Η αστυνομική βία και η γενεαλογία του πήγαινες γυρεύοντας-Τρία σημεία με αφορμή τη δολοφονική επίθεση της αστυνομίας στο 16χρονο Ρομά Κώστα Φραγκούλη

 

i) Η τεχνοκρατική προσέγγιση


Η αστυνομική εκπαίδευση στις επίσημες ακαδημίες και τα διάφορα σεμινάρια, ημερίδες, προγράμματα που γίνονται κατά καιρούς και τα επίσημα αστυνομικά εγχειρίδια και εγκυκλίους που κυκλοφορούν, καθορίζουν και τα διάφορα επιχειρησιακά motus operandi.
Όσον αφορά τις καταδιώξεις για αρχή ενημερώνεται το κέντρο για το είδος του περιστατικού: ληστεία, ανθρωποκτονία, αγνόηση αστυνομικού σήματος κτλ. Συνήθως κάθε περιστατικό έχει ένα συγκεκριμένο κωδικό για τη διευκόλυνση των μεταβιβάσεων. Οι καταδιώξεις διαφέρουν για αρχή:


1) ως προς το όχημα, αν πρόκειται δηλαδή για δίκυκλο, αμάξι κτλ2) ως προς τη σοβαρότητα ενός περιστατικού
3) ως προς τις συνθήκες καταδίωξης (φωτισμός, καιρικές συνθήκες, κυκλοφοριακές συνθήκες κ.α
4) ως προς το αν στο όχημα υπάρχει οπλισμός και τι οπλισμός είναι αυτός
5) ως προς το αν υπάρχουν όμηροι


Σε κάθε μια εκ των περιπτώσεων προφανώς και το επιχειρησιακό πλάνο θα είναι διαφορετικό αλλά κατά κανόνα όλες οι αστυνομικές σχολές σχεδόν πλέον καθορίζουν ότι οι καταδιώξεις σκοπό έχουν τον εγκλωβισμό και αδρανοποίηση του οχήματος, για αυτό και σε πολλές περιπτώσεις καταδιώξεων στήνονται μπλόκα με οχήματα της αστυνομίας, με οδοφράγματα, με καρφιά ακινητοποίησης οχημάτων κτλ και σε κάποιες εκ των περιπτώσεων αυτών συμμετέχουν στις καταδιώξεις ακόμα και εναέρια μέσα.


Θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το επιχειρησιακό μοντέλο δεν έχει προκύψει τυχαία καθώς οι πρώτοι που μπορεί να κινδυνέψουν σε μια καταδίωξη, ειδικά αν το όχημα φέρει οπλισμό, είναι οι ίδιοι αστυνομικοί. Για αυτό και υπάρχουν δυνάμεις που ακολουθούν το όχημα σε απόσταση ασφαλείας μέχρι αυτό να περικυκλωθεί και να οδηγηθεί σε μπλόκα όπου και αναγκαστικά θα σταματήσει. Αυτό το έδειξε η περιβόητη καταδίωξη στο Ρέντι πριν δέκα χρόνια που κατέληξε με δύο αστυνομικούς της ΔΙΑΣ νεκρούς από πυρά καλάσνικοφ, γεγονός που για αρκετό καιρό αναδιαμόρφωσε τα επιχειρησιακά πλάνα της αστυνομίας σε τέτοιου τύπου περιστατικά, οδηγώντας στο προφανές συμπέρασμα ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να έχουν οι μηχανοκίνητες δυνάμεις κοντινή απόσταση με το υπό καταδίωξη όχημα – ιδίως αν έχει αναφερθεί οπλισμός- αλλά να ακολουθούν και να δίνουν σήμα στις υπόλοιπες.


Γεγονός είναι ότι οι μηχανοκίνητες δυνάμεις της έχουν κριθεί ως αποτελεσματικές καθότι είναι πολλές, ευκίνητες και ευέλικτες όμως δεν προσφέρονται για το μπλοκάρισμα καταδιωκόμενων οχημάτων καθώς μπορούν εύκολα να εμβολιστούν και να προκύψει θανάσιμος κίνδυνος των ίδιων των αστυνομικών. Επομένως πουθενά το πρωτόκολλο δε προβλέπει οι καταδιώξεις να ενέχουν τέτοια ρίσκα. Χρειάζεται επομένως κάτι παραπάνω από απλή αίσθηση καθήκοντος για τόσο ζήλο.


ii) Ιδεολογία και θέαμα


Ο ζήλος αυτός σε μεγάλο βαθμό εμπνέεται από το πρότυπο του σκληροτράχηλου μπάτσου, με τις ανορθόδοξες μεθόδους, που είναι χρόνια στην πιάτσα, έχουν δει πολλά τα μάτια του, δεν παίζει με τους κανόνες γιατί του «τη σπάνε» , σιχαίνεται τους χαρτογιακάδες των εσωτερικών υποθέσεων, που είναι πρόθυμος να κάνει αυτό που χρειάζεται κάθε φορά ακόμα κι αν κανείς δεν του το αναγνωρίζει, αν και στο τέλος θα δικαιωθεί ηθικά και το σύστημα θα αναγνωρίσει πως τελικά είναι απαραίτητος και θα κλείσει το μάτι σε οτιδήποτε έχει κάνει παράτυπα.


Αυτή η τυπολογία έχει αποτελέσει τη βάση εκατοντάδων ταινιών- σειρών του αστυνομικού genre της ποπ κουλτούρας και μαζί με το ξαδερφάκι του το υπέρ-ηρωικό genre, έχουν διαμορφώσει ένα ισχυρότατο φαντασιακό φασίζουσας απόχρωσης ως προς την πάταξη του λεγόμενου εγκλήματος, εκεί όπου όλα επιτρέπονται, προκειμένου να καταπολεμηθεί το «κακό». Η συγκεκριμένη μυθοπλασία (της οποίας δεν είναι ότι όλοι οι δημιουργικοί συντελεστές συνειδητά θέλουν να παράξουν το αυτό προϊόν, εν τούτοις και παρά τις όποιες επιθυμίες τους, αυτό ακριβώς παράγεται) επενδύει πάρα πολύ στο κομμάτι της δράσης κατά την οποία είτε ο αστυνομικός είτε κάποιος μασκοφόρος υπέρ ήρωας με μπέρτα, θα κυνηγήσει τον κακοποιό μέρα ή νύχτα, με κόσμο ή χωρίς, μην υπολογίζοντας καμία παράπλευρη απώλεια έμψυχου δυναμικού ή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας. Για την ακρίβεια όσο περισσότερες οι παράπλευρες απώλειες, τόσο πιο γαργαλιστική η δράση, τόσο πιο καλό θεωρείται το προϊόν και τόσο πιο ήρωας εν τέλει αναδεικνύεται ο βασικός πρωταγωνιστής.


Η σύνδεση του θεάματος με την πραγματικότητα ξεφεύγει από τα όρια του φαντασιακού καταλήγοντας στη δυστοπία, στην καρδιά του κράτους με την ίσως μεγαλύτερη ιστορία αστυνομικής βίας: τις ΗΠΑ, όπου δύο από τις πιο δημοφιλής reality εκπομπές στην ιστορία της αμερικανικής τηλεόρασης αφορούσαν αστυνομικές καταδιώξεις και συλλήψεις σε υποτίθεται live σύνδεση. Πρόκειται για τις πολύ διάσημες εκπομπές COPS και LIVE PD , εκπομπές που αναγκάστηκαν σε διακοπή μετά τις εξεγέρσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του George Floyd και που σήμερα μεγάλα studio της τηλεοπτικής βιομηχανίας εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο της επιστροφής τους, ή έστω κάποιας εκδοχής τους.


Οι εκπομπές αυτές, αυτό που στην ουσία έκαναν ήταν να πουλούν σαν τηλεοπτικό προϊόν τη δράση της πραγματικής αστυνομίας στο πραγματικό πεδίο σε ένα κοινό που διψούσε να βλέπει περιπολικά και ελικόπτερα να καταδιώκουν οχήματα, ανθρώπους να συλλαμβάνονται από αστυνομικούς ή κυνηγούς κεφαλών, στα σπίτια τους επειδή δεν είχαν πληρώσει κάποια δικαστική εγγύηση. Φυσικά δεν επρόκειτο για πραγματικές απευθείας συνδέσεις, αλλά για μονταρισμένο υλικό που είχε περάσει από την εξέταση των αρχών και είχε τύχει έγκρισης με οτιδήποτε ανεπιθύμητο να κόβεται.


Στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε τέτοιες εκπομπές – ακόμα τουλάχιστον- έχουμε όμως ένα πρόθυμο στρατό δημοσιολογούντων που σε κάθε περιστατικό ενός –ή και περισσοτέρων- μπάτσων καουμπόηδων, θα σπεύσουν να δώσουν πλήρη κάλυψη ακόμα κι αν το πλαίσιο δράσης του συγκεκριμένου αστυνομικού ήταν εκτός και πέρα από κάθε νόμιμο προβλεπόμενο πρωτόκολλο (βλ Πρωτοσάλτε: «τους ΔΙΑΣ τους θέλουμε να πίνουνε καφέ;»). Αυτού του τύπου η κάλυψη συνοδεύει την πολιτική κάλυψη που τους παρέχεται από την πολιτική τους ηγεσία για να φτάσουμε στο τελικό στάδιο που είναι η θεσμική κάλυψη της δικαιοσύνης που τους αθωώνει ή τους ρίχνει στα μαλακά.


Με λίγα λόγια το πλαίσιο ώστε η αστυνομική βία να μην θεωρείται ούτε καν μια παρεκτροπή, ούτε καν μια υπηρεσιακή ατασθαλία εκεί βρίσκεται. Στη διεκδίκηση του να μπορεί ανά πάσα στιγμή οποιοσδήποτε μπάτσος, να δράσει όπως θέλει χωρίς καμία απολύτως συνέπεια και στο να είναι κάτι ευρέως αποδεκτό αυτό, να είναι όπως θα λέγαμε και σήμερα legit.


Είναι κάτι που το παρακολουθούμε και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο μετά τον σχεδόν θανάσιμο τραυματισμό του 16χρονου Ρομά Κώστα Φραγκούλη που χαροπαλεύει για σχεδόν έξι μέρες, επειδή πυροβολήθηκε στο κεφάλι μετά από καταδίωξη του για 20 ευρώ απλήρωτης βενζίνης. Θα περίμενε κανείς τα νομιμόφρων αντανακλαστικά να θέλουν την τιμωρία του ας πούμε νεαρού παραβάτη, όπως ορίζει ο νόμος σε τέτοιες περιπτώσεις. Μόνο που αυτό δεν περιλαμβάνει μια κινηματογραφικού τύπου καταδίωξη μέσα στην πόλη με πυροβολισμούς και θανάσιμους τραυματισμούς. Τα βενζινάδικα έχουν συστήματα παρακολούθησης, επομένως θα μπορούσε να διαπιστωθεί η κυριότητα του οχήματος και να υπάρξει η προβλεπόμενη μήνυση, ή αν ήθελαν να κάνουν κάτι παραπάνω τα όργανα του νόμου να εξακριβώσουν αν το όχημα έχει κλαπεί, ελέγχοντας τις πινακίδες του. Όλο το υπόλοιπο, πέρα από τη δολοφονική διάθεση που μάλλον είχε και ρατσιστικό υπόβαθρο, έχει να κάνει με σύνδρομο σερίφη που μπορεί να αφορά στην ιδιοσυγκρασία του κάθε μπάτσου ξεχωριστά, σχετίζεται άμεσα όμως και με το δόγμα μηδενικής ανοχής που προωθείται κεντρικά από τα πάνω.


Το συγκεκριμένο δόγμα ειδικά σε ότι αφορά τις καταδιώξεις και τη συμμόρφωση με τα αστυνομικά σήματα για έλεγχο αποτελεί όπως φαίνεται κεντρικό χαρτί στο νέο εσωτερικό δόγμα αστυνόμευσης που σε συνδυασμό με το ρατσισμό εναντίον συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων έχει αφήσει πίσω του και μια καταδίωξη ανήλικων ρομά με το αμάξι του πατέρα του ενός, η οποία καταδίωξη κατέληξε με παραλίγο θανάσιμους τραυματισμούς έξω από το ίδιο τους το σπίτι σε καταυλισμό στο Βόλο. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι προφανώς η αξία του κλαπέντος προϊόντος, δεν είναι καν τόσο η πράξη αυτή κάθε αυτή. Το ζητούμενο είναι η τιμή της αστυνομίας.


Μια παρανομία που διαπράχθηκε με την αστυνομία παρούσα κι ένας παραβάτης που επιχείρησε να διαφύγει της σύλληψης του είναι από μόνο του είναι αρκετό ώστε να στηθεί μια τέτοιου τύπου καταδίωξη μέσα σε κατοικημένη ζώνη, κάτι εξ΄ορισμού επικίνδυνο για τους διώκτες, για τον παραβάτη αλλά και για άσχετους με την όλη υπόθεση πολίτες. Αλλά και χωρίς παρανομία αν η αστυνομία θέλει να σε ελέγξει, να σε ψάξει, να σε προσαγάγει και εσύ δε ψήνεσαι για οποιοδήποτε λόγο, μπορείς να καταλήξεις με μια σφαίρα στο κεφάλι. Κι αυτό είναι κάτι διαχρονικό και οικουμενικό. Δεν πάνε ούτε δύο χρόνια από την εκτέλεση του 25χρονου Klodian Rasha από αστυνομικό στην Αλβανία επειδή δε σταμάτησε σε έλεγχο σε ώρα απαγόρευσης κυκλοφορίας λόγω covid. Και ήταν πεζός. Αυτή λοιπόν είναι η ουσία ενός κανονικοποιημένου αστυνομικού κράτους. Ένα σώμα ενόπλων που θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση των όπλων τους και να αφαιρούν ζωές ή να σακατεύουν ανθρώπους οι οποίοι δεν πειθαρχούν, κι ένα σώμα πολιτών που αυτό το θεωρεί νορμάλ. Κι αυτό είναι κάτι διαχρονικό και οικουμενικό.

iii) Καθεστώς Εξαίρεσης


Όταν έχει επιτευχθεί αυτή η σύζευξη τότε μπορούμε να είμαστε σε θέση να πούμε, πως τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ άσχημα… Κι αυτό γιατί η λογική δε μπορεί να σταθεί πουθενά σε μια τέτοια συζήτηση. Τι να πεις πραγματικά φερ’ ειπείν με έναν άνθρωπο που θεωρεί πρακτικό και συμφέρον για την πολιτεία, να καταναλώνονται περισσότεροι πόροι δημόσιου χρήματος για τη σύλληψη ενός ανθρώπου που έκλεψε από ιδιώτη 20 ευρώ και που και ο ίδιος δεν επιθυμεί καν να ασκήσει μήνυση εναντίον του; Δεν υπάρχει πεδίο συνεννόησης, γιατί δεν είναι επιχειρήματα αυτά που καλούνται να αναμετρηθούν αλλά φαντασιακές αναπαραστάσεις, και η αναπαράσταση του σκληρού μπάτσου με την καπνισμένη κάνη δυστυχώς είναι σε μεγάλο βαθμό mainstream.


Θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν την ηθική υπεράσπιση τέτοιων πράξεων τη σήκωνε αποκλειστικά ένα κομμάτι ανθρώπων με ακροδεξιές και φασίζουσες απόψεις. Θα ταν και αναμενόμενο. Είναι πολύ πιο δύσκολο να διαχειριστείς, ακόμα και σε ένα στάδιο αποδοχής, ότι κόσμος εκτός των προαναφερόμενων target group θεωρεί φυσιολογικό το να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο η αστυνομία και ακόμα περισσότερο επιθυμεί κιόλας αυτή τη συμπεριφορά ή αδιαφορεί πλήρως. Δυστυχώς αυτές οι κοινωνικές τάσεις υπάρχουν εκεί έξω.


Ένας δείκτης της εξάπλωσης τους είναι στην εποχή μας τα social media αλλά δεν είναι μόνο τα σχόλια στο διαδίκτυο για κάποια από τα οποία μπορεί να πει κανείς ότι προέρχονται από ύποπτα προφίλ. Είναι γενικότερα η ατμόσφαιρα μιας συνολικής απαξίωσης του ίδιου του ενδιαφέροντος για τα κοινωνικά δρώμενα που τη βιώνουμε διαρκώς γύρω μας, στα σχολεία, στις σχολές, στους χώρους δουλειάς, σε άσχετες με μας παρέες, στα πράγματα που βλέπουμε να συγκεντρώνουν μαζικό κοινωνικό ενδιαφέρον, στα πολιτισμικά προϊόντα που γίνονται δημοφιλή κτλ. Είναι μια αδιαφορία που αποτελεί όμως παθητική υποστήριξη στην ουσία, διότι για να μη σε αφορά κάτι, δεν πάει κόντρα προφανώς στις ηθικές σου προσλαμβάνουσες, δε σε ενοχλεί, δε σου ταράζει την ηρεμία, δε σου γεννά την εντύπωση πως κάτι μάλλον πάει στραβά. Και προφανώς αδιαφορείς όταν θεωρείς ότι αυτά συμβαίνουν πάντα σε κάποιο άλλο κόσμο που ενδεχομένως και να γύρευε μπλεξίματα και ότι την πλειοψηφία, στην οποία θεωρείς ότι ανήκεις, δε θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.


Εν μέρει αυτό είναι σωστό. Γιατί αποτελεί τη βάση του καθεστώτος εξαίρεσης. Στατιστικά οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δεχτούν πυροβολισμούς από μπάτσους επειδή δε σταμάτησαν σε κάποιο σήμα για έλεγχο ή επειδή προσπάθησαν να διαφύγουν θα είναι άνθρωποι που είτε φοβήθηκαν την αστυνομία είτε θέλησαν αν αποφύγουν κάποια σύλληψη. Επειδή στατιστικά λοιπόν ο περισσότερος κόσμος σταματάει και δέχεται τον έλεγχο και αυτή η συμπεριφορά θεωρείται η κανονική, και η μόνη που η αστυνομία θεωρεί ότι εντάξει δεν αξίζει να ρίξει και πυροβολισμούς, οι άλλες συμπεριφορές συγκαταλέγονται σε αυτό το «πήγαινες γυρεύοντας».
Το ίδιο μοτίβο είναι παρών σε κάθε περιστατικό αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας από την αστυνομία και γενικά τις δυνάμεις ασφαλείας. Δολοφονήθηκες στα σύνορα; Αν αυτό είναι ατράνταχτο γεγονός και δεν αμφισβητείται τότε «ποιος σου πε να περάσεις τα σύνορα;». Αν δολοφονηθείς σε κάποια φυλακή ή αστυνομικό τμήμα, τότεφυσικά φταις εξαρχής που βρέθηκες εκεί. Αν ξυλοκοπηθείς σε κάποια διαδήλωση σίγουρα προκαλούσες. Βλέπετε η πλειοψηφία των ανθρώπων δε περνά τα σύνορα, δεν καταλήγει σε αστυνομικά τμήματα και φυλακές, δεν συμμετέχει σε διαδηλώσεις. Ακόμα όμως και στην περίπτωση ενός στατιστικού λάθους, αν πχ η αστυνομία θέλει να μπουκάρει στο σπίτι σου και εσένα παρόλο που είσαι ένας μετριοπαθής φιλήσυχος πολίτης που δε μπλέκει πουθενά και ποτέ δε σε πολυψήνει, μπορεί να βρεθείς να βασανίζεσαι εσύ και τα παιδιά σου μέσα στο ίδιο σου το σπίτι και να συλλαμβάνεστε. Φυσικά και τότε για κάποιους άλλους θα πήγαινες γυρεύοντας (περίπτωση Ινδαρέ).


Η ίδια αλληλουχία συνεχίζεται και συνεχίζεται και αυτή είναι που αποτελεί τη βάση κάθε καθεστώτος εξαίρεσης. Η αίσθηση ότι εφόσον δεν σε αφορά η κρατική βία, η αθλιότητα και η συμφορά που υπομένουν άλλοι, που μάλλον δεν είναι η πλειοψηφία στην οποία νιώθεις ότι ανήκεις, τότε δεν έχεις κανένα απολύτως λόγο για να χολοσκάς.


Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα, είναι ότι αυτή η αλληλουχία υπό συνθήκες κανονικότητας και ομαλότητας συνεχίζει να αναπαράγει τον εαυτό της και να διαιωνίζεται διαμορφώνοντας ποιες στάσεις ηθικής ευθύνης μένουν στο προσκήνιο ως mainstream και ποιες ορίζονται ως περιθωριακές, όροι που μπορούν να διαπραγματευτούν μόνο σε συνθήκες κοινωνικής εντροπίας και πόλωσης. Διότι καλώς ή κακώς, δεν βράζουν όλες οι κοινωνικές πραγματικότητες στο ίδιο καζάνι.

ΥΓ: στη φωτογραφία απεικονίζεται ο βασανισμός του συλληφθέντα από την αστυνομία των ΗΠΑ αφροαμερικανού Ντάνιελ Προυτ , τον οποίο ξεγύμνωσαν στη μέση του δρόμου όντας δεμένος με χειροπεδες και του φόρεσαν μαύρη σακούλα σκουπιδιών στο κεφάλι με αποτέλεσμα να υποστεί εγκεφαλικό από την ασφυξία και να καταλήξει μια εβδομάδα αργότερα.