές δυνάμεις να φρουρούν Χριστουγέννιατικα δέντρα. (“Ο φόβος τώρα των Αρχών, όσο απλοϊκό και αν ακούγεται, είναι τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στο κέντρο της πρωτεύουσας και οι χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις.
Χαρακτηριστική είναι η φράση αξιωματικού της ΕΛΑΣ:
«Προσέξτε να μη δούμε φωτογραφίες με χριστουγεννιάτικα δέντρα να φλέγονται ” http://www.bloko.gr/2019/12/blog-post_210.html?m=1)

Οι εκκενώσεις των κατάληψεων υπάγονται και αυτές στο ίδιο αφήγημα περί αναγκαιότητας εξαφάνισης κάθε εστίας ανομίας. Δίοτι και αυτό είναι ζήτημα μεταξύ άλλων αισθητικής και ευπρέπειας όπως πρόσφατα τόνισε ο Δήμαρχος Βόλου Αχιλέας Μπέος ( “Δώσανε 15 εκατ. ευρώ για την ανακατασκευή του κτιρίου στην πίσω πλευρά και δεν άγγιξαν την μπροστινή, επειδή έχουν κάνει κατάληψη οι κοπρίτες. Περνά από μπροστά ο κόσμος και βλέπει βρακιά και κάλτσες να κρέμονται.” https://www.taxydromos.gr/m/m_article.php?id=352833)

Οι δηλώσεις τοπικών αρχόντων και πολιτικών αξιωματούχων δείχνουν πως βασικό κομμάτι της αντίληψης τους για την κανονικότητα κατέχει η αισθητική της Τάξης. Η ύπαρξη Τάξης πρέπει διαρκώς να επιβεβαιώνεται σε κάθε δρόμο, σε κάθε πλατεία, σε κάθε στενό μέσα από την αισθητική ελέγχου, επιτήρησης και αποστείρωσης. Κάμερες, στρατιωτικοποιημένες αστυνομικές δυνάμεις, φωτισμένες πλατειές, πάρκα, δρόμοι και ηχητικά εφέ αστυνομικών σειρήνων, βόμβων ελικοπτέρου, διαβιβάσεων ασυρμάτων.

Όταν η κατάσταση γίνεται τόσο ασφυχτική, τόσο πνιγηρή, τόσο φαινομενικά μη αναστρέψιμη ο εικονοκλαστικός χουλιγκανισμός φαίνεται μονόδρομος. Κάθε πράξη σε αυτά τα πλαίσια, όσο μικρή ή μεγάλη κι αν είναι, τραυματίζει την αισθητική της κυριαρχίας. Τραυματίζει το αφήγημα ότι η εξουσία είναι -ή ότι δύναται να είναι- παντού, και ανατρέπει την εικόνα της παντοδυναμίας της και της δυνατότητας εξασφάλισης της Τάξης. Ακόμα την καθιστά και αποτυχημένη εξωθώντας την σε ακόμα πιο ακραία μέτρα που θα τη γελοιοποιήσουν αποκαλύπτωντας ότι είναι “γυμνή”, αναγκάζοντας την σε σπασμωδικές κινήσεις που θα προκαλέσουν ευρύτερη κοινωνική πόλωση.

Αν κυρίαρχη στρατηγική τους είναι να χτυπούν σκληρότατα κάθε μικρή εκδήλωση αταξίας για να προλάβουν μην εξελιχθεί σε κύμα (θεωρία σπασμένων τζαμιών), μάλλον απαιτείται από τη δική μας πλευρά το ακριβώς ανάποδο: μια γεωμετρικά ασύμμετρη ανάπτυξη πρακτικών αταξίας ακόμα και της ελάσσονος έντασης, ακόμα και αν είναι εντελώς εικονοκλαστικές, ακόμα και αν στρέφονται ενάντια σε καθαρά μάρμαρα πλατειών, χριστουγεννιάτικα δέντρα, αστικές υποδομές, ΜΜΜ ή οπουδήποτε μπορεί να ραγίσει η βιτρίνα της κανονικότητας.

Γιατί σε ένα τέτοιο πόλεμο φθοράς δεν νικάνε οι δυνατοί. Νικάνε οι τρελοί και οι ευτυχισμένοι. Όπως άλλοτε.

Η Κανονικότητα στο απόσπασμα

Σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ, η πολιτική διαχείρηση της κυριαρχίας στη δική μας επικράτεια, φροντίζει να επιβληθεί εκτός των άλλων και μέσα από την ηγεμονία των συμβόλων της. Είναι η ίδια η κυριαρχία που φροντίζει διαρκώς να μας υπενθυμίζει ότι η μακροημέρευση της εξαρτάται από την κανονικότητα. Που εμμένει στην ομαλή λειτουργία των ρυθμών της ζωής που μας εξαναγκάζουν να ζούμε θεωρώντας απειλητικό οτιδήποτε το διαταράσει, σκόπιμα ή μη. Που βασικό της και μόνιμα επαναλαμβανόμενο αφήγημα είναι το η Επιστροφή στην Κανονικότητα. Ταυτόχρονα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εκεί που οι φλόγες της εξέγερσης φωτίζουν τον Ειρηνικό, ξεπροβάλει το σύνθημα ” Δε θα επιστρέψουμε στη κανονικότητα, επειδή η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα” .

Κάθε εικόνα λοιπόν μέσα από την οποία φαίνεται θρυμματισμένη η “κανονικότητα” της κυριαρχίας, είναι κι ένα πολιτικό μύνημα, είτε αυτό ειπώνεται ξεκάθαρα και με σαφήνεια ως τέτοιο, είτε ειπώνεται άρρητα αφήνοντας το αισθητό αποτύπωμα του στον υλικό κόσμο γύρω μας. Είναι μια απόδειξη ότι η Τάξη μετρά απώλειες, ότι δε δουλεύουν όλα ρολόι,ότι δεν γίνονται τα πράγματα όπως ήταν προγραμματισμένα να γίνουν, ότι δεν ακολουθούν τα παντα την προδιαγεγραμμένη τους πορεία. Είναι μια δήλωση ότι η αταξία θα βρεί το φυσικό της τρόπο να ξεπηδήσει, ότι η διατάραξη της ομαλότητας θα ξεπροβάλει μέσα από κάποια χαραμάδα που έμεινε ασφράγιστη ή από μια ρωγμή που δημιουργήθηκε στο ευ λειτουργείν της κανονικότητας.
Η κανονικότητα στο απόσπασμα λοιπόν μέχρι να γίνουν οι πόλεις μας απέραντα θέατρα βανδαλισμών σε οτιδήποτε μας τη θυμίζει. Τότε ίσως  αρχίσουν οι πιθανότητες να δουλεύουν για μας πραγματικά.

 

 

*Η φωτογραφία  στην οποία απεικονίζεται μια βανδαλισμένη στάση αστικού λεωφορείου αποτελεί στιγμιότυπο από τις ταραχές κατά τη διάρκεια της συγκρουσιακής γενικής απεργίας στη Γαλλία στις 5/6  για το ασφαλιστικό, τη μεγαλύτερη όλων των τελευταίων δεκαετίων.

Είναι ο τεχνοβιομηχανικός πολιτισμός, ηλίθιε

Κάθε φορά που γίνεται γνωστό κάποιο συνταρακτικό γεγονός που έχει να κάνει με ακόμα ένα πλήγμα στη φυσική ισορροπία του πλανήτη, (φωτιές στον Αμαζόνιο, φωτιές στη Σιβηρία κτλ ) αρχίζει ξανά όλη εκείνη η προπαγανδιστική παραφιλολογία που σε ένα ηθικό πανικό σπεύδει να αποδώσει στην καπιταλιστική ανάπτυξη την αποκλειστική ευθύνη για την περιβαλλοντική καταστροφή. Φυσικά πρόκειται περί ανοησιών και ατεκμηρίωτης μπουρδολογίας με στοιχεία από την νέα κουλτούρα μαζικής ηθικής υστερίας του διαδικτύου, επί παντός επιστητού κιόλας.
Όσο κι αν είναι γεγονός ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη επελαύνει πάνω στα συντρίμμια του φυσικού κόσμου, σίγουρα δεν κατέχει το μοναδικό μερίδιο ευθύνης σε σχέση με τη λεγόμενη περιβαλλοντική καταστροφή.Το οικολογικό ζήτημα προκύπτει εξαιτίας του πολιτισμού του τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος στο οποίο συνέβαλε και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, καθότι βιομηχανικός και καθόλου οικολογικός. Καπιταλισμός και Σοσιαλισμός ανταγωνίστηκαν πολύ σκληρά στην εξέλιξη του τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος , ιδιαίτερα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου , απλά μόνο στα δυτικά κράτη έγινε δυνατό να εμφανιστούν οικολογικά κινήματα και να κάνουν ορατό το ζήτημα, καθώς οποιαδήποτε οικολογική φωνή σε σοσιαλιστικό κράτος θα θεωρούταν το λιγότερο “ύποπτη’ με ότι σήμαινε αυτό.
Είναι αφέλεια να θεωρούμε ότι στα σοσιαλιστικά κράτη δεν υπήρξαν ορυχεία που κατέστρεψαν αρχέγονα δάση, βιομηχανικές ζώνες που δεν μόλυναν υδροφόρους ορίζοντες, εκμετάλλευση ενεργειακών πηγών που δεν προκάλεσαν ζημιά σε οικοσυστήματα ή που δεν ανάγκασαν ολόκληρους πληθυσμούς σε εσωτερικές μετακινήσεις. Είναι αφέλεια επίσης στην καλύτερη, να θεωρείται ότι ο σοσιαλιστικός πολιτισμός υπήρξε περισσότερο οικολογικός από τον καπιταλιστικό και ότι διαθέτει δήθεν κάποιο ηθικό πλεονέκτημα ως προς αυτό, κάτι που πηγάζει υποτίθεται μάλιστα κιόλας από το ιδεολογικό υπόβαθρο του σοσιαλισμού. Αν με κάτι μάλιστα έχει ταυτιστεί το τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα στο κομμάτι που αφορά τον Υπαρκτό, αυτό είναι η δυστοπία που άφησε πίσω του το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ, ατύχημα που φυσικά αποτελεί παράπλευρη απώλεια του πυρηνικού ανταγωνισμού της ψυχροπολεμικής περιόδου.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό που ονομάζεται τεχνοβιομηχανικό σύμπλεγμα στις μέρες μας, αποτελεί το απαύγασμα ενός πολιτισμού διαμορφωμένου να εξυπηρετεί τις ανάγκες μαζικών κοινωνιών που ελέγχονται διοικητικά από κεντρικές εξουσίες διαφορετικών μορφών. Ανεξάρτητα από ποιο ιδεολογικό μανδύα έχουν ενδυθεί οι κεντρικές εξουσίες του τελευταίου αιώνα, όλες τους επένδυσαν στο βαθμό που μπορούσαν στην τεχνολογική ανάπτυξη και πρόοδο και συνεπώς στην οικοδόμηση του παγκόσμιου τεχνοβιομηχανικού συμπλέγματος που μολύνει νερό, γη και αέρα, εξαφανίζει ολόκληρα οικοσυστήματα και επιταχύνει την πορεία της έτσι κι αλλιώς συντελούμενης κλιματικής αλλαγής. Καμία κρατική οντότητα, και συνεπώς καμιά μορφή κεντρικής εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να καταστεί ανταγωνιστική αν δεν διεκδικήσει το δικό της μέρισμα στην τεχνοβιομηχανική ανάπτυξη και είναι γεγονός ότι το προβάδισμα σε αυτόν τον ανταγωνισμό δε μπορεί να κερδίσει κάποιος με οικολογικές ευαισθησίες, καθότι αντιπαραγωγικές.
Δεν είναι ο Καπιταλισμός λοιπόν μόνο που οδηγεί τον πλανήτη στον αφανισμό του. Είναι στο σύνολο της η ανθρώπινη δραστηριότητα στο βαθμό που ολοένα και περισσότερο εξαρτάται σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας από τα αγαθά και τις υπηρεσίες της τεχνοβιομηχανικής ανάπτυξης. Αυτό είναι ένα τίμημα που θα κληθεί η ανθρωπότητα να πληρώσει για την πρόσδεση της σε ένα πολιτισμό στον οποίο θεωρείται φυσιολογικό να δημιουργούνται τεράστια μαζικοποιημένα κοινωνικά συστήματα με αστείρευτη καταναλωτικότητα και μηδενική δυνατότητα αυτάρκειας. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι μια αποκλειστικά κρατική διεύθυνση τέτοιων κοινωνικών συστημάτων, η μια αυτό-οργανωμένη, θα είναι σε θέση να είναι περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον ή ότι θα διαθέτει αυξημένα οικολογικά ένστικτα.
Η ανατροπή του καπιταλισμού είναι το ένα ζήτημα. Η αποκαθήλωση της εξάρτησης της κοινωνικής ζωής από έναν ανθρωποκεντρικό πολιτισμό που θεωρεί φυσικό του δικαίωμα την κυριαρχία άνευ όρων σε οποιοδήποτε σημείο του φυσικού κόσμου είναι κάτι εντελώς άλλο. Πιο ριζοσπαστικό και πιο τολμηρό. Κι αυτό γιατί ξεφεύγει πολύ από τις παραδοσιακές διαφωνίες περί διαχείρισης του κράτους, των αγορών, του εμπορίου και της παραγωγής. Αφορά την πολιτισμική ταυτότητα ολόκληρων κοινωνιών πράγμα που σημαίνει ότι ο αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή ή θα είναι αγώνας για την καταστροφή του τεχνοβιομηχανικού πολιτισμού ή θα είναι τίποτα. Τα υπόλοιπα όλα είναι κλισέ ατάκες για φτηνή επίδειξη συναισθηματικού λαϊκισμού.

Κείμενο του Νίκου Ρωμανού σχετικά με την δικαστική απόφαση για τον Κορκονέα

“Καμία ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη…”

Ένα σύνθημα η αφετηρία του οποίου βρίσκεται στα μητροπολιτικά κέντρα των Η.Π.Α την δεκαετία του 80′ από τις κοινότητες των αφροαμερικανών οι οποίες μέσω αυτού προσπαθούσαν να αποτυπώσουν την ασυδοσία και την ατιμωρησία των αστυνομικών δυνάμεων και των ρατσιστών στις διαρκείς δολοφονικές επιθέσεις εις βάρος τους.

Για όποιον επιδιώξει να ξεφύγει από τον πολιτικό λαϊκισμό, τις κοντόφθαλμες διαπιστώσεις και τους φτηνούς θεατρινισμούς θα δει ότι τόσο οι αστυνομικές δολοφονίες όσο και η μετέπειτα ευνοϊκή ποινική μεταχείριση των δολοφόνων δεν είναι ένα σημείο εκτροπής από την δημοκρατική ομαλότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της, σάρκα από την σάρκα της, αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της κρατικής μηχανής.

Ο Κορκονέας δεν θα μπορούσε να είναι η εξαίρεση σε αυτή την συνθήκη. Mόνο στην σύγχρονη μεταπολιτευτική ιστορία δεκάδες αστυνομικές αλλά και παρακρατικές δολοφονίες έχουν συγκαλυφθεί και οι δράστες έχουν απολαύσει την ιδιαίτερα επιλεκτική ευαισθησία της δικαστικής εξουσίας. Το ίδιο θα δει κανείς και για όποιον μελετήσει την ιστορία της αστυνομικής βίας στις Η.Π.Α και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τις δεκάδες προκλητικές αποφάσεις υπέρ των μπάτσων – δολοφόνων για τα θύματα της κοινότητας των μαύρων στις Η.Π.Α, στον Μελίστα που δολοφόνησε τον 15χρονο αναρχικό Μιχάλη Καλτεζά και τον δολοφόνο του Κάρλο Τζουλιάνι στην Ιταλία. Μια ματωμένη πραγματικότητα κρατικής βίας, δικαστικής αυθαιρεσίας, δημοσιογραφικής διαστρέβλωσης και πολιτικής αλητείας κρύβεται κάτω από τις στολισμένες βιτρίνες, την οικονομική ανάπτυξη, τους θετικούς δείκτες των οίκων αξιολόγησης και την κατασκευασμένη πεποίθηση ότι “όλα βαίνουν καλώς” που προσφέρει ο καπιταλισμός στους υπηκόους του.

Η προκλητική ποινή των 13 ετών στον Κορκονέα και η αθώωση του Σαραλιώτη που επιφύλαξε το εφετείο της Λαμίας στους μπάτσους – δολοφόνους ήταν μια πολιτική απόφαση με όλη την σημασία της λέξης.

Μια απόφαση που επιβραβεύει την δολοφονική αστυνομική βία ακόμα και αν στρέφεται ενάντια σε νεολαίους.

Μια απόφαση που στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα προκλητικής ασυλίας στους κατασταλτικούς μηχανισμούς : “Έχετε το ελεύθερο να δολοφονήσετε όποιον δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις σας χωρίς συνέπειες”.

Μία απόφαση που ουσιαστικά οπλίζει την σφαίρα στην θαλάμη των ένοπλων φρουρών της έννομης τάξης μπροστά στις νέες κατασταλτικές σταυροφορίες που οργανώνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με στόχο το ανατρεπτικό κίνημα.

Είναι τρομακτικό το μέγεθος της υποκρισίας και της πολιτικής χυδαιότητας εκ’ μέρους της Νέας Δημοκρατίας και των εκδοτικών ομίλων που την στηρίζουν όταν υποστηρίζουν ότι για την συγκεκριμένη δικαστική απόφαση ευθύνεται ο νέος ποινικός κώδικας, όταν γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις καμία σχέση δεν έχουν με ποινικούς κώδικες αλλά με την ουσία του κράτους.

Είναι τρομακτικό το μέγεθος της υποκρισίας όταν εδώ και δεκαετίες η δικαστική εξουσία με παλιούς και νέους ποινικούς κώδικες, δίνει προκλητική ποινική ασυλία στους ένστολους μισθοφόρους για κάθε πράξη αστυνομικής βίας, συγκαλύπτει τους διεφθαρμένους αξιωματούχους της πολιτικής ελίτ για κάθε τυχόν εμπλοκή τους σε οικονομικά σκάνδαλα, κλείνει τα μάτια όταν τα καράβια της επιχειρηματικής ελίτ περνάνε γεμάτα πρέζα από μπροστά της,

Είναι τρομακτικό το μέγεθος της υποκρισίας όταν όλο αυτό το πολιτικό και επιχειρηματικό σκυλολόι ούρλιαζε στα τηλεοπτικά παράθυρα για τις νόμιμες ανάσες ελευθερίας του Δημήτρη Κουφουντίνα ενώ παράλληλα μεθόδευσε ενάντια στους ίδιους τους νόμους τους το νέο καθεστώς εξαίρεσης που βιώνει, να μιλάει για αποφάσεις της δικαιοσύνης που πρέπει να γίνουν σεβαστές.

Είναι τρομακτικό το μέγεθος της υποκρισίας όταν χιλιάδες κρατούμενοι και οι οικογένειες τους βιώνουν καθημερινά την σιδερένια πυγμή της αστικής δικαιοσύνης η οποία επικυρώνει τα διαβιβαστικά της αστυνομίας φορτώνοντας στις κλούβες που γυρνάνε στις φυλακές σώματα γεμάτα με απελπισία και κατεστραμμένη ψυχοσύνθεση.

Στον ψηφιακό κόσμο που διαρκώς κερδίζει έδαφος πάνω στον υλικό, η παραπληροφόρηση, οι τεχνικές μαζικής χειραγώγησης, ο έλεγχος της μαζικής ψυχολογίας μέσα από διαφημίσεις, δελτία ειδήσεων, δημοσιολόγους, κυβερνήσεις, είναι η νέα πραγματικότητα με την οποία πρέπει να αναμετρηθούν οι άνθρωποι που αγωνίζονται για την ελευθερία. Είναι η φωνή του σύγχρονου καπιταλιστικού Matrix μέσα στο κεφάλι του καθενός και της καθεμίας που μέσα από εικονικούς βομβαρδισμούς διατάζει, απειλεί, σαγηνεύει, δελεάζει, αποπροσανατολίζει. Είναι η φωνή που μας θέλει υπάκουους καταναλωτές, αδιάφορους πολίτες, πειθήνιους εκτελεστές των κρατικών διαταγών, υποταγμένους θεατές στα εγκλήματα του κράτους και του κεφαλαίου πάνω στις ζωές μας.

Είναι από την άλλη πλευρά η δική μας φωνή που θέλουμε να γίνει δυνατή. Είναι η φωνή της ανατρεπτικής συνείδησης που θα μιλήσει την γλώσσα της αλήθειας για τον κόσμο της εξουσίας και τις προθέσεις του. Που θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο της αστικής δικαιοσύνης έναν σκληρό μηχανισμό ταξικής κυριαρχίας για την αναπαραγωγή των συμφερόντων του κράτους και του κεφαλαίου ανεξάρτητα από την πολιτική τους εκπροσώπηση, που θα αναλύσει με τρόπο διεξοδικό τις αντιφάσεις της, την εξόφθαλμη υποκρισία της, την ταξική της μεροληψία, την στρατηγική της στόχευση για την ποινική καταστολή του “εσωτερικού εχθρού”, την συγκάλυψη και την ευνοϊκή αντιμετώπιση όσων βρίσκονται στο δικό της στρατόπεδο.

“Δικαιοσύνη; Θα βρεις δικαιοσύνη στον άλλο κόσμο. Σ’ αυτή τη ζωή έχουμε μόνο νόμους” (William Gaddis)

Παραφράζοντας την φράση του William Gaddis μπορούμε να πούμε ότι δικαιοσύνη δεν θα βρουν σε αυτό τον κόσμο οι οικογένειες των θυμάτων της αστυνομικής βίας, όσοι ξυλοκοπήθηκαν και βασανίστηκαν μέσα στα αστυνομικά τμήματα, όσοι αναζητούν την επιβίωση τους σε κάδους σκουπιδιών και φιλανθρωπικά συσσίτια, όσες οικογένειες είδαν τους ανθρώπους τους να βουτάνε από τις ταράτσες σπρωγμένοι από τα χέρια τραπεζιτών, πολιτικών και κάθε λογής άριστων, όσοι πρόσφυγες θαφτήκαν με ανώνυμες επιγραφές στον βυθό της Μεσογείου, όσοι περιμένουν στριμωγμένοι στις ουρές του ΟΑΕΔ, όσοι έχουν κάνει “σπίτι” τους τις υπόγειες διαβάσεις και τα πεζοδρόμια των εμπορικών δρόμων, όσοι πέθαναν σε κάποιο δολοφονικό “εργατικό ατύχημα” στον βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κερδοφορίας ανάμεσα σε σκαλωσιές και τσιμέντο.

Η απόφαση του εφετείου για τον Κορκονέα και τον Σαραλιώτη με όλες τις προκλητικές σημαιολογίες που αυτή κουβαλάει, και τα μηνύματα που εκπέμπει δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα στιγμιότυπο του κοινωνικού πολέμου της εποχής μας. Μια στιγμή νόμιμης αποκατάστασης της κρατικής βίας και αυθαιρεσίας, μια στιγμή επαναδιατύπωσης των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών, μια στιγμή επαναφοράς της συλλογικής ιστορικής μνήμης για το ανατρεπτικό κίνημα.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται για τους ανθρώπους που αγωνίζονται για την ισότητα και την ελευθερία η συγκεκριμένη στιγμή πρέπει και θα λειτουργήσει ως μια ακόμα απόδειξη της δικαιοπραξίας του ανατρεπτικού αγώνα.

Νίκος Ρωμανός

Υ.Γ : Έχει διατυπωθεί από διάφορα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε η άποψη ότι η απόφαση του εφετείου μου ήταν αυτή που οδήγησε στην αποφυλάκιση μου. Προς αποκατάσταση της αλήθειας λοιπόν η αποφυλάκιση μου ήταν προδιαγεγραμμένη για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα έχοντας εκτίσει το σύνολο των ποινών μου χωρίς την απόφαση του συγκεκριμένου εφετείου. Ακόμα και με την συγκεκριμένη απόφαση το αποτέλεσμα δεν παύει να είναι προκλητικό αν σκεφτεί κανείς ότι καταδικάστηκα σε 14 χρόνια για τους εμπρησμούς στα προσωπικά οχήματα του Παπαντωνίου. Προφανώς τα καμμένα αμάξια του χρήζουν αυστηρότερης ποινικής αντιμετώπισης από μια κρατική δολοφονία στον μαγικό κόσμο της αστικής δημοκρατίας με τον απεριόριστο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.

Πηγή: https://athens.indymedia.org/post/1599366/

Η πολιτική είναι και θέμα αισθητικής.

Πολλές φορές η μαζική προτίμηση σε κάποια πολιτική παράταξη μπορεί να έχει να πει πολλά για το επίπεδο, πρώτα από όλα, της συλλογικής αισθητικής, και μετά όλων των άλλων. Αυτό στη Ρωμαϊκή σκέψη κάπως ήταν κεκτημένο όπως προδίδει και το γνωστό ρητό με τη γυναίκα του Καίσαρος.
Ακόμα και σήμερα βέβαια παρατηρούμε ότι ολόκληρες πολιτικές ατζέντες, εκστρατείες, επικοινωνιακές στρατηγικές, εκπονούνται με γνώμονα την παλμογράφηση της κοινωνικής αισθητικής.
Η διακηρυγμένη επιστροφή στην κανονικότητα, κεντρικό μότο μιας συντηρητικής παράταξης που τραμπαλίζεται μεταξύ ακροδεξιάς, κλασικού φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού, χριστιανοδημοκρατίας και ακραίου κέντρου ταυτόχρονα, αφορά περισσότερο από όλα μια σημειολογία. Σημειολογία η οποία έχει χτισμένη την κοινωνική της γείωση, όχι τώρα βεβαίως, αλλά αρκετά πίσω στο χρόνο.
Η σημειολογία αυτή εμπερικλείει όλες τις μορφές κοινωνικής υποκρισίας. Είναι η σημειολογία που επιβάλει να αποδεχόμαστε πχ έναν πολιτικό όχι επειδή είναι ικανός, καλός, αποδοτικός, ανιδιοτελής, και άλλα θετικά θεωρούμενα πράγματα, αλλά από το αν φαίνεται να τηρεί τα κοινωνικά προσχήματα και τύπους.
Φοράει γραβάτα; Δίνει θρησκευτικό όρκο; Φιλάει το χέρι του παπά με ευσέβεια; Εμφανίζεται 24/7 υπερασπιστής των πάτριων αξιών και παραδόσεων; Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για έναν διεφθαρμένο πολιτικό μέχρι τα μπούνια. Και πως να έχει. Η διαφθορά είναι μια κανονικότητα που έχουμε αποδεχθεί όλοι σιγά τα λάχανα. Δεν έχει σημασία αν η ίδια μάζα θυμάται τη χριστιανική ηθική μόνο σε κάτι πανηγύρια, σε κάτι βαφτίσια,γάμους, κηδείες και κάθε πάσχα και χριστούγεννα, και γενικά αν κατά τα άλλα σε επίπεδο καθημερινότητας απέχει έτη φωτός από αυτή. Και γιατί να έχει σημασία κάτι τέτοιο εξάλου;
Δεν έχει σημασία πάλι αν η ίδια μάζα νιώθει να καταπιέζεται από τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας,όταν βέβαια πρόκειται για προοδευτικές νόρμες στις οποίες έχει αλλεργία, ενώ ταυτόχρονα εξεγείρεται με την παραμικρή προσβολή των χρηστών ημών ηθών.
Στην προηγούμενη παρατεταμένη προεκλογική περίοδο αυτό που συνέβη στο δημόσιο διάλογο ήταν αποκαλυπτικό, ως ένα βαθμό, της συλλογικής αισθητικής ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας, το οποίο λύσσαξε ενάντια στην σοσιαλδημοκρατική διαχείρηση της εξουσίας, (η οποία απεδείχθη μια χαρά ικανή και αποτελεσματική σε ζητήματα που οι προηγούμενες θα ζήλευαν) αν όχι για κάτι άλλο, κυρίως επειδή αυτή του προσέβαλε τα “γούστα”. Η πολιτική αντιπαράθεση διακυμάνθηκε τόσο πολύ γύρω από τι είναι και τι δεν είναι πρέπον να κάνει και να λέει ένας πολιτικός και ένα κόμμα γενικά, που αποκόμιζε κανείς την εντύπωση πως δεν έχουμε εκλογές μπροστά μας αλλά διαγωνισμό κοινωνικής ευπρέπειας.
Αυτό το βλέπει κανείς έντονα και στον καθημερινό σχολιασμό χρηστών μέσων δικτύωσης που αγαλλιάζουν, μετά τις εκλογές, με στιγμιότυπα της πολιτικής ζωής , όπως η ορκωμοσία στη βουλή, όπου η κανονικότητα επιστρέφει μέσα από τον εναγκαλισμό των παραδοσιακών “τύπων” που οι προηγούμενοι άπλυτοι “αριστεροκατσαπλιάδες” σνόμπαραν “προκλητικά”.
Όλη αυτή η τρέχουσα περιρρέουσα ατμόσφαιρα περί καθωσπρεπισμού, κανονικότητας και προσχημάτων, αν κάτι μας βοηθούν σίγουρα να καταλάβουμε στο σήμερα, είναι ότι πολύ περισσότερο σοκάρει την κοινή γνώμη αν οι κληρονόμοι της πολιτικής διαχείρησης της εξουσίας ανακαλύπτουν ότι οι προκάτοχοι τους τους παράδωσαν γραφεία που βρωμούσαν τσιγαρίλα, παρά αν ανακαλύπτουν ελείμματα και μαύρες τρύπες σε νευραλγικές δημόσιες υπηρεσίες, στον τομέα της υγείας πχ ή αλλού εξίσου σημαντικά.
Και αν μη τι άλλο αυτό δείχνει και το αντίστοιχο επίπεδο της κοινωνικής αισθητικής του σήμερα. Και όπως η πολιτική είναι και θέμα αισθητικής έτσι και η αισθητική είναι και θέμα πολιτικής.

Το λυκόφως των νομοτελειών

i) Μπαράζ διαψεύσεων
Το τέλος της δεκαετίας μας πλησιάζει και έρχεται συνοδεία μιας πλήρους κατάρρευσης όλων των βεβαιοτήτων, όλων των διακηρυγμένων νομοτελειών που μας πιπίλησαν τα μυαλά, σε σημείο οξύ πόνου, όλα αυτά τα χρόνια. Η ψήφος του περήφανου “Ελληνικού Λαού” στο παραπέντε της αλλαγής της δεκαετίας έδωσε σε μια συντηρητική παράταξη τη δυνατότητα μιας καθαρής και ξάστερης αυτοδυναμίας, ένα εκλογικό αποτέλεσμα πραγματικό ρεκόρ για τα δεδομένα της εποχής μας, μια εποχή που θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να είναι το σημείο μηδέν του ελληνικού καπιταλισμού και η αυγή μιας πιθανής κοινωνικής αλλαγής και επανάστασης. Γιατί αυτό; Επειδή έτσι. Το έγραψαν κάποια βιβλία, το λένε κάποιοι θεωρητικοί και πάνω από όλα βελτιώνουν τη ψυχολογία μας τέτοιες νέο-χιλιαστικές προφητείες, οπότε γιατί όχι.

Αντί να συμβούν όμως όλα αυτά είδαμε απλά την παταγώδη αποτυχία της παραδοσιακής αντιπολιτευτικής στρατηγικής του πεζοδρομίου, πετυχημένης σχετικά ως και το 2010, τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της εθνικοφροσύνης που στράφηκε στο πιο προωθήμενο τμήμα της- την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, ενώ παράλληλα ενισχύθηκε μια μίξη ροζ σοσιαλδημοκρατίας και πατριωτικής αριστεράς που επένδυσε πολιτικά στην καλλιέργεια ενός σχεδόν μεταφυσικού μεσσιανισμού, την πολιτική μπλόφα ως βασικό διαπραγματευτικό της ατού για να οδηγηθεί μετά τον εκλογικό της θρίαμβο, στη διενέργεια ενός δημοψηφίσματος του οποίου την έκβαση εν τέλει προσπέρασε περνώντας σε μια γραμμή πολιτικού ρεαλισμού ενός καθώς πρέπει δυτικού σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος ευρωπαϊκού τύπου.

Θα μπορούσε να είχε όμως συμβεί κάτι διαφορετικά; Είναι οι εξελίξεις των χρόνων αυτών αποτυχία του ριζοσπαστικού ανταγωνιστικού κινήματος, αναρχικού/αριστερού ή ξεπερνούν κατά πολύ τους σωστούς ή λάθος κινηματικούς χειρισμούς και επομένως άλλοι είναι οι παράγοντες που θα ήταν ωφέλιμο να αναζητήσουμε τους λόγους της μη εκπλήρωσης των επαναστατικών προφητειών;

ii) Τα σταφύλια της διαφθοράς

Σε αυτό το σημείο θα χρειαστεί να παραδεχτούμε κάτι στους εαυτούς μας. Το ευρύτερο ριζοσπαστικό ανταγωνιστικό κίνημα σε ένα μεγάλο του μερος, ποτέ δεν κατενόησε εις βάθος τους μηχανισμούς της, επί τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, διαφθοράς της κοινωνικής βάσης, μιας διαφθοράς κάθετης, οριζόντιας και διαγώνιας, διαφθοράς που εκτείνεται σε τρομακτικά μεγάλο κοινωνικό εύρος φτάνοντας στο σημείο να αποτελεί σημείο αναφοράς μιας συλλογικής ταυτότητας και ταυτόχρονα στοιχείο της πολιτισμικής παράδοσης και κουλτούρας της νέο-ελληνικής κοινωνίας. Είναι τέτοια η συλλογική συμμετοχή και η παραδοχή αυτής της πλατιάς λαϊκής διαφθοράς που γίνεται- εδώ και δεκαετίες- αντικείμενο ενός συλλογικού αυτοσαρκασμού και σάτυρας. Κάτι του τύπου όλοι ξέρουμε ότι συμβαίνει, όλοι μπορεί να το κάνουμε, λέμε και ένα χωρατό έτσι να περνάει η ώρα . Μιας διαφθοράς στην οποία διαπαιδαγωγήθηκε και γαλουχήθηκε επί μακρώ το σώμα των από τα κάτω από την προσφιλή και λαοφιλή Πασοκική Σοσιαλδημοκρατία. Το γνωστό τοις πάσι παλιό καλό και ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ.

Θα χρειαστεί επίσης να παραδεχτούμε ότι στο διάστημα της πασοκικής και μεταπασοκικής μεταπολιτευτικής περιόδου η πολιτισμική ηγεμονία του καπιταλισμού ισχυροποιήθηκε αλώνοντας ολοένα και περισσότερο τον κοινωνικό χώρο. Με στυλοβάτες τη συλλογική ψυχαγωγία, διασκέδαση και γενικά τον πολιτισμό αλλά και κυρίως μέσω της νέας τεχνολογικής επανάστασης και της καταναλωτικότητας που αυτή (μαζί με άλλους παράγοντες) ενέπνεε, εδραιώθηκε ως μια ισχυρότατη μορφή κοινωνικής συνείδησης, ψευδούς κατά τη μαρξιστική έννοια, αλλά αρκετά αληθούς ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της και το αποτύπωμα της στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

iii) Η αδιαφορία ως κοινωνική αρετή

Σε αυτό το διάστημα της τριακονταετούς απόλυτης επικράτησης της κοινωνικής διαφθοράς, της απόλυτης πολιτισμικής ηγεμονίας του καπιταλισμού, της κατίσχυσης των κοινωνικών αγώνων και της εντεινόμενης γραφικοποίησης αυτών, καθώς και του πλήρως εκφυλισμένου συνδικαλισμού όλων των μετώπων, (όπου τα μόνα casus belli που τίθονταν ήταν όταν επρόκειτο να θιχτούν στενά συντεχνιακά συμφέροντα , και αυτό ακόμα με δυσκολία, εκτός ίσως από μαθητικές/φοιτητικές κινητοποιήσεις που κατά καιρούς συνδέθηκαν και με επιπλέον ζητήματα πχ αντιπολεμικά) ,η κοινωνική βάση διαπαιδαγωγήθηκε στην επίδειξη μιας τρομερής και κυνικής αδιαφορίας και αδράνειας για όλα τα μείζονα ηθικά ζητήματα της εποχής, μιας αδιαφορίας και αδράνειας που έφτανε και ξεπερνούσε τα όρια της συλλογικής ενοχής. Πχ ήταν απολύτως αδιάφορο αν το τίμημα αυτής της κοινωνικής ευμάρειας ήταν η περιφρούρηση θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων από τις μεταναστευτικές ροές με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς κατά μήκος των συνόρων. Ήταν απολύτως αδιάφορο αν αυτή η συλλογική ευζωία και η δυνατότητα συμμετοχής στη διαφθορά χτίστηκε πάνω σε βασανισμένα κορμιά σε φυλακές, αστυνομικά τμήματα, ψυχιατρικά κολαστήρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, εξαθλιωμένα μητροπολιτικά γκέτο, ήταν απολύτως αδιάφορο αν οι όροι αυτή της κοινωνικής αφθονίας πληρούνταν με τη στυγνή εκμετάλλευση του πλέον αναλώσιμου και παρανομοποιημένου μεταναστευτικού δυναμικού. Ήταν απολύτως αδιάφορο αν η εκτός νόμου οικιστική ανάπτυξη χιλιάδων εξοχικών συνοικισμών ήταν χτισμένη πάνω σε καμένες εκτάσεις δασικών πνευμόνων ή αν η ενίσχυση του ΑΕΠ από τον τουρισμό συντελούνταν στην πιο ανελέητη μορφή μικρομεσαίας αισχροκέρδειας εις βάρος αλλοδαπών αλλά και εγχώριων τουριστών.

Πως λοιπόν περιμέναμε ότι με όλο αυτό το κοινωνικό υπόβαθρο θα ξεσπάσει μόλις μέσα σε δυο χρόνια οικονομικής ύφεσης μια σαρωτική κοινωνική επαναστατική μεταβολή; Πως γίνεται να ανατραπούν τρεις ολόκληρες δεκαετίες τέτοιας ποιότητας κοινωνικής διαπαιδαγώγησης μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα τη στιγμή κιόλας που δεν έχουν υπάρξει οι παραμικρές σχεδόν, ή έστω ισχνές, προσπάθειες ριζοσπαστικής διαπαιδαγώγησης “των μαζών” ;

Η διετία 2010-12 πόρρω απείχε από τη προ-εμφυλιακή κατάσταση στην Ισπανία του 1936, ή της προπολεμικής κατάστασης στην Ελλάδα του 1940 . Καμία ομονσπονδία, κανένα οργανωμένο επαναστατικό κίνημα, κόμμα, μέτωπο ή οτιδήποτε άλλο, ένοπλο ή μη , δε θα μπορούσε να είχε συντελέσει σε μια γενικότερη εκτροπή μέσα σε αυτή τη διετία γιατί καταρχάς δεν υπήρχε εκ των προτέρων κανένα τέτοιο έδαφος για τη δημιουργία τέτοιων υποδομών αλλά και γιατί ακόμα και αν αυτές υπήρχαν απουσίαζε πλήρως το υποκείμενο. Ένα υποκείμενο με συνείδηση του εχθρού που έχει απέναντι του, διατεθειμένο να πολεμήσει αν χρειαστεί με κάθε μέσο, να υποστεί κάθε είδους ταλαιπωρία, φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια, δολοφονίες, εκτελέσεις, απαγωγές, συλλογικά αντίποινα εις βάρος άμαχου πληθυσμού και γενικά να αντιμετωπίσει συνθήκες εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα. Δηλαδή για να είμαστε σοβαροί, ποιοι θα τα έκαναν όλα αυτά; Ένα κοινωνικό corpus μαθημένο στην απραξία, την αδιαφορία, την αρπαχτή, τον κυνισμό και την λαμογιά; Πως χωρίς σαφή συνείδηση της ύπαρξης ενός εχθρού-καταπιεστή και της αναγκαιότητας αγώνα εναντίον του θα υψωθούν τα λάβαρα της οποιαδήποτε εξέγερσης και διάθεσης για επαναστατική αλλαγή; Με τι υπόβαθρο, τι διαπαιδαγώγηση και τι κουλτούρα θα κινηθεί αυτός ο κόσμος να ρισκάρει τα πάντα για μια αμφιβόλου κιόλας επιτυχία κοινωνικής αλλαγής, μιας και κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί την νίκη της; Και γιατί πιστεύουμε ότι η δική μας συμβολή ήταν τόσο σημαντική που να πρέπει η αποτυχία μιας τέτοιας προοπτικής να είναι δική μας αποτυχία και ήττα;

iv) Η γενοκτονία-φάντασμα

Ας έχουμε επίσης τη γενναιότητα να παραδεχτούμε το εξής. Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια οικονομικής ύφεσης, χρόνια κατά τα οποία σημειώθηκε η κορύφωση των αντιδράσεων απέναντι στα μέτρα λιτότητας, η ελληνική κοινωνία δε γνώρισε μια πραγματική κοινωνική εξαθλίωση που να αντιστοιχούσε στο βερμπαλισμό και τον λαϊκισμό της γενοκτονολογίας που επικράτησε αυτά τα χρόνια . Ασφαλώς υπήρξε αύξηση της φτωχοποίησης, της επαιτείας, των αστέγων, των ανέργων και των ανθρώπων που στοιχίζονταν στα συσσίτια ή έψαχναν φαγητό σε κάδους σκουπιδιών. Σίγουρα υπήρξαν ιδιωτικοποιήσεις του δημοσίου και απολύσεις, σκλήρυνση του εργασιακού καθεστώτος ενώ πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έκλεισαν και πολλοί άνθρωποι οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία από απελπισία. Οπωσδήποτε πολλά σπίτια και οικογένειες ένιωσαν το βάρος των οφειλών και της αύξησης των τιμών να τους πνίγει. Αλλά ας έχουμε την ειλικρίνεια να παραδεχτούμε ότι δε γέμισαν οι ελληνικές πόλεις φαβέλες βραζιλιάνικου τύπου, δεν είχαμε κρίση λοιμού και χιλιάδες νεκρά παιδιά στους δρόμους όπως στην κατοχή, δεν είχαμε πόλεμο συμμοριών στους δρόμους γύρω από τη διεκδίκηση των στοιχειωδών αναγκών, δεν είχαμε ανήλικα παιδιά να δουλεύουν σε βαριές βιομηχανίες για 14ωρα, δεν άφησαν τα ελληνόπουλα την οικογενειακή θαλπωρή για να θαλασσοπνιγούν στα καράβια ή να στελεχώσουν τις φάμπρικες κάθε πιθανής και απίθανης χώρας του εξωτερικού.

Η Ελλάδα ακόμα και στα χειρότερα της οικονομικής ύφεσης που ξέσπασε το 2009-2010 συνέχισε να παραμένει στο παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος ως μια καπιταλιστική περιφέρεια του Πρώτου Κόσμου, απόλυτα εξαρτημένη φυσικά και με τεράστιο χρέος αλλά σίγουρα δεν μετατράπηκε σε κάποια αφρικανική χώρα της μετά-αποικιακής εποχής. Το μέσο βιωτικό επίπεδο στην Ελλάδα παρέμεινε κατά πολύ πιο πάνω από το μέσο βιωτικό επίπεδο σε πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής, της Ασίας ή της Μέσης Ανατολής. Χώρες στις οποίες δε σημειώνεται και κάποια τρομερή επαναστατική δραστηριότητα εξαιτίας της κατά πολύ μεγαλύτερης κοινωνικής εξαθλίωσης.
v) Ο φόβος της ταξικής «έκπτωσης»

Η ελληνική ύφεση του 2009 όπως αυτή εκδηλώθηκε ήρθε να αναιρέσει μια εποχή γενικής αφθονίας, που μπορεί τώρα να γίνεται παραδεχτή ότι υπήρξε και να θεωρείται επίπλαστη αλλά τότε δεν φαινόταν τίποτα στον ορίζοντα που θα μπορούσε να την απειλήσει. Η οργή των αγανακτισμένων που πλημμύρισαν τις πλατείες το 2011 και το 2012 ήταν εν πολλοίς μια οργή μικροαστική, παρά την εκρηκτικότητα της και διόλου ριζοσπαστική. Δεν ήταν μια οργή που κυοφορούσε μέσα της το σπόρο της αμφισβήτησης για το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, διότι πως, και από πού και ως που θα μπορούσε εν μια νυκτί να γεννηθεί τέτοια διάθεση αμφισβήτησης. Ήταν μια οργή απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που ερχόταν να πάρει αυτά που είχε εκπαιδεύσει τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να διατηρούν για πάντα, μια προνομιούχα δηλαδή θέση μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Ήταν η αγανακτισμένη μικροαστική οργή του νοικοκυραίου, του Κυρ Παντελή που δεν μπορούσε να καταδεχτεί ότι θα μετατραπόταν σε ένα φεγγάρι σε πληβείο, στον πληβείο που τόσο είχε μάθει να περιφρονεί και ενίοτε να ψευτολυπάται όποτε «αλήτες, προδότες, πολιτικοί».

Μπορεί λοιπόν, να ήταν μια οργή που στράφηκε κατά του πολιτικού κόσμου με δεκάδες προπηλακισμούς πολιτικών κατά μήκος όλης της χώρας, ή να εκφράστηκε και ιδιαίτερα βίαια στις μεγάλες αντί-μνημονιακές συγκεντρώσεις του 2011-2012 , αλλά σε τελική ανάλυση παρέμεινε κατά βάση οργή του μεσαίου χώρου που αντιλαμβανόταν ότι επίκειται μια βίαιη συρρίκνωση του, κάτι που αντανακλαστικά κινητοποίησε πλήθος ανθρώπων που τις προηγούμενες δεκαετίες το “πεζοδρόμιο” το είχαν δει μόνο σε ταινίες. Και ακριβώς επειδή το ιδεολογικό υπόβαθρο των αγανακτισμένων ήταν αυτή η αλαζονική υπερηφάνεια των μεσαίων και μικρομεσαίων που τους φαινόταν αδιανόητη η προοπτική έκπτωσης της κοινωνικής τους θέσης και status, ο βίαιος δηλαδή ταξικός εκτοπισμός τους από το βάθρο της μεσαίας ή μικρομεσαίας τάξης, σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα προσπάθησε μέσα σε αυτή τη δεκαετία να μιλήσει στην αγανακτισμένη τους ψυχή και να τους προσεταιριστεί με διαφορετικό τρόπο ανά περίπτωση, ανάλογα και το ποιος μιλούσε.

Κοινή συνισταμένη ολόκληρου του πολιτικού τόξου, από την πιο συντηρητική πτέρυγα ως την πιο προοδευτική, από τη ριζοσπαστική ακροδεξιά ως και τη ριζοσπαστική ακροαριστερά (αλλά και μέρους της αναρχίας) ήταν το αφήγημα της Ελλάδας ως αποικίας χρέους που εκμεταλλεύονται οι κακοί ξένοι, γερμανοί και άλλοι. Η κεντρικοποίηση αυτού του αφηγήματος προφανώς και ευνοούσε τις πιο δεξιόστροφες και συντηρητικές αντί-μνημονιακές φωνές που έβρισκαν ευκαιρία να προωθήσουν την έτσι κι αλλιώς εθνικιστική τους ατζέντα. Παράλληλα ευνοούσε και κομμάτια της αριστεράς και του αναρχικού- αντί-εξουσιαστικού χώρου, τα οποία κατανοώντας ότι το αντί-καπιταλιστικό-και μάλιστα με ριζοσπαστικούς όρους- δεν κεντρικοποιείται το ίδιο εύκολα, το γύρισαν στον εθνο-πατριωτικό αλυτρωτισμό με μια ρητορική που ήθελε να ανασύρει μνήμες εθνικής αντίστασης και να μιλήσει στο πατριωτικό θυμικό των μαζών με έναν κατάφορο βερμπαλισμό στα όρια της αυτό-αναφορικής γραφικότητας. Λες και η διετία 2010-2012 είχε την παραμικρή σχέση με τα όσα βίωνε ένας- δοκιμασμένος από τρεις πολέμους την προηγούμενη από το 1940 25ετία-πληθυσμός που καλούταν να αντιμετωπίσει ένα από τα πιο σκληρά και τρομοκρατικά καθεστώτα εξουσίας που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει ως τότε, το ναζιστικό.

Η αποτυχία όμως της πάγιας λογικής του πεζοδρομίου, επιτυχής στη μεγαλύτερη διάρκεια της μεταπολίτευσης, να ανακόψει με μαζικότητα και μαχητικότητα τα μνημονιακά νομοθετήματα, μια αποτυχία που εδράζεται κυρίως στην Θατσερικής εμπνεύσεως γραμμή μηδενικής ανοχής του κράτους απέναντι στις πολιτικές διαμαρτυρίες, ανέδειξε ακριβώς αυτήν την έλειψη ριζοσπαστικοποίησης που διέκρινε το σώμα των αγανακτισμένων, μια έλειψη που είχε σχέση με την ποιότητα του ίδιου του μαζικού υποκειμένου.
Τα κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, τα οποία φιλοδοξούσαν δήθεν να αντιγράψουν οι ευρωπαίοι- και οι έλληνες προφανώς ανάμεσα τους- όπως αυτά της Τυνησίας ή της Αιγύπτου (βλέπε πλατεία Ταχρίρ) δεν αντιμετωπίστηκαν με λιγότερη καταστολή. Ίσα ίσα η κρατική βία που εκδηλώθηκε μετρούσε πολλές συλλήψεις, βασανισμούς, αθρόες φυλακίσεις , ακόμα και δολοφονίες στους δρόμους, τα αστυνομικά τμήματα ή τις φυλακές. Ωστόσο ο κόσμος δεν εγκατέλειψε τους δρόμους ή τις πλατείες και παρέμεινε μέχρι να δει τους ηγέτες να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Η διαφορά είναι εμφανής, και μπορούμε να την αναζητήσουμε στην επί δεκαετίες σκληρή και στυγνή εκμετάλλευση των τοπικών πληθυσμών από τα εν λόγω καθεστώτα, καθώς και της σκληρής και διαρκούς τρομοκρατίας της εξουσίας πάνω τους επί δεκαετίες, χωρίς μάλιστα την αστικοδημοκρατική πολυτέλεια της εναλλαγής κάποιας πιο δημοκρατικής και ήπιας διαχείρισης της κυβερνητικής εξουσίας, η οποία θα έδινε μια κάποια ανάσα για όσο κρατούσε. Η διαφορά λοιπόν είναι ότι εκεί ο αντικαθεστωτισμός των πληθυσμών είχε καταφέρει να ριζώσει για δεκαετίες και να ριζοσπαστικοποιηθεί, όσο και αν διατηρούσε προσωπαγή χαρακτήρα, και αυτό αποτέλεσε και την κολώνα που στήριξε την αποφασιστικότητα και την επιμονή των ανθρώπων στον αγώνα τους ενάντια στις τυραννίες που ζούσαν. Βλέπουμε εδώ καμιά ομοιότητα με την ελληνική πραγματικότητα του 2010;

vi) Η ελπίδα έρχεται

Ακριβώς αυτή η αστικοδημοκρατική πολυτέλεια που αναφέραμε προηγουμένως ήταν που έκανε την διαφορά ωστόσο στη δική μας περίπτωση. Η δυνατότητα μιας εναλλαγής της εξουσίας, και της θητείας μιας κυβερνητικής δυναμικής που υποσχόταν αφειδώς ότι θα επαναφέρει όλα τα προηγούμενα κοινωνικά προνόμια που είχαν χαθεί, ή ότι θα φρόντιζε να μην απειληθούν περαιτέρω κι άλλα, ώθησε τις πιο προοδευτικές συνιστώσες του μεσαίου και κατώτερου κοινωνικού χώρου, να στηρίξουν τις ελπίδες τους σε μια σοσιαλδημοκρατική δύναμη που εμφανιζόταν να είναι κάτι σαν την επανάσταση της Κούβας και της κοινωνικής μεταρρύθμισης της Χιλής του Αλιέντε, την ίδια στιγμή που οι αντίστοιχες συντηρητικές υποστήριξαν λαϊκοδεξιές και ακροδεξιές δυνάμεις του πολιτικού φάσματος, ακόμα και περιθωριακές σαν τη Χρυσή Αυγή.

Η επί τεσσεράμιση χρόνια θητεία της πάλαι ποτέ ανανεωτικής αριστεράς και νυν καραμπινάτης σοσιαλδημοκρατίας δεν εκπλήρωσε επουδενί τις προσδοκίες του μικρομεσαίου χώρου ο οποίος και στο εσωτερικό του άρχισε να πολώνεται έντονα αυτά τα χρόνια ιδίως σε ότι αφορούσε τις προσπάθειες του κυβερνητικού σχήματος να χαράξει τομές στον προοδευτικό τομέα: σύμφωνο συμβίωσης και δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζεύγη, μετριοπαθής περιορισμό της θρησκευτικής προπαγάνδας στη δημόσια εκπαίδευση και ακόμα πιο μετριοπαθή διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, διατάξεις για την αποσυμφόρηση στις φυλακές και κυρίως την προώθηση μιας πολύ επικερδούς, στα πλαίσια των δεδομένων γεωπολιτικών συσχετισμών, συμφωνίας με τη γείτονα χώρα της Βορείου Μακεδονίας, σε σχέση με το ονοματολογικό.

Ωστόσο η πόλωση αυτή έγειρε σαφέστατα υπέρ της εθνικοφροσύνης η οποία συσπειρώθηκε σε ένα άνευ προηγουμένου (για τα δεδομένα της δεκαετίας μας) μέτωπο με σκοπό να ρίξει μια κυβέρνηση που υποτίθεται ήταν αριστερή, υποτίθεται ήταν επικίνδυνη για τα εθνικά θέματα και που υποτίθεται ήθελε να καταστρέψει τη χώρα εκ των έσω παραδίδοντας την στον έλεος τρομοκρατών και υπερασπιστών της αναρχικής εξεγερτικής δραστηριότητας. Και όλα αυτά για μια κυβέρνηση με πλούσιο έργο στον τομέα της καταστολής του ριζοσπαστικού κινήματος, κάτι το οποίο έκανε με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και χωρίς να συναντήσει πολλές αντιδράσεις, κι ενώ παράλληλα κατάφερε να σταθεροποιήσει την οικονομία, να ανεβάσει τους δείκτες, να παράξει πλεονάσματα και να προβεί και σε μια περιορισμένη κοινωνική επιδοματική πολιτική.
Το αποτέλεσμα όμως, όπως αυτό αποτιμάται εκλογικά, ευνόησε την παράταξη που ηγήθηκε του εθνικόφρονος μετώπου, το οποίο πέρα από όλες τις υπόλοιπες κορώνες περί παλινόρθωσης της δημοκρατίας και εκδίωξης των μαδουριστών, έπαιξε και το χαρτί του προσεταιρισμού των μικρομεσαίων, οι οποίοι άλλα περίμεναν από την προηγούμενη κυβέρνηση, ένιωσαν προδομένοι που δεν εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες τους, και αποφάσισαν να τις ξανά-τοποθετήσουν στον νέο πλειοδότη της μικρομεσαίας ελπίδας, κάνοντας φανερό με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο ποιος είναι ο πραγματικός συντελεστής των εσωτερικών εξελίξεων στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, αυτός που ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις δίνοντας εύνοια πότε σε συντηρητικές, πότε σε προοδευτικές, πότε σε νέο-φιλελεύθερες ,πότε σε σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, πότε φωνάζοντας για μνημονιακή κατοχή, πότε φωνάζοντας για το ξεπούλημα της μακεδονίας. Και ο οποίος δεν είναι άλλος από την κατά τον Λένιν κοινωνική βάση του οπουρτουνισμού, αυτό το εμποτισμένο με διαφθορά κοινωνικό στρώμα που κοιτάει να υπερασπιστεί πάντοτε τα ταξικά συμφέροντα του, είτε από το πεζοδρόμιο είτε από την κάλπη, γνωστό και ως Μεσαία Τάξη.

Αντί επιλόγου…

Με έναν πολύ πρόχειρο απολογισμό της δεκαετίας που φεύγει, και αναμένεται να αφήσει πίσω της συντρίμμια ( αν υλοποιηθεί τουλάχιστον η προεκλογική ατζέντα του νέου κυβερνητικού σχήματος) βλέπουμε ότι πλέον καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα το νομοτελειακό αφήγημα των καπιταλιστικών οικονομικών κρίσεων, που απορρέοντας από τη δομική αντιφατική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής αναπόφευκτα θα σηματοδοτήσουν από μόνες τους και την πτώση του.
Αν υπάρχει επίσης κάτι να καταπιστευθεί σε μεγάλο κομμάτι του ριζοσπαστικού χώρου και κινήματος, αυτό δεν αφορά τόσο το τι έκανε ή τι δεν έκανε τα χρόνια της κρίσης. Με τέτοια συζήτηση υπερτιμάμε κατά πολύ τις περιορισμένες δυνατότητες αποτελεσματικής παρέμβασης του κινήματος και αυτομαστιγωνόμαστε για ανεπάρκειες που κι ακόμα κι αν δεν είχαμε είναι πολύ αμφίβολο πόσο πιο πολύ θα είχαμε επηρεάσει τα γεγονότα. Είναι αυτό που λέμε, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, οπότε θεωρούμε πως και μας αναλογούν πολύ περισσότερες ευθύνες για την όποια αποτυχία κάποιας κοινωνικής επανάστασης. Πιο καίρια θα ήταν μια συζήτηση για το τι θα μπορούσε ίσως να είχε καταφέρει ο ριζοσπαστικός χώρος την προηγούμενη από την κρίση εποχή. Κατά πόσο θα μπορούσε να θέτει και να εγείρει κεντρικά, ζήτημα μιας μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης με την ιδεολογία της μεσαίας τάξης, κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί ή και να επιτεθεί στη μαζική κουλτούρα των χρόνων εκείνων και στα αλλότρια φαινόμενα που αυτή γεννούσε και κατά πόσο εν τέλει ήταν σε θέση επάρκειας να αντιληφθεί το ίδιο το Πνεύμα μιας ολόκληρης εποχής , να καταφέρει δηλαδή να συλλάβει το zeitgeist της νεοελληνικής κουλτούρας και να υψώσει ηθικά και πολιτισμικά αναχώματα εναντίον του, θέτοντας μια άλλη βάση ζύμωσης συνειδήσεων, οι οποίες ενδεχομένως σε μια αποσταθεροποίηση που θα γεννούσε μια οικονομική κρίση, να είχαν περισσότερες πιθανότητες να αποσαθρώσουν τη βάση του εγχώριου καπιταλιστικού συστήματος.

Αν μη τι άλλο είναι μια συζήτηση που πάντα έχει μια αξία να ξεκινήσει…

Ο φθόνος του συμβιβασμένου

Στις αχανείς εκτάσεις της κοινωνικής ζούγκλας μπορούν να παρατηρηθούν διαφορετικά είδη ανθρωποτύπων που όντας συμβιβασμένοι με τον κόσμο γύρω τους προσπαθούν να βρουν μια φόρμουλα επιβίωσης. Διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που κατανοούν την αδύναμη θέση που έχουν ως καταπιεσμένοι απέναντι στον κόσμο της εξουσίας και των καταναγκασμών που τους επιβάλλονται και εφευρίσκουν διάφορους τρόπους να αντιμετωπίζουν αυτήν την πραγματικότητα.

Κάποιοι προσπαθούν να κρατήσουν μια ισορροπία στη ζωή τους, να θέτουν κάποιες κόκκινες γραμμές οι οποίες αν προσβληθούν θα ξεσηκωθούν και θα εξεγερθούν, προσπαθώντας λιγότερο ή περισσότερο να αγωνίζονται, έστω και πιο μετριοπαθώς, για παραπάνω χαλάρωση των όρων καταπίεσης και εκμετάλλευσης που τους υποβάλλονται. Κάποιοι άλλοι, κουρασμένοι ενδεχομένως ψυχολογικά από τη συνεχόμενη αναγκαστική αποδοχή των καταπιεστικών συμβάσεων, μπορεί να επιλέξουν μια ζωή πλήρως ρηξιακή, σε πλήρη σύγκρουση με το πλαίσιο κυριαρχίας και να το φτάσουν στα άκρα ακόμα κι αν αυτό είναι πλήρως αυτοκαταστροφικό. Κάποιοι μπορεί να βρίσκονται σε μια γραμμή αποδοχής πολλών συμβάσεων στη ζωή τους αλλά έχοντας επίγνωση αυτής της σύμβασης, αποδέχονται την κατάσταση στην οποία τους φέρνει η αδυναμία τους να αντιδράσουν, αλλά συγκινούνται ή ενθουσιάζονται με μια πράξη αντίδρασης όταν προέρχεται από άλλους. Τέτοιοι άνθρωποι παρόλο που μπορεί να μην τολμούν να προβούν σε ηρωικές υπερβάσεις και να μπουν στη φωτιά της ιστορίας, εν τούτοις πολλές φορές όταν έχει χρειαστεί έχουν σταθεί ψυχικά αλλά και πρακτικά υπέρ όσων το κάνουν. Σε κρίσιμες στιγμές έχουν παράσχει καταφύγιο, έχουν διασώσει, έχουν αρνηθεί να καταδώσουν ακόμα και με κίνδυνο της ελευθερίας ή της ζωής τους. Αλλά αυτό βέβαια δε συμβαίνει τυχαία. Συμβαίνει γιατί μέσα τους γνωρίζουν με ποιο στρατόπεδο τάσσονται. Αναγνωρίζουν την πηγή της καταπίεσης και της καταδυνάστευσης που υφίστανται όπως και τους φυσικούς ή ηθικούς αυτουργούς αυτής. Περιττό να πούμε πως πλέον, στη δική μας εποχή, άνθρωποι σαν κι αυτούς βρίσκονται κυρίως στις σελίδες των βιβλίων.

Υπάρχει όμως και ένα άλλος είδος καταπιεσμένου που αφθονεί γύρω μας. Είναι αυτός που συμβιβάζεται , όχι αναγκαστικά γιατί νιώθει ότι είναι θύμα εκβιαστικών απαιτήσεων από την πλευρά της κυριαρχίας και ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά κυρίως γιατί “ΠΡΕΠΕΙ”. Όπου βρεθεί και όπου σταθεί διαρκώς φροντίζει να κάνει γνωστό σε όλους γύρω του, ακόμα και αν κανείς δεν τον έχει ρωτήσει, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να υπακούμε τους ανώτερους μας, πρέπει να ακολουθούμε τους κανονισμούς, τους νόμους, τις διατάξεις ,πρέπει να είμαστε τίμιοι και να μη δίνουμε δικαιώματα περί του αντιθέτου, πρέπει να καθόμαστε στα αυγά μας όταν έχει φασαρίες, να μην μπλέκουμε, να μην ασχολιόμαστε με πράγματα πέρα από τα πλαίσια που προβλέπει το άγραφο δίκαιο της οικογενείας ή το επίσημο γραμμένο δίκαιο της πολιτείας.

Τέτοιους ανθρώπους όλοι ξέρουμε, όλες έχουμε γνωρίσει και έχουμε δει. Για την ακρίβεια είναι παντού γύρω μας. Το είδος του καταπιεσμένου για τον οποίο μιλάμε, αυτός ο homo conformer έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να γίνεται αντιληπτός και να δίνει το στίγμα του. Έχει μια αστείρευτη διάθεση για γκρίνια, μια ξινίλα μόνιμα χαραγμένη στα μούτρα του και του φταίνε διαρκώς όλα όσα γίνονται εκτός πλαισίων. Θα τον δούμε ας πούμε σε κάποιο μέσο μεταφοράς να δυσφορεί με όσους δεν κόβουν εισιτήριο στα ΜΜΜ γιατί “αν λειτουργούσαν όλοι έτσι τι νόημα έχουν οι κανονισμοί, μαλάκες είμαστε οι υπόλοιποι που κόβουμε εισιτήριο κανονικά;” Το ίδιο μοτίβο γκρίνιας μπορεί να επαναληφθεί σε άπειρες παραλλαγές καθώς τα πράγματα που ενοχλούν το homo conformer δεν έχουν τελειωμό.

Βασικά είναι το ίδιο άτομο που πάντα θέλει να κάνει μάθημα όταν γίνονται καταλήψεις σε σχολεία και σχολές ( “μαλάκες είμαστε εμείς δηλαδή που έχουμε κάνει τόση προετοιμασία και μελέτη;”) , που πάντα ενοχλείται όταν κάποια κοινωνική κινητοποίηση μπλοκάρει κάτι, είτε είναι κάποια διαδήλωση στο κέντρο της πόλης, είτε κάποια απεργία που βραχυκυκλώνει κοινωφελής υπηρεσίες όπως ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τομέας καθαριότητας, ΜΜΜ, αεροδρόμια, λιμάνια, εθνικές οδοί, τελωνεία, νοσοκομεία, (“δηλαδή εμείς τι φταίμε να ταλαιπωριόμαστε σα μαλάκες”) ή που πάντα θέλει να εργαστεί στη δουλειά του όταν γίνεται κάποια απεργία (“μαλάκας είμαι δηλαδή εγώ να ρισκάρω να με απολύσουν;”)Φυσικά ο homo conformer δεν είναι μαλάκας όπως κάτι άλλα χάπατα να παρασέρνεται σαν πρόβατο από ιδεολογίες, κόμματα και παρατάξεις ωστόσο δηλώνει ενεργός πολίτης και ψηφίζει κάθε τετραετία φροντίζοντας να δείξει σε όλους τους τόνους την δυσφορία του για επιλογές τύπου άκυρα/λευκά (“ εγώ γιατί πάω σα μαλάκας και ψηφίζω”).

Τον homo conformer βέβαια τον ενοχλούν και πολλά άλλα πράγματα. Τον ενοχλούν όσοι άλλοι δεν κάθονται στα αυγά τους όπως αυτός αλλά αντιδρούν με διάφορους τρόπους απέναντι σε εκφάνσεις της καταπίεσης και της εξουσίας ειδικά αν μια τέτοια αντίδραση εμπεριέχει και ένα ποσοστό βίας (“ δηλάδη τι, μαλάκες είμαστε εμείς; δε ξέραμε και εμείς άμα είναι να το κάναμε αυτό, ;”). Μολονότι βέβαια δεν αντιδρά σχεδόν ποτέ για το οτιδήποτε , και παρά το γεγονός ότι πάντα είναι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχχει παρόλα αυτά άποψη και για το επιχειρησιακό κομμάτι δράσεων ή ακόμα και για τη στοχοθεσία (“ σιγά μην ήμουν μαλάκας να παίξω τον κώλο μου για κάτι τέτοιο” ή “ εγώ αν ήταν να κάνω κάτι δε θα πήγαινα σα το μαλάκα σε κάτι τόσο εύκολο θα χτυπούσα κάτι πολύ πιο δυνατό” ). Τον ενοχλούν επίσης, και τον ενοχλούν πολύ τα συνθήματα στους τοίχους, ότι  κι αν γράφουν. Είναι από αυτούς που συχνά αν δουν κάποιον να γράφει στη γειτονιά τους ή κάτω από το σπίτι τους θα αρχίσουν αμέσως τα “γιατί δε τα γράφεις αυτά στο σπίτι σου ρε;”

O homo conformer μπορεί να μην ξεσηκώνεται ποτέ αλλά ξέρει ότι αν θέλει μπορεί (παρόλο που δε θέλει) να τα κάνει όλα όπα. Μόνιμη επωδός του όταν βλέπει στις ειδήσεις μια σπασιματική ή έναν εμπρησμό είναι το “ε καλά αυτή τη μαλακία θα μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε, γιατί δεν πάνε σε καμιά βουλή να τους παραδεχτώ;”. Φυσικά ακόμα κι αν γίνει αυτό πάλι θα έχουν μια απάντηση , θα γυρίσουν και θα πουν “ μπράβο ρε, καλοί μαλάκες είστε, κάνατε μια τρύπα στο νερό , ρίξατε το κράτος”.
Αυτό το συμβιβασμένο ανθρωπάκι, παρά το γεγονός ότι αρκετά συχνά βλέπει ταινίες ή σειρές με κυριλέ τύπους που κλέβουν με θεαματικούς τρόπους καζίνο, γκαλερί, τράπεζες κτλ. και καραγουστάρει, αν στην πραγματική ζωή μάθει ότι ληστεύθηκε κάποια τράπεζα, ειδικά αν οι δράστες είναι αναρχικοί, θίγεται κατάφορα, η αξιοπρέπεια του και βγαίνει από τα ρούχα του( να τους μπαγλαρώσουν να μάθουν, μαλάκες είμαστε εμείς που δουλεύουμε μια ζωή, δεν ξέραμε να κλέψουμε άμα θέλαμε;)

Όπως θα έχει γίνει μάλλον σαφές μέχρι τώρα, ο συγκεκριμένος τύπος συμβιβασμένου ανθρώπου δεν είναι και πολύ συμπαθητικός. Για την ακρίβεια είναι ακριβώς αυτό που αναρωτιέται διαρκώς: μαλάκας, και μάλιστα τιτανοτεράστιος. Κάθε φορά που μπορεί να μας τύχει μια απρογραμμάτιστη συζήτηση με κάποιον του είδους τους μετά έχουμε τόσα νεύρα που νιώθουμε ότι θα μπορούσαμε να πέσουμε με αμάξι σε μια στάση λεωφορείου γεμάτη κόσμο. Ακόμα και οι πλέον επίμονοι μέσα στο κίνημα που είναι κατά των εύκολων αφορισμών γιατί πιστεύουν ότι οι πάντες θα μπορούσαν να μεταστραφούν, αν κάτσουν να συνομιλήσουν 5 λεπτά με έναν τέτοιο άνθρωπο θα θέλουν να τον πατήσουν με τρακτέρ. Και θα έχουν δίκιο.

Οι ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες δεν διαμορφώνονται μόνο βάση ορθολογικών κριτηρίων και ψυχρών υπολογισμών. Από μια τέτοια άποψη δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμιά απολύτως εξήγηση για το πώς άτομα από την τάξη των καταπιεσμένων και των εκμεταλευόμενων θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια τόσο lawful προσωπικότητα, υποτακτική πέρα ως πέρα και ικανή να προκαλεί μια απαξία και μια αποστροφή όχι μόνο με πολιτικά και ηθικά κριτήρια αλλά ακόμα και με αισθητικά.
Είτε ένα άτομο αντιδρά σε όλες τις περιπτώσεις με τους παραπάνω τρόπους , ή σε ορισμένες από αυτές, το ψυχολογικό του υπόβαθρο παραμένει κάπως ίδιο. Κατά βάση πρόκειται για άτομα, που αν και νομιμόφρονα και υποτακτικά, ενίοτε έχουν κρίσεις συνείδησης και ηθικών αμφιβολιών ως προς τη ζωή και τις επιλογές τους. Αντί όμως να στραφούν σε μια, έστω μερική, ρήξη με όσα τους καταπιέζουν, αναπτύσσουν ένα σύνδρομο τρομερής μικρόψυχης ζήλιας απέναντι σε όσους και όσες τολμούν κάποια υπέρβαση στη ζωή τους. Αυτή η αντιδραστική ζήλια μετατρέπεται σε έναν δηλητηριώδη φθόνο που κατατρώει τον εσωτερικό τους ψυχισμό με την μεθοδικότητα που ένας καρκίνος καταστρέφει το σώμα ενός οργανισμού, οδηγώντας τους στο να μισούν και να εχθρεύονται πλέον όλα εκείνα τα οποία θεωρούν ή νιώθουν ότι δε μπορούν να κάνουν. Έτσι , αντί να μισούν και να εχθρεύονται όσους τους αναγκάζουν να ζουν σε συνθήκες αναξιοπρέπειας, όσους τους καταπιέζουν και τους εκμεταλλεύονται, όσους παίρνουν αποφάσεις για τις δικές τους ζωές, μισούν μέσα από τα βάθη της ψυχής τους, τους εξεγερμένους, τους αρνητές, τις ιερόσυλες και αποίθαρχες αυτού του κόσμου.

Αυτού του τύπου η αντίδραση είναι το τελευταίο ψυχολογικό αποκούμπι, ένα ultimum refugium ή αλλιώς η έσχατη καταφυγή των ανθρώπων που δε μπορούν να υποφέρουν την ίδια τους την αναξιοπρέπεια και δουλοπρέπεια. Διαρκώς πρέπει να φταίνε οι άλλοι, όσοι και όσες κινητοποιούνται, καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους, συμμετέχουν σε διαδηλώσεις, συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής, προβαίνουν σε οργανωμένα σαμποτάζ, λεηλατούν τους ναούς του πλούτου ή βγάζουν από τη μέση καθάρματα που υπηρετούν τον κόσμο της εξουσίας, της βαρβαρότητας και της εκμετάλευσης. Για αυτά τα άτομα εχθρός είναι κάθε άνθρωπος που τολμά να υψώνει το ανάστημα του απέναντι στη μπότα της εξουσίας ενώ εκείνος που κάθεται να τον τσαλαπατούν σαν το σκουλήκι μέσα στη λάσπη, είναι υπόδειγμα ανθρώπου στην κοινωνία, ένας καθώς πρέπει πολίτης με πρόσωπο στον κόσμο.

Τα επιχειρήματα δε με τα οποία στρέφονται ενάντια σε κάθε μικρή ή μεγάλη πράξη ανταρσίας, έχουν την τάση να παραλλάσσονται ανάλογα την περίσταση και τη συγκυρία. Μπορεί να κάνουν επίκληση στον πολιτισμό, τον ανθρωπισμό, τον αντί-φανατισμό ή ακόμα και στο ρίσκο επιδείνωσης των όρων επιβολής και καταστολής μιας εξουσίας. Έτσι διαμορφώνεται διαρκώς ένα πλαίσιο στο οποίο τα υποκείμενα κάποιας ανταρσίας να καθίστανται απολίτιστοι, βάρβαροι, φανατικοί ή στη χειρότερη άτομα ανεύθυνα χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες των πράξεων τους, τις οποίες θα πληρώσουν όσοι κάθονται στα αυγά τους και δεν προκαλούν. Η ποικιλία αυτών των αιτιάσεων ενάντια σε εκφάνσεις ανταρσίας υποδηλώνουν σε πολλές περιπτώσεις και διαφορά προέλευσης. Μπορεί να προέρχονται από συντηρητικά ή προοδευτικά χείλη, από δεξιά ή αριστερά, μερικές (ελάχιστες είναι η αλήθεια) φορές ακόμα και αναρχικά.

Ωστόσο αυτό το σώμα των νομιμοφρόνων δεν είναι διόλου αμελητέο. Τουναντίον είναι πολύ υπολογίσιμο μέγεθος και δυναμική εντός της κοινωνίας, από τη στιγμή κιόλας ειδικά που καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο κοινωνικό χώρο. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κοινωνικό corpus των ζηλόφθονων συμβιβασμένων αποτελεί την Πέμπτη φάλλαγγα της ψυχολογικής καταστολής των εξεγερμένων. Κι αυτό γιατί η ψυχολογική επίδραση που μπορεί να προκαλούν στα εξεγερμένα υποκείμενα είναι καταλυτική. Είναι δυνατόν έτσι η ίδια η ζωτική θέληση για εξέγερση, αντίσταση και επίθεση στον κόσμο της εξουσίας να στραγγαλίζεται από συνεχόμενες τύψεις, υπαρξιακές κρίσεις για το ποιοι είμαστε, που πάμε, τι θέλουμε, σε ποιους απευθυνόμαστε ως και τύψεις ή ενοχές για ενδεχόμενα αντίποινα της εξουσίας ή κάποια δυσχέρεια των όρων κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής. Αρχίζουν να παρουσιάζονται διαρκείς προβληματισμοί γύρω από το πώς φανούμε αν κάνουμε το Α ή το Β , ή αν γράψουμε την τάδε αντί της δείνα πρότασης. Μπορεί να μας καταλάβει ένα τεράστιο άγχος για το πώς δε θα φανούμε βάρβαροι, απολίτιστοι , φανατικοί, ανεύθυνοι και χίλια άλλα δύο που μπορεί να μας επισύρουν και σ τη συνέχεια αρχίζει ο αυτό- περιορισμός. Περιορισμός στην κλίμακα της δράσης, περιορισμός στην κλίμακα του ριζοσπαστικού λόγου και προταγμάτων και εν συνεχεία μια πλήρη διολίσθηση στην αποριζοσπαστικοποίηση, το συντηρητισμό , την αυτό- λογοκρισία και την ηττοπάθεια. Πολλές φορές είναι τέτοια η αμυντική θέση που νιώθουν ότι πρέπει να πάρουν άτομα του κόσμου του αγώνα, ώστε συχνά όταν κατά τη διάρκεια δημόσιων παρεμβάσεων τους κράζουν διερχόμενοι περαστικοί , απαντούν ως άλλοι Ιωβ “μα εμείς για εσάς το κάνουμε, για σας αγωνιζόμαστε” .

Ε όχι λοιπόν. Δεν το κάνουμε για αυτούς και δεν αγωνιζόμαστε για λογαριασμό κανενός και καμίας που δε θέλει να αγωνιστεί. Το σύνθημα “ Το δίκιο το έχουν οι εξεγερμένοι και όχι οι ρουφιάνοι και οι προσκυνημένοι” δεν έχει βγει τυχαία. Αποτελεί πρώτα και κύρια το πρώτο και σημαντικότερο ψυχολογικό ανάχωμα μας απέναντι σε αυτήν την αυτό-καταστολή των τύψεων, των ενοχών και των υπαρξιακών αγχών που έρχεται να μας υποβάλει το corpus της νομιμοφροσύνης. Δεν είμαστε εμείς, όσοι και όσες πνιγόμαστε από την υπάρχουσα πραγματικότητα και εξεγειρόμαστε, απολογούμενοι για κάτι. Σε ποιον και γιατί θα απολογηθούμε; Δεν έχουμε να δώσουμε λογαριασμό σε κανέναν. Σε κανέναν δε χρωστάμε κάτι. Πόσο μάλλον σε άτομα που αισθάνονται διαρκώς ανώτερα και πιο έξυπνα από όλους μας ενώ είναι πρωταθλητές στην γονυκλισία και την υποκτακτικότητα.

Όταν αντιληφθούμε πως αυτό το κοινωνικό κομμάτι δεν είναι φίλα προσκείμενο σε μια προοπτική κοινωνικής σύγκρουσης και πως δε μπορούμε, και ούτε θα έπρεπε να θέλαμε εξαρχής, να το κατευνάσουμε ή να το πάρουμε με το μέρος μας , θα νιώσουμε πραγματικά τόσο απελευθερωμένοι/ες που θα αντιληφθούμε ότι η πραγματική μας δυναμική σαν χώρος, σαν κίνημα, σαν κόσμος της εξέγερσης και της ρήξης με το υπάρχον βρίσκεται πολύ πιο πάνω από όσο πιστεύαμε και ότι κατά βάση εμείς οι ίδιοι την περιορίζαμε μην τυχόν και δυσαρεστήσουμε τον συμβιβασμένο που φθονεί…..

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ και ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ

Αλίκη: “Πως μπορείς να δώσεις τόσο διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιείς;”
Humpty Dumpty: “Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο κυρίαρχος… αυτό είναι όλο”.
Lewis Carroll
(Η Αλίκη μέσα στον καθρέπτη)

Στη προηγούμενη θεματική ενότητα (Η μάχη των εννοιών: Η κοινωνία) επιχειρήθηκε μια εξέταση της ιστορικότητας της έννοιας κοινωνίας μέσα από της προσέγγιση που της προσδίδουν διαφορετικές θεωρητικές και πολιτικές φιλοσοφίες καθώς και η εργαλειακή της χρήση ως έννοιας-σημείου αναφοράς, από διαφορετικού τύπου πολιτικές ρητορικές. Τέλος επιχειρήθηκε μια κριτική ανάλυση της έννοιας μέσα από μια προσέγγιση που αντιλαμβάνεται την “κοινωνία” ως ένα περιβάλλον με συγκεκριμένες μεν ισορροπίες και συσχετισμούς, αλλά διαφορετικές ενδεχομένως στο χώρο και το χρόνο κάθε φορά, και συνεπώς μια έννοια που το μόνο πάγιο και σταθερό της χαρακτηριστικό είναι πως αναφέρεται στη συγκρότηση μιας συλλογικής συνύπαρξης ανθρώπων, χωρίς να προκύπτει πως οι όροι κάθε τέτοιας συγκρότησης είναι οπωσδήποτε είτε θετικοί είτε αρνητικοί. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα θα επιχειρηθεί να προσεγγιστεί πιο διεξοδικά το εννοιολογικό σχήμα της αντίθεσης κοινωνικό και αντικοινωνικό, σε μια ακόμη προσπάθεια κατανόησης του εδάφους από το οποίο μιλάει (ένα κομμάτι τουλάχιστον) της αντικοινωνικής τάσης της Αναρχίας.

I) Αναπαραστάσεις, νοήματα και σημασίες

“Παιχνίδι με τις λέξεις, θα πουν κάποιοι. Βυζαντινολογίες…
Οι λέξεις, όμως, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα, είναι κομμάτι της ιστορικής ύλης και της ιστορικής διαδικασίας. “Το να τις εγκαταλείψεις στους σφετεριστές τους, να επινοήσεις νέες λέξεις ή να χρησιμοποιήσεις άλλες λέξεις εξαιτίας της δυσκολίας να ανακτήσεις τις αληθινές, ιστορικές λέξεις, σημαίνει να εγκαταλείπεις το πεδίο στον εχθρό. Είναι μια θεωρητική παραχώρηση που δεν μπορούμε να ανεχθούμε. Το να κάνουμε μια τέτοια παραχώρηση θα σήμαινε μόνο το να συμβάλουμε στη σύγχυση, σε μια σύγχυση που, εν μέρει, σχηματίζει βάση της κατεστημένης τάξης. Η εκ μέρους μας αντιστροφή της προοπτικής, αντιθέτως, προχωρεί στη διαύγαση των ίδιων των όρων της σύγχυσης.”
halastor.blogspot 20/03/2008

Οι κοινωνικές σχέσεις αρθρώνονται μέσα σε ένα διαρκή αγώνα για ηγεμονία. Στον αγώνα αυτό, αναπτύσσονται διαφορετικές δυνάμεις και σημασίες από τις οποίες κάποιες ηγεμονεύουν και συναρθρώνουν το αντίστοιχο νόημα, ενώ άλλες δεν επικρατούν και εξαρθρώνονται. Έτσι η συνάρθρωση του λόγου που εκφράζει κάθε φορά κάποιο νόημα, εμφανίζεται ως συνέπεια αυτής ακριβώς της σύγκρουσης και του πολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε υπαρκτές δυνάμεις που διεκδικούν να επικρατήσουν στην πάλη για το νόημα. Ταυτόχρονα αυτή η σύγκρουση και η αντιπαράθεση είναι που διαμορφώνει, όχι μόνο το πλαίσιο των υφιστάμενων κοινωνικών συσχετισμών στο επίπεδο των σημασιών (στο ποιες καταφέρνουν δηλαδή να ηγεμονεύσουν συναρθρώνοντας το νόημα που φέρουν, και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται) αλλά και σε ποιες πραγματικές κοινωνικές δυναμικές επιβάλουν με υλικό τρόπο την κυριαρχία τους εντός μιας κοινωνίας, διαμορφώνοντας ευνοϊκές για αυτές ισορροπίες και καταλαμβάνοντας περισσότερο χώρο εντός του κοινωνικού πεδίο. Είναι σε τελική ανάλυση οι ρυθμιστές για το τι μπορεί να θεωρείται κοινωνικό ή αντικοινωνικό μέσα σε κάθε κοινωνία.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα διαφορετικά γεγονότα έχουν ταράξει βίαια την καθημερινότητα μας (δολοφονίες Ζακ Κώστοπουλου, Ελένης Τοπαλούδη, Αγγελικής Πέτρου, βουλγάρας συζύγου ηλικειωμένου πρώην στρατιωτικού, Petrit Ziffle, 13χρονου κοριτσιού Ρομά στην Άμφισσα, νεαρού Ρομά στην Κόρινθο και άλλες) και έχουν αποδείξει ότι ο κόσμος και το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε δεν είναι σε καμία περίπτωση ενιαίο, τουναντίον υφίστανται διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, πολλές φορές αντιθετικές, σε βαθμό ρηξιακό και συγκρουσιακό μεταξύ τους.

Αυτή η μη ενιαιότητα του κόσμου γύρω μας και της κοινωνίας που μας περιβάλλει, δε φαίνεται μονάχα από τα γεγονότα αυτά κάθε αυτά, αλλά και από τον αντίχτυπο που επέφεραν, την κοινωνική πόλωση που προκάλεσαν και το ποιες ατζέντες αναδείχτηκαν στο δημόσιο διάλογο με την αντίστοιχη μάλιστα ένταση. Οι οπτικές που κατατέθηκαν, οι αφηγήσεις που συγκρούστηκαν, η φόρτιση που υπήρξε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε κάθε μια ξεχωριστά, είναι σε θέση να καταδείξουν, με έναν αρκετά αποκαλυπτικό τρόπο μάλιστα, αν συμπυκνώνουν μια γενικότερη αντιπαράθεση αξιών, ιδεολογιών, σχέσεων, ή αν πρόκειται για τυχαία, αποσπασματικά γεγονότα χωρίς καμιά ευρύτερη κοινωνική αλληλεπίδραση. Σαν να λέμε τυχαία συμβάντα στο χώρο και το χρόνο, κάτι σαν ατυχήματα, χωρίς καμιά περαιτέρω σύνδεση με τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίχθηκαν. Είναι όμως έτσι;

Μια εμβάθυνση στους όρους της δημόσιας αντιπαράθεσης πάνω στα γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι δυνατόν να μας αποκαλύψει ποιες σημασίες κατορθώνουν να ηγεμονεύσουν και να συναρθρωθούν ως κυρίαρχα νοήματα και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται. Κατά συνέπεια μπορούμε να αντιληφθούμε αντίστοιχα και ποιες υφέρπουσες αξίες καταλαμβάνουν περισσότερο κοινωνικό χώρο και ποιες λιγότερο, άρα σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε όντως για μεμονωμένα και αποσπασματικά γεγονότα ή για ακραίες εκφάνσεις μιας, κατά τα άλλα, διάχυτης κοινωνικής κανονικότητας, και κατά συνέπεια ποιες πρακτικές/νοοτροπίες/συμπεριφορές θεωρούνται κυρίαρχες και πιο αποδεκτές (επομένως κοινωνικές) και ποιες περιθωριακές και αποκλίνουσες (επομένως αντικοινωνικές).

Στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου για παράδειγμα έχουμε τη σύγκρουση δυο βασικών αφηγήσεων (που υπερισχύουν της σύγκρουσης άλλων). Από τη μια πλευρά έχουμε τη ρητορική που μιλά για αυτοδικία, υπεράσπιση της ιδιοκτησίας (ακόμα και επί της υπόνοιας κλοπής) με τη χρήση βίας (ακόμα και δολοφονικής αν χρειαστεί), η οποία εκφράζεται ιδιαιτέρως επιθετικά, ωμά, κυνικά και που διεκδικεί να εμφανίζεται ως κυρίαρχη άποψη στο κοινωνικό πεδίο (ότι έχει την κοινωνική πλειοψηφεία με το μέρος της δηλαδή). Η ρητορική αυτή βρήκε την έκφραση της σε μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακόμα και από τον θεωρούμενο mainstream δημοσιογραφικό κόσμο, ενώ βρήκε τεράστια απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο πυρήνας της ενοχοποιούσε την ίδια την παρουσία του Ζακ στο κοσμηματοπωλείο, όπου και λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου, είτε γιατί δήθεν είχε σκοπό να κλέψει (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ), είτε γιατί οπλοφορούσε (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ) , είτε τέλος γιατί ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κάτι που επίσης δεν αποδείχτηκε ποτέ). Συνέχισε δε να εκφράζεται με τον ίδιο κυνικό τρόπο καλλιεργώντας ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας παραβλέπει την ωμή βία ενός λιντσαρίσματος σε έναν αβοήθητο άνθρωπο, την θεσμική κατάχρηση βίας της αστυνομίας που ξυλοκόπησε και συνέλαβε έναν λυπόθυμο τραυματία, την προκλητική αναλγησία του προσωπικού του ΕΚΑΒ που ανέλαβε τη μεταφορά ενός τραυματία σε κρίσιμη κατάσταση δεμένου με χειροπέδες, με ότι μακάβριο συνειρμό μπορεί να γεννηθεί από το γεγονός ότι το προσωπικό του νοσοκομείου τον παρέλαβε νεκρό.

Από την άλλη έχουμε μια ρητορική που δειλά, απολογητικά, σχεδόν ενοχικά, προσπαθεί να θέσει το επίδικο της αξίας της ανθρώπινης ζωής στο όνομα κάποιων συμβατικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και μιας απροσδιόριστης υπεροχής του νομικού πολιτισμού έναντι στη βαρβαρότητα της αυτοδικίας. Αυτή η ρητορική, αδύναμη μπροστά στην συντριπτική υπεροχή της πρώτης, προσπαθεί να βρει σημεία, στα οποία να μη χρειαστεί να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την επικρατούσα νομιμοφροσύνη. Έτσι πασχίζει να καταρρίψει το σενάριο της κλοπής ή της χρήσης ναρκωτικών, για να μετατοπιστεί η ατζέντα στο απαράδεκτο λιντσάρισμα ενός αθώου, αποδεχόμενη τους διαμορφωμένους κοινωνικούς συσχετισμούς που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ηθική υπεράσπιση ενός κλέφτη ή εν δυνάμει ληστή, ακόμα και τοξικό-εξαρτημένου, σε μια πολύπαθη περιοχή σαν αυτή των στενών γύρω από την Ομόνοια.

Την ίδια τύπου σύγκρουση διακρίνουμε και σε κάποιες από τις άλλες περιπτώσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα. Τόσο η περίπτωση του οξύθυμου έλληνα κρεοπώλη που πυροβόλησε με καραμπίνα εναντίον συγκεντρωμένου πλήθους Ρομά με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα 13χρονο κορίτσι Ρομά στην Άμφισσα όσο και η περίπτωση του Έλληνα κατοίκου στην Κόρινθο που πυροβόλησε και σκότωσε έναν ακόμα νεαρό Ρομά που φέρεται να επιχείρησε να κλέψει δυο κότες από την αυλή του (και ο οποίος μάλιστα επιχείρησε να κρύψει το πτώμα σε ένα λατομείο) άνοιξαν το ίδιο debate περί δικαιώματος της υπεράσπισης της ιδιοκτησίας ακόμα και με φονική βία από τη μία και περί αξίας της ανθρώπινης ζωής από την άλλη. Ο ντόπιος χασάπης στο χωριό της Άμφισσας, συχνό θύμα της παραβατικότητας των Ρομά, πνιγόταν από το δίκιο του και στην πρώτη αντιπαράθεση με κάποιους από αυτούς για άσχετο λόγο, βούτηξε μια καραμπίνα και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως και ακολούθως μετά τον θάνατο του άτυχου κοριτσιού το οποίο αποκεφαλίστηκε από τα πυρά εξαφανίστηκε για να γλυτώσει τυχόν αντίποινα και εμφανίστηκε μόνο όταν μπορούσε να παραδοθεί στις αρχές με ασφάλεια. Αντίστοιχα ο κάτοικος Κορίνθου αντιλαμβανόμενος ότι γίνεται θύμα κλοπής αργά το βράδυ, εξήλθε ένοπλος εκ της οικείας του και άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό. Και στις δυο περιπτώσεις η τοπική κοινωνία έδειξε τη συμπαράσταση της στους δύο δράστες, ενώ επιχειρήθηκε να αντιστραφούν οι ρόλοι θύτη-θύματος με τους δύο δολοφόνους να εμφανίζονται από επιφανή μέλη των κοινοτήτων τους, ως άτυχα θύματα που η κακιά η ώρα, το δίκιο και η αγανάκτηση όπλισε όπλισε το χέρι τους. Αντίστοιχη ήταν και η μιντιακή διαχείρηση του θέματος με ένα πλήθος δημοσιογράφων, που κατά τα άλλα είναι εύγλωττοι κατήγοροι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, να θέτουν γενικότερο ζήτημα εγκληματικότητας των Ρομά, καλώντας ειδικούς σε πάνελ και εκπομπές ώστε να θέσουν και ένα επιστημονικό κύρος στο διάχυτο ρατσιστικό λόγο κατά των ρομά, να μιλήσουν για το πόσο κινδυνεύουν οι τοπικές κοινωνίες και οι φιλήσυχοι πολίτες από την δράση επίκίνδυνων κυκλωμάτων και πόσο ανύπαρκτη είναι η οργανωμένη πολιτεία και η αστυνομία με αποτέλεσμα οι καημένοι κάτοικοι να αναγκάζονται να παίρνουν τα όπλα για να προστατευτούν. Το ίδιο κλίμα επικράτησε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα πληκτρολόγια να παίρνουν φωτιά κατά των τσιγγάνων εγκληματιών που τρομοκρατούν τους τοπικούς πληθυσμούς και βασανίζουν την ελληνική κοινωνία με την απροθυμία τους να ενσωματωθούν, κάτι που είναι εξ΄ολοκλήρου δικη τους επιλογή. Το ίδιο μοτίβο βλέπουμε να επαναλαμβάνεται και με την επιθετικότητα σε εκείνες τις απόψεις που τολμούν να εκφράσουν ένα εύρος προοδευτικών προβληματισμών και ανησυχιών σχετικά με την επικινδυνότητα της κοινωνικής νομιμοποίησης τέτοιου τύπου βίας, προβληματισμοί και ανησυχίες οι οποίοι σημειωτέον προέρχονται από το ίδιο το ιδεολογικό background που τάσσεται κατά της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας, επειδή “στις οργανωμένες δημοκρατικές κοινωνίες η βία δε μπορεί να είναι λύση”. Η επιθετικότητα μάλιστα ενάντια στο εύρος αυτών των απόψεων που αποτελούν την ιδεολογική προμετωπίδα κατά του πολιτικού εξτρεμισμού, είναι τόσο έντονη, δυναμική και αφοριστική που καταλήγει να κατηγορεί ότι επιχείρηματα τέτοιου είδους είναι ξέπλυμα εγκληματικών συμπεριφορών με προοδευτική προβιά.

Αντίστοιχα στις πρόσφατες περιπτώσεις γυναικοκτονιών, που συγκλόνισαν υποτίθεται την κοινή γνώμη, παρατηρούνται δύο κατηγορίες debate: από τη μια σχόλια που επιτίθενται στα θύματα (η άπλυτη που ήθελε να παντρευτεί λάθρο, το ξεκολακι που πήγαινε γυρεύοντας για παρτούζες, η βουλγάρα γυναίκα-αράχνη που ήθελε να φάει τα λεφτά του τίμιου συνταξιούχου στρατιωτικού ) ενώ ταυτόχρονα εξαπολύεται μια πολεμική σε όσες φωνές προσπαθούν να συνδέσουν τα περιστατικά μεταξύ τους και να σπάσουν την αφήγηση περί ακραίων μεμονωμένων περιστατικών. Παράλληλα η δολοφονία του μετανάστη εργάτη γης από Έλληνα ακροδεξιό επειδή τόλμησε να διαφωνήσει δημόσια επί εθνικών θεμάτων σε επαρχιακό καφενείο, αντιμετώπιζεται ως ένα τυχαίο γεγονός μιας καθημερινής διένεξης επαρχιωτών, θάβεται σαν θέμα και δεν απασχολεί καν.

Όλες όμως αυτές οι περιπτώσεις αντανακλούν κάτι παραπάνω, κάτι βαθύτερο. Τα περιστατικά δολοφονικών αυτοδικιών στο όνομα της ιδιοκτησίας αυξάνονται ολοένα και περισσότερο. Αν σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προσθέσουμε την περίπτωση ηλικιωμένου στη Βόρειο Ελλάδα που πυροβόλησε εναντίον διαρρήκτη σκοτώνοντας τον, καθώς και έτερου ηλικιωμένου στη Μυτιλήνη που πυροβόλησε εναντίον παιδιών μεταναστών που επιχείρησαν να μπουν στην αυλή του, καθώς και το πως και αυτές οι περιπτώσεις εισήχθησαν στο δημόσιο διάλογο με κοινά μοτίβα με τις προηγούμενες, θα διαπιστώσουμε πως παρατηρείται ένας αυξανόμενος μικροαστικός ριζοσπαστισμός. Ολοένα και περισσότερα κοινωνικά κομμάτια φαίνονται διατεθειμένα να αυτοδικήσουν (ή να υποστηρίξουν την αυτοδικία) ενάντια στους μικρό-κακοποιούς και τους φτωχό-διαβόλους που απειλούν την μικρό-ιδιοκτησία τους, την ίδια στιγμή που δεν προβάλουν την παραμικρή αντίσταση στις τραπεζικές κατασχέσεις, τις μειώσεις ή και διακοπές προνοιακών επιδομάτων και μισθών, κάτι που αν μη τι άλλο δείχνει πόσο γειωμένη είναι η μικροαστική ιδεολογία περί προστασίας της ιδιοκτησίας εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος. Επομένως τα γεγονότα αυτά προφανώς και αντανακλούν μια δομική κοινωνική σχέση, μια διάχυτη κοινωνική ιδεολογία και την υπεράσπιση της και δε μπορούν ούτε να εκληφθούν ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως η ακραία έκφανση του μικροαστικού ριζοσπαστισμού και της επιταχυνόμενης συντηρητικοποίησης περισσότερων κοινωνικών κομματιών.

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις των προαναφερθέντων γυναικοκτονιών θα δούμε πως δεν είναι ξεκομμένες περιπτώσεις βίας αλλά αποτελούν επίσης την ακραία έκφανση μιας γενικευμένης κακοποιητικής συμπεριφοράς με χαρακτηριστικά έμφυλης βίας που υπάγονται στην επικράτηση διάχυτων νοοτροπιών (όπως η κουλτούρα του βιασμού) και στην κοινωνική υπερδομή της πατριαρχίας. Από την άλλη η δολοφονία του Αλβανού εργάτη από Έλληνα εθνικιστή για μια διαφωνία σε ένα εθνικό θέμα, αλλά κυρίως η ευκολία με την οποία αποσοβήθηκε το θέμα και δεν αναδείχτηκε ούτε καν από την τοπική κοινότητα, αποδεικνύει πόσο δομικά χτισμένος είναι ο ρατσισμός στην κοινωνία της υπαίθρου, όπου οι μετανάστες είναι καλοί μόνο για να δουλεύουν σαν σκλάβοι στα χωράφια των ντόπιων αλλά όχι για να αντιμιλούν δημοσίως επί εθνικών θεμάτων που δεν τους αφορούν, ειδικά σε μια συγκυρία που διακυβεύονται τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αν κάτι αναδεικνύουν τα παραπάνω παραδείγματα, αν είμαστε αρκετά γενναίοι στην ανάγνωση των συνθηκών και στην αποτίμηση του ποιες αφηγήσεις κυριαρχούν και ποια νοήματα κατορθώνουν να συναρθρωθούν με ηγεμονικούς όρους, θα δούμε πως στο εύρος του κοινωνικού τοποθετούνται οι πρακτικές που υπερασπίζονται την ιδιοκτησία, την πατριαρχική επιβολή και το πατριωτικό αίσθημα. Αντίθετα στο εύρος του αντικοινωνικού υπάγονται de facto όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έρχονται (συνειδητά ή όχι) σε ρήξη με τις κυρίαρχες και επιβεβλημένες κανονικότητες. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση έτσι και εδώ γίνεται σαφές πως το κοινωνικό είναι άμεσα συνυφασμένο με το κανονικό, ενώ το αντικοινωνικό με το περιθωριακό, την εξαίρεση, την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Και το είναι κανονικό και τι απόκλιση διαμορφώνεται βάση γενικότερων συσχετισμών που προκύπτουν από τον αδιάκοπο κοινωνικό ανταγωνισμό μέσα σε έτσι κι αλλιώς ετερόκλητα κοινωνικά περιβάλλοντα. Δεν προκύπτει από πουθενά λοιπόν μια de jur υπεράσπιση του κοινωνικού ως κάτι το θετικό ή ως κάτι γενικά το προοδευτικό. Είναι απλώς κάτι εύηχο στο αυτιά της πλειοψηφίας.

II) Ο λόγος της κυριαρχίας και ο κοινωνικός ανταγωνισμός

“Ο κοινωνικός πόλεμος προκαλώντας το αίσθημα της βίας μπορεί να εξαφανίσει τα πρόστυχα ένστικτα έναντι στα οποία η επίκληση της ηθικής θα ήταν ανίσχυρη”.
Geogres Sorel

O κοινωνικός ανταγωνισμός λοιπόν δεν είναι μονάχα η αναμέτρηση υλικών δυνάμεων, των κυρίαρχων από την μία και των ανατρεπτικών από την άλλη. Όπως αναλύθηκε και πιο πάνω είναι ένας ολόκληρος πόλεμος για την ηγεμονία των σημασιών και των νοημάτων. Εν αρχή ήν ο λόγος, και ο λόγος είναι αυτός που δίνει νόημα στα πάντα, που δίνει κίνητρα στους ανθρώπους, κίνητρα να μάχονται την κυριαρχία ή κίνητρα να την υπερασπίζονται. Ο λόγος δεν είναι κάτι άυλο που πλανάται στον αέρα αλλά μια πλήρως υλική δύναμη που σπρώχνει τους ανθρώπους να δέχονται στην πλάτη το μαστίγιο, να γίνονται τροφή στα κανόνια, να σκοτώνουν και να διαπράττουν φρικαλεότητες, να αποδέχονται τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής από την κυβέρνηση τους ή να λειτουργούν κρεματόρια μαζικού αφανισμού μειονοτήτων δίπλα από το σπίτι τους. Ο λόγος είναι δύναμη και όποιος τον ελέγχει, ελέγχει πληθυσμούς, ελέγχει την ίδια την ιστορία.

Ο λόγος λοιπόν της κυριαρχίας, έχει καταφέρει να συναρθρωθεί όχι μόνο σε ένα σύνολο νοημάτων που κυριαρχούν, αλλά να καταστεί και μια επικρατούσα ιδεολογία με γείωση στην κοινωνική πλειοψηφεία, κάτι που βρίσκει την υλική του αποτύπωση και στην ποιότητα των διαμορφωμένων κοινωνικών σχέσεων. Ακόμα περισσότερο καταφέρνει να φτιάξει και να διαδοσει το δικό του κυρίαρχο πολιτισμό, τη δικιά του κυρίαρχη κουλτούρα και κατά αυτόν τον τρόπο να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων και των συνηθειών τους, με τρόπο που να αποτελεί την έκφραση της πολιτιστικής παράδοσης του καιρού μας, αυτο που κωδικά ονομάζουμε Πνεύμα Εποχής. Για να μην αερολογούμε ακατάσχετα, ο καπιταλισμός της πρωτοκοσμικής δύσης έχει καταφέρει να κατακτήσει την πλειοψηφεία του κοινωνικού χώρου σε συντριπτικό επίπεδο. Οι διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις δεν ήταν ποτέ, μονάχα και αποκλειστικά, ως προς τη θέση των υποκειμένων στη διαδικασία της παραγωγής, αλλά ήταν και διαφορές κοινωνικές. Κάθε τάξη είχε το δικό της ξεχωριστό πολιτισμικό, πολιτιστικο και κοινωνικό υπόβαθρο, είχε κατά μία έννοια μια δική της πραγματικότητα, κάτι που η επικράτηση της Μαζικής κουλτούρας έχει ισοπεδώσει με αποτέλεσμα ο κοινωνικός χώρος να μοιάζει όλο και πιο ενιαίος, όλο και πιο κομφορμιστικός. Η δυνατότητα δε του καπιταλισμού να αφομειώνει διαρκώς νέες πολιτισμικές και πολιτιστικές προτάσεις που εμφανιζονται ως αντικομφορμιστικές στο κοινωνικό γίγνεσθαι, του δίνουν τη δυνατότητα να καταφερνει να ισχυροποιείται ακριβώς μέσα από “ρεύματα” που αμφισβητούν το “παλιό”.

Κάθε εμφάνιση λοιπόν ενός ριζοσπαστικού λόγου που θα αμφισβητεί δομικά πτυχές ή και το σύνολου του κόσμου γύρω μας, έρχεται σε ρήξη με το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό, επομένως είναι ένας λόγος de facto αντι-κοινωνικός, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Και ένα ριζοσπαστικό κίνημα που τολμά να έρχεται αξιακά σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αξίες, είναι de facto ένα αντί-κοινωνικό κίνημα.

Το αναρχικό κίνημα έρχεται σε ρήξη με τις αξίες του καπιταλιστικού-εξουσιαστικού συμπλέγματος. Αμφισβητεί μία μία όλες τις δομικές κοινωνικές σχέσεις, ιδεολογίες, πρότυπα, νοοτροπίες, και προβαίνει στην παραγωγή λόγου και δράσης που στον πυρήνα τους στέκονται απέναντι σε μία δύναμη που κυριαρχεί στο κοινωνικό πεδίο. Είναι αναπόφευκτο οι πρακτικές λοιπόν τις οποίες θα υιοθετεί να είναι apriori αντίθετες με την κοινωνική πλειοψηφεία.

Για παράδειγμα ας πάρουμε το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία είναι κυρίαρχη κοινωνική αξία, και ως τέτοια καταλαμβάνει τέραστιο κοινωνικό χώρο. Η κοινωνική πλειοψηφία όχι απλά την αποδεχεται και την εγκρίνει αλλά πολύ περισσότερο τη φετιχοποιεί. Ο κοινωνικός προγραμματισμός εγγράφει στις συνειδήσεις μας από την πιο τρυφερή ηλικία, διαμέσω των ανθρώπων που μας μεγαλώνουν και υποθετικά μας αγαπούν πιο πολύ από τον καθένα, ότι η ιδιοκτησία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Για αυτό πρέπει να μαθητέψουμε, να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε , για να μπορούμε να έχουμε ιδιοκτησία, διότι αυτό μετράει στην κοινωνία μας. Άρα κάθε πρακτική που αντιτίθεται στην αξία της ιδιοκτησίας θα είναι εξ’ ορισμού μια πρακτική αντι-κοινωνική. Οι καταλήψεις στέγης, οι απαλλοτροιώσεις προϊόντων από καταστήματα και σούπερ μάρκετ, οι ληστείες τραπεζών, είναι πρακτικές που στοχεύουν στον πυρήνα της ιδιοκτησίας. Επιπλέον καθότι παράνομες πράξεις επιτίθενται και στην αξία της νομιμότητας, μια αξία που επίσης καταλαμβάνει σημαντικό κοινωνικό χώρο. Είναι de facto αντι-κοινωνικές πρακτικές επομένως.

Κατ’ επέκταση οι ριζοσπαστικές πρακτικές και ο λόγος που τις συνοδεύει είναι εξίσου ρηξιακές με άλλες κοινωνικές αξίες. Για να το πούμε απλά, στον κοινωνικό χώρο κυριαρχούν η αποδοχή των δημοκρατικών αξιών, της αναγκαιότητας του κράτους και των οργανωμένων θεσμών του, η αξία της ιδιοκτησίας και του επιχειρείν, η πατριαρχική κουλτούρα, το πατριωτικο φρόνημα, ένας υποδόριος κοινωνικός ρατσισμός που σημειώνει εξάρσεις και υφέσεις, η λατρεία του χρήματος και της επιτυχημένης ζωής, ο καταναλωτισμός, το γκλάμουρ της μαζικής κουλτούρας. Ακόμα παρά το γεγονός ότι η ίδια η νομιμοφροσύνη είναι δυνατή αξία μέσα στο κοινωνικό πεδίο παρουσιάζεται η κραυγαλέα αντίφαση της μεγάλης διασποράς της διαφθοράς μέσα στην κοινωνική βάση. Την ίδια στιγμή δηλαδή που ένα σώμα νοικοκυραίων μπορεί να ωρίεται για τις καταλήψεις που αποτελούν εστιες ανομίας, την ίδια στιγμή θεωρουν πλήρως αποδεκτό το να υπάρχουν καταπατήσεις σε δασικές εκτάσεις, αυθαίρετα εξοχικά και ολόκληροι οικισμοί εκτός σχεδίου πόλης που κόβουν την πρόσβαση στη θάλασσα.

Όλα τα παραπάνω καταλαμβάνουν με πλειοψηφικούς όρους τον κοινωνικό χώρο και προσπαθούν να εξορίσουν εντελώς μάλιστα οτιδήποτε αντιστέκεται. Έτσι κάθε πολιτική πρόταση αντίθετη στις κυρίαρχες χαρακτηρίζεται απολίτικη, περιθωριακή, αντικοινωνική. Ο λόγος της κυριαρχίας προσπαθεί να χτυπήσει τον κόσμο που αγωνίζεται, για διαφορετικές από τις επιβεβλημένες αξίες, στην πιο ευαίσθητη χορδή του. Έτσι οι καταλήψεις στέγης είναι αντικοινωνικές ως εστίες ανομίας, οι απαλλοτροιώσεις και οι ληστείες αντικοινωνικές γιατί στρεφονται κατά εννόμων αγαθών, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, οι βανδαλισμοί και οι εμπρησμοί αντικοινωνικές πρακτικές γιατί διασαλεύουν την δημόσια τάξη, την κοινωνική ειρήνη και προσβάλλουν το κοινωνικό σύνολο, ενώ η ένοπλη βία είναι τρομοκρατία με αντικοινωνικό χαρακτήρα καθώς προσβάλει την καρδιά του πολιτεύματος, τη Δημοκρατία και τρομοκρατεί τον πληθυσμό.

Η διαρκής προπαγάνδα της κυριαρχίας απέναντι στο εύρος των ριζοσπαστικών πρακτικών έχει δύο στόχους: αφενός την συσπείρωση της κοινωνικής βάσης γύρω από τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες οι οποίες απειλούνται, και από την άλλη την ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων και συλλογικοτήτων που προσπαθούν να έχουν μέσω της πολιτικής τους δράσης μια κάποια κοινωνική διείσδυση.

Η αντι-κοινωνική τάση της Αναρχίας λοιπόν επιχείρησε να συγκρουστεί μετωπικά με αυτήν ακριβώς την κυρίαρχη προπαγάνδα που αποσκοπεί στην ψυχολογική καταστολή των αγωνιστών, μια καταστολή στην οποία διαφορετικές πλευρές του κινήματος απαντούν διαφορετικά. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει κόσμος που νιώθει ψυχολογικά την ανάγκη να πιστεύει ότι υπάρχουν άλλοι συσχετισμοί στο κοινωνικό πεδίο, επομένως βλέπει αντεστραμένες τις κοινωνικές ισορροπίες και πιστεύει αυθαίρετα ότι ο κόσμος επικροτεί τις πρακτικές του κινήματος όπως καταλήψεις, απαλλοτροιώσεις σούπερ μάρκετ, ή ακόμα και ένοπλες ενέργειες. Ενσωματώνει αυτήν την πεποίθεση στον πολιτικό λόγο και χαρακτηρίζει ελιτίστικες όσες άλλες φωνές προχωρούν σε μια άλλη ανάγνωση. Στο φαντασιακό αυτού του κόσμου οι καταπιεσμένοι καταλαβαίνουν ενδόμυχα ότι υπάρχουν κάποιες κακές αντικοινωνικές δυνάμεις που τους καταδυναστεύουν και χαίρονται όταν συμβαίνει κάποια ανατρεπτική ενέργεια. Από την άλλη υπάρχει κόσμος που βλέπει και διακρίνει τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές αλλά θεωρεί ότι για λόγους τακτικής και πολιτικής σκοπιμότητας η δική μας προπαγάνδα δεν θα πρέπει να το προβάλει, ούτε να μιλάει για αυτό, αντίθετα να εμφανίζουμε ότι οι δικές μας αξίες και πρακτικές, έχουν κοινωνικη νομιμοποίηση (έχουν τον κόσμο με το μέρος τους). Η λογική αυτή έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί ως προγανδιστικό εργαλείο μια συνάρτηση του δίκαιου του αγώνα με την κοινωνική νομιμοποίηση που αυτός έχει. Όσο μεγαλύτερη η νομιμοποίηση, όσο πιο μαζική η κοινωνική αποδοχή, τόσο πιο δίκαιος και επιβεβλημένος ένας αγώνας. Όσο λιγότερο κοινωνική νομιμοποίηση και αποδοχή έχει κάτι τόσο περισσότερο απομακρύνεται απο το εύρος του δίκαιου. Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό το σχήμα πάσχει. Πάσχει γιατί καταλήγει να ταυτίζει το μαζικό με το δίκαιο, και να θεωρεί πως οτιδήποτε καταφέρνει να αποσπάσει ευρεία κοινωνική αποδοχή δε μπορεί παρά να είναι κάτι καλό. Επειδή κάπως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο ο λαός, η κοινωνία ξέρουν πάντα ποιο είναι το δίκιο τους. Έτσι κακά πράγματα σαν τον φασισμό τον εθνικισμό κτλ δεν μπορούν ποτέ να αποκτήσουν απήχηση στις μάζες γιατί ακριβώς είναι άδικα και κακά. Η επίκληση βέβαια της κοινωνικής νομιμοποίησης για την απόδωση του ηθικού πλεονεκτήματος σε μια ιδεολογία ειναι ένα παιγνίδι που ξέρουν να το παίζουν, και το παίζουν, όλες οι πλευρές, με νικητή σε αυτό το παιγνίδι σαφέστατα την Κυριαρχία που φυσικά εχει συντριπτική κοινωνική νομιμοποίηση. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια άλλη αντιμετωπιση, η οποία αν και διακρίνει τις πραγματικές ισορροπίες και συσχετισμούς στο κοινωνικό περιβάλλον, θεωρεί ότι η πολιτική δράση και λόγος πρέπει να προσαρμόζονται στο τι μπορεί να γίνεται κοινωνικά αποδεκτό ανά συγκυρία, ακριβώς επειδή η κυριαρχία έχει κατορθώσει να αποσπάσει μαζική κοινωνική αποδοχή. Έτσι σωστή πολιτική δράση θεωρείται εκείνη που κατορθώνει να πετυχαίνει τη μέγιστη κοινωνική διείσδυση. Αυτή η τελευταία λογική καταλήγει να βαφτίζει κοινωνικό οτιδήποτε (σύμφωνα με τα δικα της αυθαίρετα κριτήρια) πετυχαίνει κοινωνική διείσδυση (η λεγόμενη κοινωνική απεύθυνση, και αντικοινωνικό (πάλι με τα δικά της αυθαίρετα κριτηρια) οτιδήποτε δεν πετυχαίνει κάτι τέτοιο.

Οι εκφραστές των παραπάνω λογικών δεν αποτελούν σαφώς κάποιο ενιαίο μέτωπο, ίσα ίσα που παραμένουν πολυδιασπασμένοι, πολύ συχνά σημειώνονται κόντρες και μεταξύ τους για το τι έχει ή τι δεν έχει κοινωνική νομιμοποίηση, τι είναι και τι δεν είναι εξωστρεφές, τι κερδίζει και τι δεν κερδίζει κόσμο. Κάποτε θεωρούταν ότι συνολικά οι ενέργειες άμεσης δράσης, οι συγκρούσεις με την αστυνομια στις διαδηλώσεις, οι νυχτερινοί εμπρησμοί τραπεζών, τα εξαρχειακά “μπάχαλα” και τα καγκελάκια , δεν έχουν κοινωνική νομιμοποίηση, δεν γίνονται κατανοητά και αποδεκτά από την κοινωνική βάση, και επομένως έχουν αντικοινωνικό χαρακτήρα και ο κόσμος του αγώνα θα έπρεπε να κρατά απόσταση και να αποφεύγει τέτοιες πρακτικές. Μια απο τις σημαντικότερες διαφωνίες γύρω από τον ένοπλο αγώνα αφορά το ίδιο debate, δηλαδή αν καταφερνουν τα αντάρτικα χτυπήματα να έχουν μια ευρεία κοινωνική απεύθυνση η αν λόγω της βιαιότητας που επιστρατεύουν “στρέφουν τον κόσμο εναντίον μας” . Παρόμοιες κριτικές έχουν φτάσει στο παρελθόν να ακούγονται βάση του ίδιου σκεπτικού ακόμα και για καταλήψεις στέγης. Το σκεπτικό αυτής της κριτικής εμφανίζει τις καταλήψεις ως πρακτικές μη κατανοητές απο το κοινωνικό σώμα, οι οποίες μας εγκλωβίζουν σε έναν αυτοαναφορικό φαύλο κύκλο: υπεράσπιση καταληψεων, κρατική καταστολή, συλληφθέντες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες καταληψίες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες αλληλέγγυους κτλ. Ένας δήθεν αυτοαναφορικός φαύλος κύκλος δράσεων που υποτίθεται είναι απομακρυσμένος από το κοινωνικό και αφορά εμάς κι εμάς.

Η αντικοινωνική τάση λοιπόν επιχείρησε να απομακρυνθεί από αυτές τις λογικές. Επιχειρησε να αποσυνδέσει την ριζοσπαστική πολιτική δράση και λόγο από την εγκλωβιστική συνάρτηση που τη θέλει να προσαρμόζεται στην κοινωνική συμπάθεια που μπορεί να προκαλέσει. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το σκεπτικό ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι μια μάχη για να κερδίσουν έδαφος μέσα στο κοινωνικό πεδίο οι δικές μας αξίες, τα δικά μας προτάγματα και προτάσεις, ο δικός μας πολιτισμός και κουλτούρα, η δική μας πρόταση για την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτή η μάχη δε μπορεί να διεξαχθεί με όρους ευγενείας, με όρους λαϊκισμού και οπισθοχώρησης από δράσεις και προτάγματα που θεωρούνται “υπερ-ριζοσπαστικά”, αλλά ακριβώς μέσα από την μετωπική σύγκρουση με κάθε κυρίαρχη αξία, με τη νομιμοφροσύνη, την ηθική της εργασίας, τον πατριωτισμό, την πατριαρχική κουλτούρα. Αλλά ακόμα περισσότερο μια μάχη με γενικευμένες κοινωνικές συμπεριφορές με μεγάλη ηθική απαξία, όπως ο διάχυτος κοινωνικός κανιβαλισμός, η κοινωνική αδιαφορία και απάθεια, η μαζική αποδοχή της πολιτισμικής και πολιτιστικης σαπίλας που κυοφορεί ο σύγχρονος πολιτισμός.

Αυτού του τύπου η πρόσληψη του κοινωνικού ανταγωνισμού δεν εγκλωβίζεται σε λογικές του “να πάρουμε τον κόσμο με το μέρος μας”. Η ριζοσπαστική πολιτική δράση δεν κάνει χατήρια ούτε ζητά χάρες. Αυτός είναι ο τρόπος άσκησης της αστικής πολιτικής, που καλλιεργεί πελατειακές σχέσεις και οδηγεί στην ενσωμάτωση. Εξάλου το να μιλάς διαρκώς στο όνομα του Λαού και της Κοινωνίας και να νομίζεις ότι αυτά που κάνεις μιλούν στη λαϊκή ψυχή ή στην καρδιά της κοινωνίας, δεν καθιστά τη δράση σου πιο πετυχημένη από άποψη κοινωνικής διείσδυσης. Μπορείς κάλιστα να παραμένεις μια ατομικότητα ή συλλογικότητα ή οργάνωση με την ψευδαίσθηση ότι έχει συντριπτική κοινωνική απεύθυνση τη στιγμή που η γενικότερη κοινωνική σου αλληλεπιδραση μπορεί να είναι σχεδόν μηδενική, και η δράση σου να θεωρείται εξίσου εχθρική (ή γραφική στην καλύτερη) με τη δράση εκείνων που αυτοαποκαλουνται αντικοινωνικοί, και οι μεταξύ σας διαφωνίες και εσωτερικές ίντριγκες και διαμάχες να είναι σημαντικές μόνο για σας, στα πλαίσια του χωρικού σας μικρόκοσμου.

Επιπλέον το σκεπτικό της αντικοινωνικής τάσης εμπεριείχε στον πυρήνα του και μια αντιμετώπιση της ψυχολογικής καταστολής που επιχειρεί η κυρίαρχη προπαγάνδα εναντια σε οτιδήποτε ριζοσπαστικό λαμβάνει χώρα. Γιατί να αισθανόμαστε ενοχές αν οι καταλήψεις μας είναι ενάντια στο κοινό αίσθημα λόγω γενικής αποδοχής της ιδιοκτησίας; Για ποιο λόγο να ντρεπόμαστε; Γιατί να θεωρούμε ότι πρέπει εμείς να ειμαστε σε αμυντική, απολογητική θέση όταν η πολιτική βία οποιασδήποτε έντασης υψώνει το ανάστημα της μπροστά στη νομιμοφροσύνη; Γιατί συνεχώς να σκεφτόμαστε σε κάθε βήμα που έχουμε να κάνουμε αν η “πλατεία του θεάτρου” χειροκροτά ή όχι; Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι τρομερά εγκλωβιστικός, δεσμεύει την πολιτική δράση σε αλυσίδες που την κάνουν να σέρνεται ενώ της στραγγαλίζουν κάθε στοιχείο της ζωτικής δύναμης, αποτρέπει δυναμικές ενέργειες που θα κορυφώσουν την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και ανοίγει την πόρτα στην αποριζοσπαστικοποίηση των προταγμάτων μας, την εγκατάλειψη πολιτικών ατζεντών που συγκρουόνται με ισχυρές κοινωνικές αξίες, την ολοκληρωτική παράδοση στο λαϊκισμό ως επίσημη πολιτική στρατηγική, τη σύναψη μετώπων ακόμα και με δυνάμεις και παρατάξεις που έχουν υψώσει προ πολλού το λάβαρο της πολιτικής ενσωματωσης και εν τέλει την ίδια την απομάκρυνση από τις αναρχικές αξίες και τη υιοθέτηση δήθεν πιο ώριμων και πολιτικά ρεαλιστικών προτάσεων που “έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία”.

Αντίθετα η αντικοινωνική οπτική αποδεσμεύει την αναρχική δράση από αυτές τις αλυσίδες. Απεμπολεί το ενοχικό και απολογητικό πνεύμα (αυτό που πολλές φορές εκφράζεται σε πορείες, συγκεντρώσεις με την ατάκα “μα εμείς για σας αγωνιζόμαστε”) , αποδέχεται ότι οι πολιτικές δυνάμεις της αναρχίας αποτελούν μια μικρή, μειοψηφική, δυναμικη εντός της κοινωνίας που αντιμάχεται όλα όσα αποτελούν τη συγκρότηση της ίδιας της κοινωνίας, επομένως είναι δυνάμεις αντικοινωνικές που καθόλου δεν πρέπει να ντρέπονται , να αισθάνονται τύψεις και να απολογούνται διαρκώς για αυτό. Εμπεριέχει τη λογική ότι στον κοινωνικό ανταγωνισμό δεν παρακαλάμε ούτε εκλιπαρούμε για να μας χαριστεί κοινωνικό έδαφος , αλλά το καταλαμβάνουμε βίαια εισβάλοντας ορμητικά στον κοινωνικό χώρο με τις αξίες και τα προτάγματα μας διακριτά και ξεκάθαρα. Αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα διασάλευσης της κοινωνικής κανονικότητας σε κάθε πεδίο, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, οπουδήποτε μπορεί να είναι εφικτό. Εξάλου κάθε στρατηγική κινητοποίηση που ενοχλεί το σύστημα αυτό ακριβώς δεν κάνει; Οι απεργίες στα ΜΜΜ, στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στη ΔΕΗ, στον τομέα της καθαριότητας, τα μπλόκα στις εθνικές οδούς από τρακτερ, οι καταλήψεις σχολείων και σχολών ακριβώς σε αυτή τη λογική δεν πατάνε; Στην υιοθέτηση μέσων κοινωνικής παρεμπόδισης που μπλοκάρουν την κανονική λειτουργία της κοινωνικής ζωής, σαμποτάρουν την εύρυθμη κανονικότητα, ταλαιπωρούν τα υπόλοιπα κοινωνικά σύνολα με αποτελέσμα τις συχνές εκδηλώσεις κοινωνικού αυτοματισμού που στρεφονται εναντίον τους; Και μήπως δεν χαρακτηρίζονται από το πολιτικό σύστημα και τα μιντια ως αντικοινωνικές πρακτικές;

Βεβαίως μιλάμε για κοινωνικούς αγώνες, η για κοινωνικά κινήματα, με την έννοια όμως ότι είναι αγώνες και κινήματα εντός της κοινωνίας και όχι αγώνες και κινήματα της κοινωνίας. Οι αγώνες και τα κινήματα μπορεί να είναι κοινωνικά ως κομμάτια του κοινωνικού πολέμου και ανταγωνισμού, αλλα μπορει ταυτόχρονα να έχουν αντι-κοινωνικό χαρακτήρα από τη στιγμή που συγκροτούνται σε μια βάση εχθρική προς την κυρίαρχη ιδεολογία και ηθική, αλλά και τις σχέσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες που επικρατούν στον κοινωνικό χώρο. Ακόμα και η έννοια της κοινωνικής επανάστασης δεν αναφέρεται στην επανάσταση που θα κάνει η κοινωνία αλλά στον κοινωνικό μετασχηματισμό που θα επέλθει όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες μέσα σε ένα περιβάλλον, όταν δηλαδή δυνάμεις που μέχρι πρότινος ήταν περιθωριακές και αντικοινωνικές, κατόρθωσουν μέσω του κοινωνικού ανταγωνισμού να επικρατήσουν και να αλλάξουν τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Το ότι το αντι-κοινωνικό πρέπει οπωσδήποτε να έχει αρνητικό πρόσημο δεν προκύπτει από κάποια αντικειμενικότητα. Όταν μιλάμε για αντι-κουλτούρα είναι κατανοητό ότι δεν μιλάμε ενάντια σε κάθε είδους κουλτούρας, δεν προτάσουμε την καταστροφή των τεχνών και των γραμμάτων , ούτε υποστηρίζουμε κάποια σταυροφορία ενάντια σε κάθε καλιτεχνική έκφραση, αλλά ότι υιοθετούμε μια εναλακτική υποκουλτούρα ενάντια στην κυριάρχη. Όταν πάλι μιλάμε για αντι-δομές αναφερόμαστε σε δομές που αντιπροσωπεύουν αντιθετικές αξίες και προτάγματα από αυτά των κυρίαρχων κοινωνικών δομών. Μόνο όταν έρχεται η κουβέντα στο αντικοινωνικό υπάρχει τόση πρεμούρα να καταδειχτεί σώνει και ντε ως κάτι το αρνητικό.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι ενώ μετά από μια δεκαετία αντιπαραθεσεων έχει γίνει σαφέστατο από το ποια θέση μιλάει και εκφράζεται η αντικοινωνική τάση, (ή τουλάχιστον κάποια κομμάτια της) εξακολουθεί να καλιεργείται μια σκόπιμη σύγχηση γύρω από αυτήν ταυτόχρονα με μια διαρκή πρόθεση πόλωσης γενικά ενάντια σε “αντικοινωνικές πρακτικές” που μπορεί ανά πάσα στιγμή να είναι οτιδήποτε. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλαίσιο λόγου που διεκδικεί να καταστεί ηγεμονικό, που χρησιμοποιεί αυτή τη συγκεκριμένη πλαισίωση σε κάθε τι που θεωρεί πρόβλημα. Έτσι φέρμες, ντίλια, εξαρχειακά επεισόδια, επιθέσεις σε ΜΜΜ, βιασμοί, καταλήψεις, τσαμπουκάδες παρεών, και γενικά πράγματα εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ενταχθούν σε εκστρατείες εμφορούμενες από ιστορικές αποστολές και ταξικά καθήκοντα, ανάλογα τη χρονική συγκυρία και τους κινηματικούς συσχετισμούς. Εξάλου δεν είναι δυνατόν να ξεχαστεί ότι για ορισμένες πλευρές του κινήματος η σταυροφορία ενάντια στον “αντικοινωνικό -εσμο”, μια σταυροφορία που κυρήχθηκε με τους πιο κανιβαλικούς και πολικάντικους όρους, εργαλειοποιόντας τους νεκρούς της Μαρφιν το 2010, παραμένει ακόμα μια ανοιχτή υπόθεση.

Η εντρύφηση επομένως στην ουσία της διάκρισης αυτής, και η διαρκής επιμονή στην αποδόμηση της, επικρατούσας μέσα στο κίνημα, εννοιολόγησης του αντιθετικού ζεύγους κοινωνικού- αντικοινωνικού, προκύπτει ότι δεν είναι απλά μια εμμονή ακαδημαϊκού τύπου, ή ένα θεωρητικό κόλλημα. Αντίθετα είναι ένας τρόπος να επεξεργαζόμαστε διαρκώς τους συσχετισμούς γύρω μας, πως διαμορφώνονται, πως εμείς υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε με αυτούς, και κυρίως αν τολμούμε να ερχόμαστε σε σύγκρουση μαζί τους ή αν ενδίδουμε στην ευκολία του λαϊκισμού και της άκρατης λαϊκολογίας. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της κυριαρχίας, το πως αυτοί συναρθρώνονται σε αφηγήσεις με τις δικές τους κυρίαρχες σημασίες και νόηματα, τα οποία με τη σειρά τους συναρθρώνονται σε ρητορικές και προπαγανδιστικά σχήματα τα οποία στοχεύουν στην ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων, τον εξαναγκασμό τους σε μια διαρκή αυτολογοκρισία, σε μια διαρκης αποριζοσπαστικοποίηση (η οποία βαφτίζεται μάχη ενάντια στον ελιτισμό), και σε μια οπισθοχώρηση από εξωστρεφείς δράσεις που τολμούν να συγκρουστούν με τη μαζική κουλτούρα και το Πνεύμα της Εποχής μας, επιλογή αν μη τι άλλο τολμηρή και σίγουρα αντι-κοινωνική.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ(2)

Ξεψαχνίζοντας το παρελθόν: μαθητική μπροσούρα του 2006

Η τριετία 2002-2005 αποτελεί μια κρίσημη χρονική περίοδος για την ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος τη δεκαετία του 2000, περίοδος με σημαντικές αυξομειωτικές τάσεις στη δυναμική και την εξωστρέφεια των κινηματικών δυνάμεων. Το 2002 σημαδεύεται από τις συγκλονιστικές εξελίξεις της “εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη και του πανηγυρικού ρεβανσισμού του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου (με όλο το όργιο κρατικής τρομοκρατίας και των δεκάδων συλλήψεων, προσαγωγών και στοχοποίησεων που ακολούθησε) και από την αποφασιστικη μετωπική σύγκρουση του κόσμου της αναρχίας με ακριβώς αυτό το κλίμα ζόφου. Στη συνέχεια σημειώνεται μια ανάκαμψη που χαρακτηρίζεται από την αντεπίθεση των ριζοσπαστικών δυνάμεων, ήδη από τις αρχές του 2003, με αφορμή τα μεγάλα και συγκρουσιακά αντιπολεμικά συλλαλητήρια που αντιτίθονταν στην εισβολή των δυτικών δυνάμεων στο Ιράκ (χωρίς να χρειάζεται να εκδηλωθεί κάποια τάση αλληλεγγύης που θα ξέπλενε το Χουσεϊνικό καθεστώς) και μετέπειτα με τη διοργάνωση της αντι-συνόδου ενάντια στη μάζωξη των Ευρωπαίων ηγετών στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, που την χαρακτήρισε η πολιτική επιλογή σπασίματος του κλίματος τρομοκρατίας στην πόλη και του διακηρυγμένου δόγματος μηδενικής ανοχής. Η επόμενη περίοδος θα σημαδευτεί από το μαζικό κίνημα αλληλεγγύης στους 7 αναρχικούς απεργούς πείνας, προφυλακισμένους για τα γεγονότα της αντισυνόδου που απαιτούσαν την απελευθέρωση τους. Η έντονη ριζοσπαστικοποίηση του 2003 θα υποχωρήσει ραγδαία μέσα στο 2004, χρονιά εκλογών και εναλλαγής στην εξουσία της λαϊκοδεξιάς κυβέρνησης της ΝΔ. Το 2004 είναι μια χρονιά με τεράστιο αρνητικό ειδικό βάρος και μεγάλης κινηματικής άμπωτης. Μια χρονιά εθνικής φρενίτιδας που προκαλείται τόσο από την διοργάνωση της Ολυμπιάδας και τον παράλογο παροξυσμό που προκαλεί, όσο και από τη νίκη της Εθνικής ομάδας στο Euro του 2004 στην Πορτογαλία που ανύψωσε την σύγχρονη εθνικοφροσύνη στα ύψη ( προ-άγγελος του εθνικιστικού πογκρόμ εναντίον αλβανών μεταναστών το φθινόπορο της ίδιας χρονιάς). Είναι παράλληλα η χρονιά που περνάμε σε μια εποχή άλλου τύπου μητροπολιτικής καταστολής, με την εγκαινίαση των συστημάτων δημόσιας παρακολούθησης και τις εκατοντάδες κάμερες που άρχιζαν να τοποθετούνται παντού, ενώ το υπουργείο δημοσίας τάξης με την πολιτική εποπτεία του Βουλγαράκη θα εγκαταστούσε μόνιμες διμοιρίες των ΜΑΤ στην πλατεία Εξαρχείων για να προστατεύουν τα έργα που θα ξεκινούσαν για το σταθμό του Μετρό στην περιοχή. Το 2005 το κλίμα αρχίζει να αντιστρέφεται σιγά σιγά. Οι κινηματικές δυνάμεις αρχίζουν να αναδιοργανώνονται. Συγκροτούν ένα μαζικό ανάχωμα στις πολυάριθμες φασιστικές επιθέσεις εκείνης της περιόδου, ένα ανάχωμα που εκδήλωνεται με πολλές μορφές είτε με σποραδικές γειτονικές αντιφασιστικές πορείες, είτε με μαζικές καταδρομικές επιθέσεις στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, είτε με την σύγκρουση με οργανωμένα τάγματα εφόδου στο Πάντειο με αφορμή την ομηρία οπλοφόρου φασίστα που εντοπίστηκε στη σχολή, είτε με τη μαζικότερη αντιφασιστική διαδήλωση εκείνης της εποχής . Παράλληλα οι αναρχικές δυνάμεις εξαπολύουν ένα δυναμικό κύμα σαμποτάζ ενάντια στην κοινωνία ελέγχου και επίτηρησης (με συντονισμένους εμπρησμούς καμερών) , εμποδίζουν την απόπειρα λειτουργίας εργοταξίου στην πλατεία εξαρχείων και απομακρύνουν εν τέλει με απανωτές καταδρομικές επιθέσεις τις διμοιρίες των ΜΑΤ από την πλατεία Εξαρχειων και τα γύρω στενά , σε μια συγκυρία όπου η καταστολή μέσα στην περιοχή ήταν ιδιαίτερα σκληρή και μερικές μόνο μολότοφ μπορούσαν να προκαλέσουν κυνηγητό ως την κορυφή του Λόφου του Στρέφη και πογκρόμ μαζικών προσαγωγών ακόμα και της τάξως των 100 plus ατόμων ( Μάης 2005).

Με φόντο την προηγούμενη τριετία και τις εξελίξεις που την είχαν στιγματίσει, εμφανίζεται ήδη από τις αρχές του 2005 ένας σχηματισμός αναρχικών μαθητών που θα προσπαθήσει – παρά τις εναλλαγές στην σύνθεση του- να διατηρηθεί έως και το 2007. Αυτός ο σχηματισμός, αποτελούμενος από αναρχικούς/ές που στην πλειοψηφία τους ήταν ήδη δραστηριοποιημένοι/ες, έδρασε την επόμενη διετία μέσα στα μέγάλα και μικρά γεγονότα που καθόρισαν την εξέλιξη του αναρχικού κινήματος το επόμενο μισό αυτής της δεκαετίας. Παρά την ετερόκλητη σύνθεση του, και κόντρα στην παράδοση που ήθελε όλες τις αναρχικές μαθητικές ομάδες έως τότε, να γίνονται θυγατρικά παραρτήματα μεγάλων κεντρικών συλλογικοτήτων, ο σχηματισμός αυτός διεκδίκησε και κατάφερε να διατηρήσει την αυτονομία του, πράγμα που ήταν και ένα από τα μεγαλύτερα στοίχηματα που εξαρχής είχε θέσει.
Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, η συγκεκριμένη ομάδα αναρχικών μαθητών έθεσε επιπλέον στοιχήματα επιχειρώντας να αντιμετωπίσει κι άλλες προκλήσεις. Εξαρχής ζητούμενο ήταν η σύνδεση με το μαθητικό υποκείμενο στους δρόμους, κάτι που συνεχώς προκαλούσε την εχθρική αντιμετώπιση της καθοδήγησης του ΚΚΕ που είχε αναλάβει να ποδηγετεί τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Η όλη ιδέα για δημιουργία αυτονομημένων σχολικών μπλοκ στις μαθητικές πορείες που διοργάνωνε το ΣΑΣΑ ( Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων Αθήνας), ήταν κάτι αδιανόητο για τις δυνάμεις του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ, ενός μηχανισμού εθισμένου στον απόλυτο έλεγχο και χειράγωγηση κάθε είδους κινητοποιήσεων. Παρά τη διαρκής εχθρικότητα ωστόσο οι παρεμβάσεις στις συγκεντρώσεις του ΣΑΣΑ ηταν διαρκής τόσο με την διακίνηση αναρχικού υλικού (τρικάκια, κείμενα, μπροσούρες) όσο και με την προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητων και ακηδεμόνευτων μαθητικών μπλοκ όπου και όποτε αυτό ήταν δυνατό. Οι παρεμβάσεις φυσικά δεν περιορίστηκαν μόνο στις μαθητικές πορείες που καλούνταν από το ΣΑΣΑ. Στόχος ήταν η μεγαλύτερη δυνατή σύνδεση με το υποκείμενο των μαθητών που ασφυκτιούσε στους καθορισμενους ως τότε τρόπους αντίδρασης. Ετσι οι παρεμβάσεις επεκτείνονταν σε αρκετά κατά τόπους σχολεία, που μπορεί να τελούσαν υπό κατάληψη , όπου μοιράζονταν κείμενα και γινόντουσαν απόπειρες ζύμωσης με τους μαθητές. Πάντα με πυρήνα το σκεπτικό ότι τα σχολεια είναι τα θεμέλια του κοινωνικού προγραμματισμού, με σημαντικότερο σύνθημα το “Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλια του συστήματος” και το ” Μπουρλούτο και φωτιά στα σχολικά κελιά” γινόταν μια απόπειρα επικοινωνίας πιο προωθημένων σκεπτικών και προταγμάτων. Με εμφανής πάντα, τη κριτική στην εκπαιδευτική διαδικασία και την κανονικότητα της, ήταν εξαιρετικά σημαντικό να ξεφύγει η κουβέντα γύρω από τα παραδοσιακά συνδικαλιστικά αιτήματα των μαθητών,  που πολλές φορές φοριούντουσαν καπέλο από αλλού ( έτσι για να φαίνονται τάχα πιο μεγαλίστικα ). Οι συζητήσεις που γίνονταν, αποσκοπούσαν στη διαχυση σκεπτικών που είχαν σχέση με την ομορφιά του απελευθερωμένου χρόνου, το πνεύμα ανταρσίας και ανυπακοής και το σαμποταζ των ίδιων των σχολικών υποδομών ως κομμάτι έκφρασης των αρνήσεων απέναντι στην κανονικοποίηση των ζωών μας, ήδη απο τα πιο τρυφερά μας χρόνια. Έτσι συχνά πυκνά αντικέιμενο των συζητήσεων αυτών έφτανε να είναι η αξία βανδαλισμών εναντια στις σχολικές υποδομές, ειδικά στα γραφεία των καθηγητών και στα αρχεία με τα απουσιολόγια κτλ. σε αντιδιαστολή με τις κομματικές παραινέσεις του ΚΚΕ που προέτασε αγώνες σε ένα πνεύμα περισσότερο προσκοπικό παρά πολιτικό. Η συμβολή της συγκεκριμένης δουλειάς μεταξύ άλλων, είχε μια κάποια αντανάκλαση, τουλάχιστον σε ένα σχολείο του Χολαργού, οπου κατάφερνε να βάζει αναρχικό πλαίσιο κατάληψης την κλασικη περίοδο των κατάληψεων, ( για κάποιες χρονιές της περιόδου εκείνης), να κατεβάζει την ελληνική σημαιά ανεβάζοντας αναρχική , και να κλεινει τις πύλες του σχολείου με κάδους για οδοφράγματα. Πέραν όμως της περίπτωσης αυτής,  η δουλειά στα σχολεία περιελάμβανε διαρκείς παρεμβάσεις με αναγραφές συνθημάτων και πεταγμα τρικακίων με αναρχικά συνθήματα, ειδικά την προηγούμενη πορειών, είτε μαθητικών είτε φοιτητικών. Δεν ήταν λίγες οι φορές επίσης που η συγκεκριμένη ομάδα εμφανίστηκε διακριτά ακόμα και σε εργατικές απεργίες που καλούσαν ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Την περίοδο έναρξης των φοιτητικών κινητοποιήσεων έγιναν κάποιες απόπειρες να δημιουργηθεί κεντρικό συντονιστικο αναρχικών μαθητών, με σκοπό την πιο ευρεία σύνδεση των μαθητικών και φοιτητικών υποκειμένων, οι οποίες ωστόσο δεν ευόδωσαν. Το καλοκαίρι του 2006 και με τις αριστερές παρατάξεις να οδηγούν σε φάση εκτόνωσης το φοιτητικό κίνημα, μια πρωτοβούλια ανένταχτων φοιτητών κατέλαβε την Πρυτανεία στα Προπύλαια με σκοπό να διατηρήσει το πνεύμα και το κλίμα του αγώνα ζωντανό σε μια προσπάθεια καταδειξης μεταξύ άλλων, και το ρόλου των φοιτητικών παρατάξεων μέσα στο κίνημα της εποχής. Η κατάληψη αυτή ενθουσίασε τον κόσμο της συγκεκριμένης αναρχικής ομάδας,  που την στήριξε και ήρθε σε επαφή με συντρόφους/σσες από στέκια σχολών που ασχολούνταν ενεργά με την προσπάθεια δημιουργίας μιας οριζόντιας και απο τα κάτω,  συσπείρωσης φοιτητικών συλλόγων , μακριά από την ποδηγέτηση των αριστερών (κάτι που εν μερει επετέυχθη την επομενη σεζόν). Η γνωριμία και η σύνδεση αυτή υπήρξε μια ζωογόνα διαδικασια ζύμωσης, η οποία  που στο βαθμό που της αναλογούσε και οσο ήταν εφικτό, συνέδεσε διαφορετικές εμπειρίες και ταχύτητες αγώνων. Εκεί επίσης έγιναν γνωριμίες και συναντήσεις με άλλα άτομα που θα ανανέωναν το σχήμα.
Το επόμενο Φθινόπωρο, και παρά την κριτική του στάση απεναντι στο ρόλο των καθηγητών στα σχολεία ως εκφραστών του κοινωνικού προγραμματισμού, το ίδιο σχήμα (που πλέον η σύνθεση του αποτελούνταν πιο πολύ από φοιτητές πλέον), κατέβαινε στις απεργίες των δασκάλων, συμμετείχε στις συντονιστικές επιτροπές της ΔΟΕ , προσπαθώντας να γειώσει και να επικοινωνήσει τις πάγια ριζοσπαστικές θέσεις σχετικά με την εκπαιδευτική διαδικασία, το θεσμικό ρόλο των εκπαιδευτικών αλλά και το ρόλο των συνδικαλιστικών φορέων στην ίδια την απεργία. Το επόμενο διάστημα, διάστημα έντασης του φοιτητικού κινήματος, η παρουσία στις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις ήταν πάντα δεδομένη, πότε πιο διακριτά, πότε πιο άτακτα, αλλά πάντα σε μια μίνιμουμ εσωτερική συνενόηση , και με λόγο που στρεφόταν κλασικά προς την ανάδειξη του θεσμικού ρόλου που εξυπηρετούν τα ανώτατα θεσμικά ιδρύματα. Από τα μέσα του 2007, έπειτα από πολλές διαδοχικές ανασυνθέσεις της ομάδας, που πλέον άρχισε και να απομακρύνεται από τη σύνδεση της με τα σχολεία και το μαθητικό υποκείμενο, ο κόσμος αρχίζει να σπάει και έτσι  να χαλαρώνει ο συνδετικός κρίκος και ο ειδικός χαρακτήρας ύπαρξης της.
Η ανανεωσιμότητα της ομάδας, οι συχνές αποχωρήσεις μελών και οι αφίξεις νέων, βοηθούσαν το σχήμα να ελίσεται και να αναπροσαρμόζεται συνεχώς αλλά στο τέλος είχε απομείνει μόνο ένας πολύ μικρός πυρήνας ατόμων. Ωστόσο αυτό το διάστημα ήταν μια μεγάλη και δυνατή εμπειρία αγώνα που σίγουρα άφησε πολλά διδάγματα πίσω της, διαφορετικά ίσως για τον καθένα. Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, διαμορφώθηκαν σχέσεις που άλλες ξεθύμαναν γρήγορα, και άλλες υπήρξαν στενές για αρκετά χρόνια. Κάποιοι χάθηκαν οριστικά μεταξύ τους, μεταξύ άλλων όμως σφυρηλατήθηκαν  δυνατές συντροφικές και φιλικές σχέσεις.
Στα χρόνια που ακουλούθησαν, πάρθηκαν διαφορετικοί δρόμοι. Πολλές φορές εκ διαμετρου αντίθετοι. Κάποιοι εγκατέλειψαν τελείως, κάποιοι αποροφήθηκαν αλλού, κάποιοι κατέληξαν στις παρανομίες και τις φυλακές. Σχέσεις δοκιμάστηκαν, συγκρούστηκαν, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου,  μέσα από διαδοχικούς ενθουσιασμούς, απογοητεύσεις, ξενερώματα και πίκρες,  αλλά και απόπειρες να ξαναβρεθεί κάπου το νήμα της  αρχικής σύνδεσης. Έστω σε σκληρούς καιρούς, σε σκληρές συνθήκες, με σκληρές τριβές στις σχέσεις… Γιατί πάνω από όλα εκείνα ήταν χρόνια που,  αν μη τι άλλο , κυριαρχούσε έντονα η εφηβική ψευδαίσθηση ότι “ζούμε στην αυθεντική πλευρά της ζωής” , ότι όλα είναι πιθανά και ότι όλα μπορούν να συμβούν , και κυρίως, το πιο αφελές: ότι αυτό το συναίσθημα μπορεί να κρατήσει για πάντα. Ακόμα όμως κι αν η ζωή με την ωμότητα και τον κυνισμό της, ποδοπάτησε αυτές τις αφέλειες , ισως πραγματικά μια τέτοια σύνδεση να μην μπορεί να σβήσει ποτέ της τελείως . Ίσως , κάπου, άγνωστο με ποιο τρόπο και κάτω υπο ποιές συνθήκες, η φλόγα της καταφέρει να ξαναλάμψει. Ίσως και όχι.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, η καταγραφή της ιστορίας, κάτω υπό όποιες συνθήκες είναι σημαντική , γιατι αποτελεί την καύσιμη ύλη που χρειαζονται οι εμπειρίες του μέλλοντος. Έτσι το παραπάνω χρονικό αποτελεί και  κατά κάποιο τρόπο, παρουσίαση του ιστορικού υποβάθρου της συγκεκριμένης  μπροσούρας, καθώς και δείγμα της πολιτικής κατεύθυνσης και προσανατολισμού αυτής  της  αναρχικής μαθητικής ομάδας την εποχή εκείνη.  Στις λιγοστές της σελίδες,  διακρίνεται ξεκάθαρα το πνεύμα ριζοσπαστικοποίησης της συγγραφικής ομάδας και των προταγμάτων που ήθελε να επικοινωνήσει. Αποτελεί ταυτόχρονα ντοκουμέντο μιας ιστορικής περιόδου κάπως παρεμελημένης απο την κινηματική μας ιστοριογραφία,  και απόδειξη ότι το μαθητικό υποκείμενο δεν είναι πάντα μια περιφέρεια που παρασιτεί στους κόλπους του κινήματος και που “σε δυο χρονάκια θα ναι σπιτάκι του ασούμε”. Αποτελεί πάνω από όλα την απόδειξη ότι μπορεί να υπάρχουν συνειδητοποιημένες ομαδώσεις αναρχικών μαθητών (μια ταυτότητα που εδω και 10 χρόνια πολλοί αρνούνταια αναγνωρίσουν στον αναρχικό μαθητή Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο).   Η μπροσούρα τυπώθηκε στην κατειλειμμένη Πρυτανεία του Φθινοπόρου του 2006, με αίτημα τότε την απελευθέρωση του Σάββα Ξηρού για λόγους υγείας, μιας κατάληψης που υποστηρίχθηκε θερμά από τον κόσμο της ομάδας. Μάλιστα επιχείρησε να θέσει εντός συλλογικών πλαισίων  με πείσμα κιόλας, τη συζήτηση για απαλλοτροιώσεις του εξοπλισμού της Πρυτανείας (υπολογιστές και εκτυπωτές) για κινηματικούς λόγους , κάτι που προσέκρουσε σε μια αδιάλακτου τύπου στάση από το υπόλοιπο σώμα της διαδικασίας , μια στάση που καμία απολύτως σχέση δεν είχε με χαρακτηριστικά αναρχικής συνδιαμορφώσης, συντροφικής ζύμωσης και επικοινωνίας ,αλλά που έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα για το τι εστί “συλλογικές διαδικασίες χώρου” και “συλλογικές αποφάσεις”, ένα μάθημα που δε θα ξεχνιώταν ποτέ.
Ο λόγος της μπροσούρας, μπορεί να είναι απλοϊκός αλλά τα νοήματα της δεν παύουν να παραμένουν επικαιροποιημένα και ζωτικά σε κάθε εποχή , ειδικά στη δική μας,  που μαθητές προχωρούν σε καταλήψεις για εθνικιστικά θέματα. Ο σκοπός παράθεσης της, πέρα απο την χρησιμότητα της σαν στοιχείο και τεκμήριο ενός κομματιού της κινηματικής ιστορίας, είναι, αν τα καταφέρει, να προκαλέσει παρόμοιους προβληματισμούς με αυτούς που επιδίωκε τότε.

Σημείωση: Η μπροσούρα εντοπίστηκε μετά απο πάνω απο μια δεκαετία στο κινηματικο αρχείου του αντιεξουσιαστικού στεκιού της Παντείου , κάτι που αναδεικνύει πόσο πολύτιμη και διαχρονική είναι η διατήρηση τέτοιων αρχείων.

Αναρχική μαθητική μπροσούρα 2006