Η αθλιότητα της υπακοής- Το πείραμα Μίλγκραμ

Τον Ιούλιο του 1961, ο Αμερικανός ψυχολόγος Στάνλεϊ Μίλγκραμ (Stanley Milgram), πραγματοποίησε ένα πείραμα στο Πανεπιστήμιο του Γιέιλ των Ηνωμένων Πολιτειών, με σκοπό την μελέτη της αντίδρασης των ανθρώπων, όταν αυτοί καλούνται να εκτελέσουν εντολές κάποιας εξουσίας ή αυθεντίας, που έρχονται σε σύγκρουση όμως με την συνείδησή τους.

Η αφορμή του πειράματος, ήταν η δίκη στην Ιερουσαλήμ, μόλις λίγους μήνες πριν, του Γερμανού εγκληματία πολέμου, Άντολφ Άιχμαν. Ο Μίλγκραμ επινόησε αυτή την ψυχολογική μελέτη για να απαντήσει στο ερώτημα: Είχαν ο Άιχμαν και οι συνεργοί του στο «Ολοκαύτωμα», αμοιβαία πρόθεση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους στόχους του «Ολοκαυτώματος»; Με άλλα λόγια, υπήρχε αμοιβαία αίσθηση της ηθικής μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν σ’ αυτό; Το πείραμα του Μίλγκραμ έτεινε να αποδείξει πως οι συνεργοί απλά εκτελούσαν τις εντολές, παρ’ ότι παραβίαζαν βαθύτατα τις ηθικές αρχές τους. Πως η υπακοή είναι ο ψυχολογικός μηχανισμός που συνδέει επιμέρους ενέργειες για πολιτικό ή άλλον σκοπό.
Ο Μίλγκραμ συγκέντρωσε μερικούς εθελοντές, μετά από αγγελία που δημοσίευσε, με πρόφαση την μελέτη της ανθρώπινης μνήμης. Οι εθελοντές πληρώθηκαν από 4 δολάρια για την συμμετοχή τους και ήταν ηλικίας μεταξύ 20 και 50 ετών, διαφόρων επαγγελμάτων και διάφορου μορφωτικού επιπέδου.

Ο κάθε εθελοντής, όταν προσέρχονταν στον χώρο του πειράματος, συναντούσε έναν άλλον εθελοντή, που υποτίθεται πως βρίσκονταν εκεί για το ίδιο πείραμα, ο οποίος όμως στην πραγματικότητα ήταν συνεργάτης του Μίλγκραμ. Οι ρόλοι που τους ανατίθονταν ήταν αυτοί του «εξεταστή» και του «εξεταζόμενου». Ο ρόλος που ήταν το ουσιαστικό αντικείμενο του πειράματος, ήταν αυτός του «εξεταστή» και θα έπρεπε να τον πάρει οπωσδήποτε ο ανυποψίαστος εθελοντής, με έναν τρόπο όμως που να φαίνεται τυχαίος και δίκαιος, έτσι ώστε να μην κινήσει καμμία υποψία του, ως προς την γνησιότητα του πειράματος. Έτσι γίνονταν μια στημένη κλήρωση με δυο διπλωμένα χαρτάκια, όπου υποτίθεται πως το ένα έγραφε «εξεταστής» και το άλλο «εξεταζόμενος». Έτσι ο καθένας θα έπαιρνε τον ρόλο που θα έγραφε το χαρτάκι που θα τραβούσε. Στην πραγματικότητα όμως, και τα δυο χαρτάκια έγραφαν «εξεταστής» κι έτσι ο εθελοντής έπαιρνε πάντα αυτόν τον ρόλο, ενώ ο συνεργάτης του Μίλγκραμ έλεγε ψευδώς (φυσικά) ότι το χαρτάκι του έγραφε «εξεταζόμενος.

Στην συνέχεια, τους χώριζαν και τους έβαζαν σε δυο διαφορετικά δωμάτια. Μπορούσαν να επικοινωνήσουν, αλλά δεν μπορούσαν να βλέπουν ο έναν τον άλλον. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πως σε μια από τις εκδοχές τους πειράματος, ο «εξεταζόμενος» (δηλαδή ο συνεργάτης) ανάφερε στον «εξεταστή» (δηλαδή στον πραγματικό εθελοντή) σε ανύποπτο χρόνο και πριν γίνει η «κλήρωση», πως αντιμετώπιζε (δήθεν) καρδιακό πρόβλημα. Στο ίδιο δωμάτιο με τον «εξεταστή» καθόταν σ’ ένα γραφείο και ο υπεύθυνος του πειράματος.

Στον «εξεταστή» δόθηκε μια μικρή ηλεκτρογεννήτρια, η οποία υποτίθεται πως ήταν συνδεδεμένη με το χέρι του «εξεταζόμενου». Ακολούθως, ο πειραματιστής, έδωσε στον «εξεταστή» έναν κατάλογο με ζευγάρια λέξεων, η καθεμία από τις οποίες, είχες τέσσερις δυνατές απαντήσεις-συνδυασμούς. Ο «εξεταζόμενος», σε περίπτωση που απαντούσε λάθος, θα δεχόταν μια μικρή ηλεκτρική εκκένωση από τον «εξεταστή» (με τάση προσαύξησης 15 Volt για κάθε λανθασμένη απάντηση), αν όχι, θα προχωρούσαν στην επόμενη λέξη. Για να γίνει πιστευτό αυτό, ο «εξεταζόμενος» προσποιήθηκε δυσφορία όταν πληροφορήθηκε πως θα «τιμωρείται» με ένα μικρό «ηλεκτροσόκ», σε κάθε λανθασμένη απάντησή του, ενώ στον «εξεταστή» έγινε δοκιμαστικά μια πραγματική ηλεκτρική εκκένωση, μικρής ισχύος, αλλά ικανή να τον «ταρακουνήσει», για να έχει υπόψιν του το πως θα νιώθει ο «εξεταζόμενος», όταν θα «τιμωρούνταν».

 

 

Όταν ξεκίνησε η διαδικασία Όταν ξεκίνησε η διαδικασία του πειράματος, η ηλεκτρογεννήτρια αποσυνδέθηκε από το χέρι του «εξεταζόμενου» και συνδέθηκε σ’ ένα μαγνητόφωνο, το οποίο αναπαρήγαγε προηχογραφημένους ήχους με κραυγές πόνου, αναλόγως με την ένταση του ρεύματος που υποτίθεται πως διαπερνούσε τον «εξεταζόμενο», κάθε φορά που πατούσε το πλήκτρο του «ηλεκτροσόκ» ο «εξεταστής». Μετά από μερικές «λανθασμένες» απαντήσεις κι ανάλογες ηλεκτρικές εκκενώσεις, αυξανόμενης εντάσεως, ο «εξεταζόμενος» άρχισε να διαμαρτύρεται, να κλαίει και να παραπονιέται για τα καρδιακά του προβλήματα, να χτυπά τον τοίχο που τον χώριζε από τον «εξεταστή» και στην συνέχεια σταματούσε ν’ απαντά, δίνοντας την εντύπωση πως δεν έχει τις αισθήσεις του. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πως σύμφωνα με τους κανόνες του πειράματος, η μη απάντηση από μέρους του «εξεταζόμενου» σε κάποια ερώτηση, θεωρούνταν ως λάθος απάντηση και επομένως τιμωρούνταν με ηλεκτρική εκκένωση από τον «εξεταστή».

Σ’ αυτό το σημείο, πολλοί εθελοντές εξέφρασαν την επιθυμία τους να σταματήσουν το πείραμα και τον έλεγχο του «εξεταζόμενου». Κάποιοι άλλοι σταμάτησαν όταν η ένταση της ηλεκτρικής εκκένωσης είχε φτάσει στα 135 Volt και άρχισαν να ρωτούν για τον σκοπό του πειράματος. Μερικά άτομα, άρχισαν να γελούν νευρικά ή να εμφανίζουν άλλα συμπτώματα ακραίας πίεσης την στιγμή που άκουγαν τις κραυγές πόνου που προέρχονταν από τον «εξεταζόμενο». Οι περισσότεροι όμως συνέχισαν, αγνοώντας τις ικεσίες -ή και την σιωπή- του «εξεταζόμενου», έχοντας ήδη την διαβεβαίωση από τον πειραματιστή, πως δεν θα φέρουν καμμία ευθύνη για ό,τι κι αν συμβεί κατά την διάρκεια του πειράματος. Κάθε φορά που κάποιος «εξεταστής», εξέφραζε την επιθυμία να σταματήσει, ο πειραματιστής τού έδινε τέσσερις παραινέσεις, με την εξής σειρά:
1. Παρακαλώ συνεχίστε.
2. Το πείραμα απαιτεί να συνεχίσετε.
3. Είναι απολύτως σημαντικό να συνεχίσετε.
4. Δεν έχετε άλλη επιλογή· πρέπει να συνεχίσετε.

Αν ο εθελοντής επέμενε στην αποχώρησή του, μετά κι απ’ τις τέσσερις αυτές παραινέσεις, τότε το πείραμα διακόπτονταν. Διαφορετικά, συνεχίζονταν, μέχρι η ένταση της υποτιθέμενης ηλεκτρικής εκκένωσης να φτάσει το μέγιστο όριο των 450 Volt, για τρεις συνεχόμενες φορές.

Πριν την διεξαγωγή του πειράματος, ζητήθηκε η άποψη δεκατεσσάρων ψυχολόγων του πανεπιστημίου, για το ποιο θα ήταν κατά την γνώμη τους, το ποσοστό των εθελοντών που θα έφταναν μέχρι το τελικό και ανώτατο όριο ηλεκτρικής εκκένωσης των 450 Volt. Κατά μέσον όρο, εκτιμήθηκε ένα ποσοστό γύρω στα 3%. Τα αποτελέσματα όμως, τους διέψευσαν με εντυπωσιακό τρόπο. Σχεδόν το 65% των εθελοντών (26 από τους 40), συνέχισε μέχρι το τέλος, έστω και κάτω από καθεστώς έντονης ψυχολογικής πίεσης.

Ο Στάνλεϊ Μίλγκραμ, συνόψισε το συμπέρασμα της μελέτης του στο άρθρο «Οι κίνδυνοι της υπακοής» (The Perils of Obedience, 1974), ως εξής:
«Οι νομικές και φιλοσοφικές πτυχές της υπακοής έχουν τεράστια σημασία, αλλά λένε πολύ λίγα για το πως οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Έστησα ένα απλό πείραμα στο Πανεπιστήμιο Γιέιλ, για να διαπιστώσω πόσον πόνο θα μπορούσε να προκαλέσει ένας απλός πολίτης, σε ένα άλλο πρόσωπο, μόνο και μόνο, επειδή έτσι διατάχθηκε από έναν πειραματιστή επιστήμονα… Η εξαιρετική προθυμία των ενηλίκων ν’ ακολουθήσουν σχεδόν σε οποιοδήποτε μήκος τις εντολές της εξουσίας, αποτελεί το κύριο εύρημα της μελέτης και το γεγονός απαιτεί επειγόντως εξηγήσεις. Οι απλοί άνθρωποι, που κάνουν απλά τη εργασία τους, και χωρίς καμία ιδιαίτερη εχθρότητα από την πλευρά τους, μπορούν να μετατραπούν σε ενεργούς παράγοντες σε μια τρομερή καταστρεπτική διαδικασία. Επιπλέον, ακόμη και όταν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της εργασίας τους γίνονται απολύτως σαφή, και τους ζητείται να προβούν σε ενέργειες ασυμβίβαστες με θεμελιώδεις κανόνες της ηθικής, σχετικά λίγοι άνθρωποι έχουν τους πόρους που απαιτούνται για να αντισταθούν στην εξουσία».
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, πως πειράματα, ανάλογα μ’ αυτά του Μίλγκραμ, πραγματοποιήθηκαν κι αργότερα, από άλλους επιστήμονες, με παρόμοια αποτελέσματα και σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, με ακόμη υψηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης του πειράματος από πλευρά των εθελοντών ενώ σε άλλες ήταν χαμηλότερα ανάλογα συγκεκριμένες παραμέτρους. Πχ οταν βρισκόταν ο πειραματιστής αρκετά κοντά στον «εξεταστή» το 30% ολοκλήρωνε το πείραμα ενώ αν η απόσταση μεταξύ τους ήταν πιο μεγάλη , το ποσοστό μειονόταν. Στο Πείραμα 2 όπου οι «εξεταστές» δέχονταν οδηγίες μέσω τηλεφώνου το ποσοστό μειώθηκε στο 21% .
Επίσης διαπιστώθηκε ότι το κύρος του ιδρύματος στο οποίο γινόταν το πείραμα έπαιζε ρόλο στα ποσοστά υπακουής που έδειχναν οι «εξεταστές». Στο Πείραμα 10 που διεξήχθη σε εξωπανεπιστημιακό χώρο τα ποσοστά υπακοής έπεσαν στο 47,5% .
Μελετήθηκε ακόμα και κατά πόσον παίζει ρόλο ο παράγοντας του κοινωνικού κονφορμισμού στην υπακοή ή την απείθια αντίστοιχα. Στο Πείραμα 17 μαζί με κάθε «εξεταστή» υπήρχαν άλλοι δύο υποτίθεται, ηθοποιοί κι αυτοί οι οποίοι αντιδρούσαν στη συνέχιση του πειράματος και μόνο 4 στους 40 συνέχισαν ως το τέλος. Στο Πείραμα 18 οι «εξεταστές» είχαν επιβοηθητικό και όχι κύριο ρόλο στη διεξαγωγή του πειράματος , βοηθούσαν για παράδειγμα έναν άλλο «εξεταστή» στο πείραμα υποβάλοντας του τις ερωτήσεις μέσω μικροφώνου προς το υποκείμενο που δεχόταν το ηλεκτροσοκ και τις απαντήσεις ή μη. Σε αυτήν την περίπτωση οι 37 στους 40 συνέχισαν το πείραμα ως το τέλος.

Συμπέρασμα: Όσο κι αν τα παραπάνω πειράματα μπορεί να αμφισβητηθούν ως προς την καθολικότητα την οποία μπορεί να έχουν , εν τούτοις δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι είναι ενδεικτικά μιας κάποιας μηχανιστικής λειτουργίας των μαζών που έχει σχέση με την υποταγή στις εντολές της εξουσίας. Αν αναλογιστούμε πόσα υποκείμενα διεκπαιρεώνουν καθημερινά εντολές εις βάρος άλλων ανθρώπων χωρίς να είναι απαραίτητα τέρατα ή κτήνη θα καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα. Από τους συμβαιολογράφους που υπογράφουν πλειστηριασμούς πρώτων κατοικιών μέχρι τους μπάτσους που ξυλοκοπούν ,δολοφονούν , συλλαμβάνουν , από τους εργάτες της ΔΕΗ που κατεβάζουν τους διακόπτες σε οικογένειες που δε μπορούν να αποπληρώσουν λογαριασμούς μεχρι τους γραφειοκράτες του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, και από τους κλητήρες που υπογράφουν εξώσεις μέχρι τους απλούς φαντάρους που κυνηγούν και σκοτώνουν ίσως μετανάστες και πρόσφυγες στα σύνορα , υπάρχει ένα κοινό σημείο που δεν έχει να κάνει με τη διεστραμένη προσωπικότητα κάποιων σαδιστών σκατόψυχων αλλά με απλών ανθρώπων που απλώς κάνουν τη δουλειά τους και απλώς εκτελούν εντολές.

Πηγές: https://en.m.wikipedia.org/wiki/Milgram_experiment
http://www.panarchy.org/milgram/obedience.html

Posted in κειμενα | Comments Off on Η αθλιότητα της υπακοής- Το πείραμα Μίλγκραμ

Το αίμα ανεβάζει την τηλεθέαση

Για σχεδόν δύο δεκαετίες κυρίαρχη πολιτισμική τροφή του τηλεοπτικού κοινού ,κι όταν λέμε τηλεοπτικό κοινό ας υπολογίζουμε ένα σεβαστό ποσοστό της κοινωνικής πλειοψηφίας, είναι η εξιδανίκευση του εξευτελισμού και κανιβαλισμού κάθε στοιχείου ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το κοινό στην Ομόνοια , που μπροστά στον άνθρωπο που απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει, γελούσε , τραβούσε φωτογραφίες και βίντεο και φώναζε live ή σχολίαζε στα μέσα δικτύωσης ” πέσε ” , δε μας είναι άγνωστο . Το ξέρουμε πολύ καλά. Είναι το ίδιο κοινό που αποθέωνε τα τρας ριάλιτι της κλειδαρότρυπας των 90s , το ίδιο κοινό που αποθέωνε από το 2001 και μετά κάθε τηλεριάλιτι τύπου big brother, survivor, bar, farma κτλ οπου ομάδες ανθρώπων διαγωνίζονταν για το έπαθλο του ενός, ενώ τους παρακολουθούσαν live 24 ώρες να βάζουν, ίντριγκες , να κανιβάλιζονται μεταξύ τους και να εξευτελίζονται με τον πιο αηδιαστικό τρόπο. Είναι το ίδιο κοινό που αποθέωνε και αποθεώνει κάθε είδους διαγωνισμό ταλέντων στα οποία οι κριτές φροντίζουν επίτηδες να κανιβάλιζουν όσα διαγωνιζόμενα ατομα ελπίζουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στα στάνταρ του κάθε σοόυ. Είναι το ίδιο κοινό που εκπαιδεύεται να νιώθει θεός μεσα από μια διαδραστική συμμετοχικότητα στους διαγωνισμούς ψηφίζοντας ποιοι μπορεί να παραμείνουν και ποιοί όχι στο παιγνίδι. Είναι το ίδιο κοινό που έμαθε να απολαμβάνει να εξευτελίζονται σε εκπομπές με ευφάνταστους τίτλους όπως ” Παρατράγουδα”,  άνθρωποι με μειωμένη ικανότητα αντίληψης και να παρουσιάζονται στο κοινό όπως σε άλλες εποχές τα τσίρκα φρικιών. Είναι το ίδιο κοινό που διψασμένο για ίντριγκα και αποκαλύψεις παρακολουθούσε ανθρώπους να διαγωνίζονται στο αν μπορούν να πουν την αλήθεια προκειμένου να τσιμπήσουν ένα μικρό χρηματικό έπαθλο ομολογώντας σκανδαλιστικά και ένοχα μυστικά. Είναι το ίδιο κοινό που εθισμένο στη κυρίαρχη , μαζική κουλτούρα, δε μπορεί να εκτιμήσει σαν αξία οτιδήποτε δεν μπορεί να προβληθεί στο γυαλί, και που αντιλαμβάνεται τη σημαντικότητα κάθε τραγωδίας αποκλειστικά με όρους τηλεοπτικής ακροαματικότητας. Είναι οι γνωστοί μας στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στη σχολή, στη δουλειά , στο λεωφορείο, στις καφετέριες, στις οικογένειες μας ίσως , ακόμα και στις  ίδιες μας τις παρέες που τυχαίνει να μην ασχολούνται με τα πολιτικά και κάθε φορά που θέλουμε να ανοίξουμε ένα θέμα διαμαρτύρονται ότι δεν αντέχουμε να μην το πάμε στο πολιτικό και ότι σκεφτόμαστε κολλημένα.
Και το θέμα σε όλο αυτό είναι ότι σχηματίζεται μια ασφυκτική κανονικότητα στην οποία η κατάσταση αυτή καθίσταται κυρίαρχη και φυσιολογική και η αντίδραση σε αυτή παράλογη , αφύσικη, παράταιρη, απροσάρμοστη, και ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗ . Η αποδοχή με μαζικούς όρους αυτής της μαζικής κουλτούρας και του πλέγματος αξιών που σέρνει από πίσω της είναι το αποτύπωμα του δικού μας σύγχρονου πολιτισμού όπως οι αρένες και το κολοσσαίο είναι το αποτύπωμα κάποιου άλλου στον οποίοι οι μάζες παρακολουθούσαν αθρόες σφαγές μονομάχων και χριστιανούς να κατασπαράσονται από θηρία. Όπως τα δημόσια βασανιστήρια και εκτελέσεις στις πλατείες των πόλεων και των χωριών είναι το αποτύπωμα ενός άλλου. Κάθε εποχή, κάθε κοινωνία αφήνει πίσω της και έναν πολιτισμό που αποδεικνύει τις ηθικές και τις πνευματικές της αξίες . Και στη δική μας κοινωνία κυρίαρχη αξία είναι ότι το αίμα, ο πόνος, η τραγωδία φέρνουν τηλεθέαση . Ότι συνέβη στην Ομόνοια δεν είναι παρά ο θρίαμβος της κοινοτυπίας του κακού στην εποχή μας. Όποιοι ψάχνουν να βρουν τέρατα μέσα στον όχλο που στάθηκε στην Ομόνοια ή σχολίαζε στα δίκτυα , όπως έχει εκπαιδευτεί από τον ίδιο τον κοινωνικό μας προγραμματισμό να κάνει , θα εκπλαγούν με το πόσα πολλά κανονικά, τρομακτικά κανονικά, άτομα υπάρχουν μέσα σε αυτόν.
Αυτή είναι η κοινωνική πραγματικότητα που φτιάχνεται με δουλειά μυρμηγκιού και χτίζεται μεθοδικά, αποτελεσματικά και ανελέητα για πάνω απο δυο δεκαετίες παντού ολόγυρα μας.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει , απλώς η τεχνολογία και η μαζική κοινωνικη δικτύωση την κάνει πλέον πιο ορατή. Δίνει φωνή στη σιωπηλή πλειοψηφία του τηλεοπτικού κοινού καθώς και τη δυνατότητα να επενεργεί στο κοινωνικό με τρόπους αδύνατους και ανέφικτους στο παρελθόν. Κι αυτό διαλύει μερικά συννεφάκια. Αυτό είναι όλο. Μετά το διαφημιστικό μύνημα συνεχίζεται κανονικά το πρόγραμμα μας. Μείνετε στις θέσεις σας !!!

Posted in Uncategorized | Comments Off on Το αίμα ανεβάζει την τηλεθέαση

Η υποταγή δεν έχει φύλο

Σε έναν κόσμο κυριαρχίας, εκμετάλευσης και καταπίεσης είναι αναμενόμενο πως θα υπάρχουν κοινωνικές ομάδες που θα είναι σε δυσμενέστερη θέση και ομάδες που θα βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη. Τα ζητήματα πάνω στα οποία μπορεί να δημιουργούνται τέτοιου τύπου μειονεκτικές και πλεονεκτικές καταστάσεις μπορεί να αντανακλούν μια ταξική, φυλετική, έμφυλη, εθνοτική, πολιτισμική, θρησκευτική, σεξουαλική διάσταση. Έτσι λοιπόν ανάλογα τις συνθήκες κάθε περιβάλλοντος και τις ιδιαιτερότητες τις οποίες παρουσιάζει ως προς το σε ποιο από τα προαναφερόμενα πεδία κυριαρχίας, εκμετάλευσης και καταπίεσης δίδεται παραπάνω προτεραιότητα κάθε φορά, εμφανίζονται και οι ανάλογες κοινωνικές ομάδες πίεσης , οι οποίες εγείρουν κοινωνικές διεκδικήσεις ενάντια στην δομική κοινωνική βία , εκμετάλευση και καταπίεση που υπόκεινται. Πολλές φορές αυτές οι ομάδες δεν βρίσκονται ούτε σε σύγκλιση, ούτε σε σύμπνοια . Αυτό είτε γιατι μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες ( κάποιες απο τις οποίες ίσως πιο προνομιούχες από κάποιες άλλες) , είτε γιατί αντιλαμβάνονται η κάθε μια για τον εαυτό της το δικό της ζήτημα ως κεντρικό και ως προτεραιότητα, είτε γιατί έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα ως προς την κοινωνική θέση που διεκδικούν είτε τέλος γιατί πολύ απλά δεν μπορούν να προκύψουν κοινοί κώδικες επικοινωνίας για κάτι τετοιο.
Υπάρχουν όμως στιγμές που η κυρίαρχη συστημική και κοινωνική βία μπορεί να εκφραστεί μέσα από ένα γεγονός με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αφορά πλέον αποκλειστικά μια κοινωνική ομάδα (απλά και μόνο επειδή μπορεί το όποιο θύμα- ή θύματα- να ήταν κομμάτι της) αλλά να αφορά πολλές παραπάνω κοινωνικές ομάδες επειδή ακριβώς ο τρόπος που εκδήλωθηκε το γεγονός είναι δυνατόν να αντανακλά ευρύτερες κυριαρχικές, εκμεταλευτικές και καταπιεστικές συνθήκες .
Σε τέτοιες περιπτώσεις σχεδόν πάντοτε προκύπτουν και οι ανάλογες κοινωνικές δυναμικές εντός κάθε ομάδας οι οποίες κοπιάζουν έτσι ώστε να μονοπωλούν το θέμα ως “δικό τους” και το όποιο θύμα-ή θύματα- ως δικά τους. Αυτό όχι μόνο προκειμένου να εξυπηρετήσουν την προσωπική τους ατζέντα και να αναδείξουν σε πρώτο πλάνο τα δικά τους προβλήματα, αλλά κι επειδή προσβλέπουν σε μια προσπάθεια αποσύνδεσης του χ γεγονότος από ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υπάγεται, και που θα μπορούσε να αναδεικνύει μεγαλύτερες, ευρύτερες και συνολικότερες προβληματικές του κοινωνικού συστήματος.
Αυτή η προσπάθεια αποσύνδεσης ποτέ δε γίνεται απροκάλυπτα αλλά για λόγους επικοινωνιακούς καμουφλάρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσει ιδεολογικό πρόσημο και να οχυρωθεί πίσω από τη δήθεν υπεράσπιση της πολύ ξεχωριστής ιδιαιτερότητας της εκάστοτε κοινωνικής ομάδας , και έτσι καταφεύγει και στην καταγγελία, όσων έχουν αντίθετη άποψη με αυτήν την περιχαράκωση,  για “καπέλωμα” , για ασέβεια στα συλλογικά χαρακτηριστικά  που προκύπτει από ιδεοληψίες και κοινωνικά προνόμια τα οποία κατέχουν και διάφορα άλλα . Ανά περίσταση διαφορετικά,  αλλά με κοινούς άξονες, ύφος και στυλ επιχειρηματολογίας. Το ζητούμενο ωστόσο παραμένει πάντοτε ίδιο: ο διακαής πόθος να μην συναντηθούν διαφορετικά ζητήματα μεταξύ τους ούτως ώστε να προκύπτει η λιγότερη δυνατή ριζοσπαστικόποιηση, η πάση θυσία αποφυγή της εκτροπής σε βίαιες ατραπούς και η εκδήλωση οργής και η εμμονή σε μια δικαιωματικού τύπου εκτόνωση της κρίσης , πάντα στα δημοκρατικά πλαίσια της νομιμότητας και πάντα στα πλαίσια της λεγόμενης ενδιάμεσης καταστολής κι αν τύχει και χρειαστεί επιστρατεύεται και η άμεση καταστολή παρεκλίσεων.
Όλα τα παραπάνω προφανώς δεν προκύπτουν φυσικά έτσι απλά, αλλά στηρίζονται στην ύπαρξη διαχωρισμένων ρόλων μέσα στις εκάστοτε εξουσιαζόμενες, εκμεταλευόμενες και καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες , ρόλων που δημιουργούν μεσολαβητικές πρωτοπορείες που παραγοντίζουν και που συνήθως έχουν και αυξημένα προνόμια και βάσεις ακολουθητών των γραμμών που εκπορεύονται.
Όλα αυτά γίνονται πολύ ξεκάθαρα μέσα από την τροπή που έχουν πάρει οι εξελίξεις γύρω από τις διαμαρτυρίες και αντιδράσεις για το μέχρι θανάτου λιτζάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου ενός ατόμου που προέκυψε γνωστή προσωπικότητα και ακτιβιστής της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας,  οι οποίες τείνουν να γίνουν υπόδειγμα ενδοσυστημικής διαχείρισης κοινωνικών κρίσεων αντίστοιχου κινδύνου εκτροπής. Ο τρόπος που χαλιναγωγείται η οργή και που επιχειρείται να αποσοβηθεί η όποιαδηποτε εξεγερτική δυνατότητα αξίζει να έχει μια θέση σε νέα κοινωνιολογικά εγχειρίδια περί διαχείρησης έκρυθμων καταστάσεων και εξαγριωμένου ανθρώπινου δυναμικού. Κι αυτό όχι γιατί πρώτη φορά ακούγονται επιχειρήματα του τύπου :
α) η βία δεν οδηγεί πουθενά έτσι κι αλλιώς κι απλά μας δυσφημεί
β) δεν είναι ότι υπάρχει γενικά ζήτημα με τη βία απλά δεν είναι λύση για όλα και δεν προσφέρεται ειδικά αυτη τη στιγμή
γ) η περίπτωση βίας μπορεί να αποθαρύνει κόσμο που κατέβηκε πρώτη φορά στο δρόμο , ώστε να ξανακατέβει
δ) δεν είναι όλοι ή όλες ή όλα σε φυσική ή συναισθηματική ή άλλη κατάσταση να διαχειριστούν την εμπλοκή τους σε βίαια επεισόδια
ε) η βία λειτουργεί προβοκατόρικα και ενάντια στους αντικειμενικούς σκοπούς και διαθέσεις του συνολου.
Όλα τα παραπάνω δεν ακούγονται ούτε πρώτη φορά ούτε θα ακουστούν για τελευταία. Ίσα ίσα αποτελούν στανταράκι και συγκαταλέγονται στο πάνθεον των top 5 κλασικών επιχειρημάτων ενάντια στη βία. Όσοι/ες/@ ασχολούνται πραγματικα με τα κινήματα έχουν σιχαθεί να τα ακούνε για την ακρίβεια. Στα μαθητικά, στα φοιτητικά, στα εργατικά, στα αντιπολεμικά, στα αντιφασιστικά ή οπουδήποτε αλλού.
Το καινοτόμο , το ριζοσπαστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι τώρα η διάθεση για εξεγερτική βία και η αντίστοιχη εκδήλωση της στιγματίζεται ως προϊόν ματσίλας, ως σύμφητη με την τοξική αρρενοπότητα, ως κάτι τόσο αυτονόητα αρνητικό και κάτι τόσο αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την φύση της πατριαρχίας , προκειμένου να επιχειρηθεί με έναν ακόμα τρόπο η εξίσωση της εξεγερτικής βίας με κάποια πλευρά της κυριαρχίας. Ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η βίαιη αντιφασιστική δράση εξισώνεται γραφικά με τη βίαιη δράση των ναζί.
Η συγκεκριμενη όμως απόπειρα να στιγματιστεί η βία με τέτοιους όρους , πέρα απο το ότι φτύνει στα μούτρα την ιστορία του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος και των βίαιων αγώνων του, αποσκοπεί και σε μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση πρόκλησης αυτό-ενοχοποιητικών συναισθημάτων σε όσα υποκείμενα θέλουν να εκδηλώσουν την οργή τους. Η ταύτιση της βίας με το σεξισμό και την πατριαρχία , δεν αποσκοπεί σε μια απόπειρα να επιτευχθεί περαιτέρω εμβάνθυση της αναρχικής σκέψης και σε άλλους ορίζοντες , ούτε και σε μια διάθεση για πρόσκληση σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. Αυτό το οποίο συμβαίνει είναι η επιβολή της ειρηνικής πασιφιστικής διαμαρτυρίας πακέτο με χαρές και πανηγύρια ως μονόδρομο. Η νέα ριζοσπαστική πολιτική πρόταση λοιπόν είναι απο δω και πέρα ειρηνικά χάπενικγς με χαρές και πανηγύρια. Γιατί προφανώς ο σεξισμός, η πατριαρχία, η έμφυλη βία και καταπίεση, μόνο με χαρά, περηφάνια, αγάπη , κατανόηση, χορό, τραγούδι , γκλιτερ και πολύ πολύ δημοκρατία αντιμετωπίζεται.

Δε θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Κάποιοι/ες/α μπορεί να μην έχουμε υπάρξει θύματα έμφυλων διακρίσεων και να μην ξέρουμε πως είναι. Μπορεί επίσης να μην έχουμε υπάρξει θύματα ρατσιστικών επιθέσεων και να μην ξερουμε πως είναι. Μπορεί να μην βιώσαμε έναν πόλεμο για να ξέρουμε πως είναι και μπορεί να μην ξέρουμε πως είναι να ζεις το δράμα του πρόσφυγα πολέμου. Μπορεί να μην κλειστήκαμε σε φυλακές, ψυχιατρεία, στρατόπεδα κράτησης μεταναστών για να ξέρουμε τι σημαίνει εγκλεισμός. Μπορεί να μην έχουμε υπάρξει θύματα της αποικιοκρατίας, να μην ανήκουμε σε μια γενιά που επιβίωσε κάποιας γενοκτονίας, να μην έχουμε μεγαλώσει σε γκέτο, να μην ζήσαμε ποτέ σε καθεστώς απαρχαιντ, να μη τραυματιστήκαμε ποτέ σε εργατικό ατύχημα, να μην υπαγόμαστε σε διαφορετικό νομοθετικό καθεστως επειδή φοράμε ρούχα θρησκευτικής σημειολογίας . Υπάρχουν τόσα κι άλλα τόσα που μπορεί να μη βιώσαμε, και να μην ξέρουμε πως είναι να τα ζει κανείς η πως ακριβώς αισθάνεται. Και φυσικά δε μπορούμε να υποδείξουμε πως να αισθανθεί.

Υπάρχει ένα πράγμα όμως που σίγουρα ξέρουμε. Η αδικία , η καταπίεση, η εκμετάλευση, η εξουσία ότι πρόσωπο κι αν έχουν, όπως και όπου κι αν εκδηλώνονται, δεν αντιμετωπίζονται με χαρές και πανηγύρια και καταδίκες της βίας. Αυτή είναι η πιο καθαρή, παραδοσιακή, συντηρητική , βουτηγμένη στη φορμόλη συνταγή δουλόπρεπειας που υπάρχει.

Και όπως η εξέγερση δεν έχει φύλο άλλο τόσο δεν έχει και η υποταγή.

Posted in κειμενα | Comments Off on Η υποταγή δεν έχει φύλο

Το γενικό καλό θέλει θυσίες

Αντικοινωνικά στοιχεία, αντικοινωνικος -εσμός, αποβράσματα της κοινωνίας, κοινωνικά κατακάθια, απόβλητα, υποπροϊόντα, παράσιτα, κοινωνικοί κανίβαλοι……
Η διάχυτη αντίληψη ότι η κοινωνία χρήζει αποστείρωσης από τη “βρώμα και τη δυσωδία” ( λες και δεν την γεννάει η ίδια) , η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για έναν αντικοινωνικό κίνδυνο διαρκείας, το ευρύτερα ηλεκτρισμένο κλίμα υστερίας που υπερασπίζεται το αγαθό της ασφάλειας και της περιουσίας, η πλειοδοσία απο διάφορες πλευρές για  την πολιτική προσέγγιση του πιο συντηρητικού μέρους του κοινωνικού κορμού… Όλα τους στοιχεία που συνθέτουν το background για μια σκληρή αντιμετώπιση του κοινού εχθρού.
Όχι λοιπόν. Δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος νοικοκυραίος . Είναι η κοινωνία ολόκληρη που είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των νοικοκυραίων. Των καθώς πρέπει. Αυτών με πρόσωπο στον κόσμο και καθαρό κούτελο στην κοινωνία. Δεν είναι ο φασισμός. Είναι απλά η καθημερινή, φυσιολογική, συνηθισμένη κοινωνική συνοχή στο βωμό της οποίας δεν τρέχει να πεθάνουν από μαζικό λιτζάρισμα τοξικοεξαρτημένοι κλέφτες κοσμηματοπωλείων.
Δεν είναι θέμα ελιτισμού. Είναι θέμα ρεαλισμού.

Posted in Uncategorized | Comments Off on Το γενικό καλό θέλει θυσίες

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ- Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Εδώ και αρκετά χρόνια (σχεδόν μία δεκαετία) σφοδρές αντιπαραθέσεις πλήττουν τον αναρχικό ριζοσπαστικό χώρο με αφορμή την πρόσληψη της έννοιας “κοινωνία”. Έχουν γραφτεί πολλά, έχουν ειπωθεί περισσότερα, έχουν διαμορφωθεί θέσεις, έχουν χωριστεί στρατόπεδα και έχουν σημειωθεί ρήξεις, εντάσεις και συγκρούσεις Ωστόσο αυτό που περισσότερο έχει μείνει στη δημόσια σφαίρα είναι ο καπνός από τις εντάσεις και τις προστριβές που εξακολουθεί να θολώνει το πεδίο και έτσι να μεγαλώνει το βαβελικό χάσμα που προκύπτει από την αμοιβαία πολλές φορές αδυναμία κατανόησης των θεωρητικών σχημάτων κάθε πλευράς.

Σε αυτό το σημείο θα ήταν ωφέλιμο να τεθούν οι βάσεις ενός ώριμου πολιτικού διαλόγου που ακόμα κι αν δεν καταφέρει να εξαφανίσει ως δια μαγείας όλες τις προκαταλήψεις που έχουν δημιουργηθεί, τουλάχιστον θα ξεκαθαρίσει λίγο το πεδίο γύρω από τη μυθολογία η οποία έχει περιβάλει τη λεγόμενη αντικοινωνική τάση της αναρχίας. Για να γίνει κάτι τέτοιο είναι μάλλον απαραίτητη μία σειρά διευκρινίσεων πάνω στην πρόσληψη κάποιων εννοιών όπως η κοινωνία, το αντικοινωνικό κτλ ώστε να μπορεί να ξεκινήσει ένας νέος διάλογος. Ακόμα κι αν δεν προκύψουν συμφωνίες τουλάχιστον καλό είναι να ξέρουμε εμπεριστατωμένα γιατί διαφωνούμε.

i.Η κοινωνία ως έννοια και ιστορικές απαρχές των μεγάλων διαφωνιών

Θα υπάρχει ίσως σε κάποιους η εντύπωση πως η όλη αντιπαράθεση γύρω από την έννοια της κοινωνίας και τι είναι αυτή τελικά είναι κάπως πρόσφατη και απασχολεί αποκλειστικά τον ελληνικό αναρχικό χώρο. Οπωσδήποτε κάποιος κόσμος με περισσότερη εξοικείωση με την ιστορική παράδοση των ριζοσπαστικών κινημάτων θα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι είναι ένα πολύ παλιό πεδίο γέννησης διαφωνιών και αντιπαραθέσεων και σίγουρα αυτός ο κόσμος δεν είναι λίγος. Ωστόσο κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί κι εδώ πως το debate αυτό (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) ξεκινάει με το ξεπέρασμα του Ευρωπαϊκού Μεσαίωνα που κράτησε περίπου χίλια χρόνια και την επικράτηση του Αστικού Διαφωτισμού, των φιλελεύθερων ιδεών, την ανατροπή των παλιών συσχετισμών και τη δημιουργία νέων κοινωνικών διεργασιών που έφεραν στο προσκήνιο της ιστορίας τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Αρχικά η φιλελεύθερη σκέψη και διανόηση όπως αρχίζει και διατυπώνεται από τους πρώτους φιλοσόφους και διανοούμενους αυτού του ρεύματος αντιλαμβάνεται πως οι κοινωνίες εμφανίζονται ως το πλαίσιο των όρων συνύπαρξης μεταξύ των μελών μιας κοινότητας. Το λεγόμενο πέρασμά του ανθρώπου στην πολιτική κατάσταση συνοδεύεται ακριβώς από την αναγκαιότητα να τεθούν κάποια πλαίσια συλλογικής συνύπαρξης κι έτσι εμφανίζονται οι πολιτικές κοινωνίες που στην πραγματικότητα είναι ακριβώς αυτά τα πλαίσια. Που όμως ακριβώς προκύπτει η διαφωνία και με ποιους;

Η “κοινωνία των πολιτών” αποτελεί για τη φιλελεύθερη φιλοσοφία και ιδεολογία ένα σύνολο ατόμων που πρέπει να είναι ελεύθερα να συνέρχονται και να συνεταιρίζονται μεταξύ τους και καθώς το κάθε άτομο επιδιώκει το μέγιστο προσωπικό του συμφέρον , εν τέλει η συνολική επιδίωξη πολλών ατομικών προσωπικών συμφερόντων μαζί, λειτουργεί προς το συλλογικό συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας. Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας κρίνεται αναγκαία η τριπλή διάκριση των εξουσιών σε εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική δηλαδή η πολιτική οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος με σαφείς διαχωρισμένες αρμοδιότητες. Εδώ όμως προκύπτει η πρώτη σφοδρή ιδεολογική και φιλοσοφική σύγκρουση καθώς η Σοσιαλιστική σκέψη αντιλαμβάνεται την “κοινωνία των πολιτών” διαφορετικά. Για την ακρίβεια αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως το πεδίο σύγκρουσης διαφορετικών κοινωνικών κατηγοριών, των τάξεων, οι οποίες έχουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και την μεταξύ τους σύγκρουση την ονομάζει ταξικό πόλεμο. Η σύγκρουση αυτή διεξάγεται με ευνοϊκούς όρους για μία τάξη, την αστική, η οποία και κατέχει τα μέσα παραγωγής που τροφοδοτούν την οικονομία της κοινωνίας και με δυσμενείς όρους για την άλλη τάξη την εργατική, της οποίας την δύναμη εκμεταλλεύεται η προηγούμενη. Στην σοσιαλιστική σκέψη το Κράτος είναι ο διαιτητής αυτής της σύγκρουσης με τρόπο που να υπερασπίζεται τη συνέχεια των συγκεκριμένων όρων με τους οποίους διεξάγεται η σύγκρουση, δηλαδή τη συνέχιση και μακροημέρευση της Ταξικής κοινωνίας.

Τετριμμένα και χιλιοειπωμένα πράγματα ωστόσο έχει μία σημασία να τα ξαναδούμε έστω και τόσο συνοπτικά για να σταθούμε σε ένα σημείο που ίσως φαντάζει λεπτομέρεια αλλά δεν είναι. Η σοσιαλιστική σκέψη δεν αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως ταυτόσημη με την εργατική τάξη, δηλαδή το σώμα των καταπιεσμένων, των εκμεταλλευομένων, των κολασμένων, αλλά αντίθετα ως το ευρύτερο πεδίο μέσα στο οποίο μαίνεται ο ταξικός πόλεμος. Η κοινωνική επανάσταση λοιπόν δεν είναι η επανάσταση που θα κάνει η κοινωνία, αλλά η επανάσταση που θα κάνει η τάξη που είναι σε δυσμενέστερη θέση εντός της ταξικής κοινωνίας, δηλαδή το προλεταριάτο, κι αυτό με σκοπό να καταστρέψει την ταξική κοινωνία και να δημιουργήσει μία νέα, την αταξική κοινωνία. Λέξη κλειδί καταστρέψει. Η προλεταριακή κοινωνική επανάσταση πάνω από όλα είναι καταστροφή μιας κοινωνίας και δημιουργία μιας άλλης. Επομένως η προλεταριακή επανάσταση είναι εκ των πραγμάτων αντι-κοινωνική απέναντι στην ταξική κοινωνία. Δεδομένου ότι ανεξάρτητα από τις διαστάσεις που προέκυψαν εντός του σοσιαλιστικού κινήματος σε αναρχικό και κομμουνιστικό (και οι οποίες έχουν σχέση με το πώς θα διεξαχθεί η κοινωνική επανάσταση και πως θα οργανωθεί η αταξική κοινωνία μετέπειτα) το βασικό σκέλος περί ανατροπής των παλιών κοινωνικών συσχετισμών και της καταστροφής της προηγούμενης ταξικής κοινωνίας είναι κοινό στα περισσότερα σημεία επομένως και το πρόταγμα για την καταστροφη της παλιάς κοινωνιας για τη δημιουργία μιας νέας είναι κοινό και στα δύο ρεύματα. *1

ii. Η κοινωνία ως “μήλον της έριδος”

Στην διεξαγωγή της πολιτικής είναι πολύ σημαντικό να τίθεται πάντα ένα σημείο αναφοράς, ενα σύνολο, ένα σώμα, ένας πληθυσμός στο όνομα και για το συμφέρον του οποίου μιλάει κάθε πλευρά. Και επειδή ακριβώς αυτό είναι το επίδικο της πολιτικής βλέπουμε να σχηματίζονται όσο το δυνατόν πιο θολά και μη προσδιορισμένα σημεία αναφοράς στα οποία όλοι απευθύνονται και όλοι θέλουν το καλό τους και όλοι κατηγορούν τους άλλους για εχθρό των συμφερόντων αυτών των σημείων αναφοράς. Έτσι προκύπτει πως όλες οι πολιτικές προπαγάνδες απευθύνονται στο Λαό ή την Κοινωνία με σκοπό να τους πάρουν με το μέρος τους και να τους πάνε εκεί που υποτίθεται ότι βρίσκεται το συμφέρον τους. Λαός και Κοινωνία εξυπηρετούν σα σημεία αναφοράς την ίδια ακριβώς σκοπιμότητα αλλά επειδή η Κοινωνία φαντάζει κάπως πιο δόκιμη έννοια συνήθως επικρατεί η αναφορά σε αυτήν ενώ οι αναφορές στο Λαό είναι για λιγότερα εκλεπτυσμένα πλαίσια και πιο πλατιά ακροατήρια.

Βλέπουμε λοιπόν στον πολιτικό στίβο όλοι να μιλούν για την κοινωνία, όλοι να τη θέλουν με το μέρος τους και όλες οι πλευρές να επιζητούν το συμφέρον της. Για μεγάλο κομμάτι της αναρχίας και της αριστεράς για παράδειγμα η κοινωνία είναι μία οντότητα που αντιπροσωπεύει τους από τα κάτω και η οποία είναι δέσμια δύο άλλων οντοτήτων του Κράτους και του Κεφαλαίου που είναι αντικοινωνικές οντότητες γιατί καταδυναστεύουν και καταπιέζουν την κοινωνία. Μάλιστα όταν δυσκολεύονται στο έργο αυτό επιστρατεύουν μία ακόμα αντικοινωνική οντότητα το Παρακράτος για να τις συνδράμει στο αντικοινωνικό τους έργο που είναι η καταπίεση και η εκμετάλλευση της κοινωνίας. Αντίστοιχα το παραδοσιακό κομμάτι της Δεξιάς αντιλαμβάνεται ως κοινωνία το σώμα των ευυπόληπτων πολιτών που σέβονται τη νομιμότητα, την τάξη, την ιδιοκτησία και υπερασπίζονται τα εν λόγω κοινωνικά αγαθά ενώ οτιδήποτε και οποιοσδήποτε τα απειλεί τον θεωρούν αντικοινωνικό στοιχείο. Παρομοίως για το χώρο της ακροδεξιάς και του εθνικισμού κοινωνία είναι το σύνολο των Ελλήνων που αγαπούν την πατρίδα τους, την τιμούν και την υπερασπίζονται με κάθε τρόπο ενώ οι αναρχοάπλυτοι που καίνε σημαίες, το παρακράτος της αριστεράς και οι “λαθρομετανάστες” που αλλοιώνουν τον πολιτισμό μας είναι αντικοινωνικά στοιχεία. Για την σοσιαλδημοκρατία κοινωνία είναι οι πολίτες που σέβονται τα δημοκρατικά ιδεώδη, αποφεύγουν τον φανατισμό και την πόλωση και υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ όσοι καταφεύγουν σε πολιτικούς φανατισμούς και σε λογικές των άκρων απ’ όπου κι αν προέρχονται είναι εξίσου αντικοινωνικά στοιχεία. Για την εκκλησία από την άλλη, κοινωνία είναι το σύνολο των πιστών, το χριστιανικό ποιμνίο και το σώμα των ευσεβών ενώ οι άθεοι, οι έχοντες και έχουσες αποκλίνουσες σεξουαλικές προτιμήσεις, οι αλλόθρησκοι αποτελούν αντικοινωνικά στοιχεία. Τι συμπέρασμα βγάζουμε από όλα αυτά;

Το συμπέρασμα το οποίο αναπόφευκτα καταλήγουμε είναι πως η κοινωνία έχει μετατραπεί σε ένα μήλον της Έριδος μεταξύ διαφόρων διαφιλονικούμενων ιδεολογιών και ρητορειών που η κάθε μία επιλέγει ένα, ή και περισσότερα, πληθυσμιακά target group που κάπως ταιριάζουν στις προσλαμβάνουσες τους και τα βαφτίζουν τελείως αυθαίρετα “κοινωνία” και κατόπιν προσαρμόζουν το λόγο, τη δράση και την προπαγάνδα τους έτσι όπως φαντάζονται ότι θα έχει μεγαλύτερη απήχηση. Έτσι λοιπόν κάθε προπαγάνδα χτίζει το δικό της διαφορετικό αφήγημα για το τι είναι εν τέλει κοινωνία και κατά συνέπεια ποια πράγματα έχουν κοινωνικό ή αντικοινωνικό χαρακτήρα. Κοινός παρανομαστής όλων αυτών των ρητορειών είναι αυτό που περιγράφηκε και πριν ως ανάγκη για σημείο αναφοράς, όσο θολό εν τέλει κι αν προκύπτει αυτό, μία ανάγκη που μάλλον καταλήγει να είναι ψυχολογική περισσότερο και να υποκύπτει σε όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά του πολιτικού λαϊκισμού, με μπόλικο δάνεια μάλιστα μεταφυσικής.

iii. Η κοινωνία ως ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης συσχετισμών και ισοροπιών

Όσο αυθαίρετες κι αν είναι οι αναλύσεις που επιλέγουν να βαφτίζουν συγκεκριμένα κοινωνικά σύνολα ως κοινωνία και να θεωρούν ότι δρουν υπέρ τους, στηρίζονται ωστόσο σε μία αλήθεια. Όλα αυτά τα σύνολα, το καθένα ένα ξεχωριστά και όλα μαζί ταυτόχρονα αποτελούν κομμάτια της κοινωνίας. Πρώτα από όλα το Κράτος και το Κεφάλαιο δεν είναι δύο ξεχωριστές οντότητες που έπεσαν από το διάστημα για να καταδυναστεύουν την κοινωνία. Το μεν Κράτος αποτελεί την πολιτική οργάνωση μιας κοινωνίας και το δε Κεφάλαιο την οικονομική. Και τα δύο αποτελούν εκφάνσεις μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και ιστορικά έχουν προκύψει μάλιστα και τα δύο ως κοινωνικά προϊόντα συγκεκριμένων συσχετισμών, οι οποίοι μάλιστα είχαν το χαρακτήρα κοινωνικών επαναστάσεων στις οποίες οι μάζες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πρόσληψη τους ως δύο ξεχωριστές οντότητες από την κοινωνία είναι ξεκάθαρα μεταφυσική και δεν πατάει πουθενά. Επιπλέον όλα τα προαναφερόμενα σύνολα, οι καταπιεσμένοι και οι κολασμένοι καθώς και οι ελίτ και οι ισχυροί, οι νομοταγείς και ευυπόληπτοι πολίτες καθώς και οι παραβατικοί και οι παράνομοι, οι ακροδεξιοί και οι εθνικιστές καθώς και οι αναρχικοί και οι αριστεροί, οι ευσεβείς και οι πιστοί χριστιανοί καθώς και οι άθεοι και τα άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, οι μετριοπαθείς και οι προοδευτικοί δημοκράτες καθώς και οι φανατικοί και οι ακραίοι, όλοι αυτοί λοιπόν, όλα αυτά τα σύνολα, το καθένα ξεχωριστά και ολα μαζί, είναι κομμάτια της κοινωνίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Η κοινωνία λοιπόν είναι το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο υπάρχουν όλα τα παραπάνω σύνολα μέσα από τα οποία μπορεί να εμφανιζονται άτομα που εναλλάσσονται σε διάφορους κοινωνικούς ρόλους. Ένας καταπιεσμένος μπορεί να είναι τόσο αναρχικός όσο και ακροδεξιός, τόσο αριστερός όσο και εθνικιστής, τόσο νομοταγής όσο και παραβατικός, τόσο χριστιανός όσο και άθεος. Επίσης, ακόμα και οι ισχυροί, οι κρατούντες ή τα μέλη της ελίτ μπορεί να έχουν διαφορετικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς και συμφέροντα και να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι αν όλες αυτές οι δυναμικές ήταν ελεύθερες να δράσουν κατά το δοκούν θα προέκυπτε το απόλυτο χάος και η αυτοδιάλυση της κοινωνίας. Αυτό που εμποδίζει όμως την επικράτηση του χάους είναι η διατήρηση μιας κανονικότητας, κι αυτή με την σειρά της, στηρίζεται στην διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, της κοινωνικής ομαλότητας και της κοινωνικής συνοχής. Αυτά τα τρία αποτελούν τους πυλώνες κάθε οργανωμένης κοινωνίας. Είναι τα στοιχεία που προκύπτουν από μια διεργασία διαμόρφωσης κυρίαρχων συσχετισμών και ισοροπιών, τους οποίους αποδέχεται η πλειοψηφία (και στο βαθμό που δεν τους αποδέχεται της επιβάλλονται με ειδικό καθεστώς εξαίρεσης και τρομοκρατίας). Συνεπώς όταν εδώ και χρόνια διατυπώνονται φράσεις του τύπου: ” να σπάσουμε την κανονικότητα” , ” να διατάραξουμε την κοινωνική συνοχή” ” να ανατρέψουμε την κοινωνική ομαλότητα” στην ουσία έχουμε προτάγματα τα οποία μιλούν για την διάρηξη των ενοποιητικών παραγόντων μιας κοινωνίας , την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων ώστε να γίνει ορατή η ύπαρξη ενός κοινωνικού πολέμου που μαίνεται έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια, με το Κράτος να αποτελεί τον θεματοφύλακα μιας προσχηματικής,και μόνο στους τύπους, κοινωνικής ειρήνης.Η κοινωνία κατά συνέπεια δεν είναι ένα υποκείμενο ή κάποιο σώμα στο οποίο μπορούμε να μιλήσουμε ή να μην μιλήσουμε, να πάρουμε ή να μην πάρουμε με το μέρος μας , να του κάνουμε ή να μην του κάνουμε απεύθυνση. Τέτοιες προτάσεις έμπεριέχουν εξαρχής μια λάθος οπτική γωνία που γεννάει αρκετές στρεβλώσεις.

Η κοινωνία προκύπτει λοιπόν πως είναι αυτή η διαδικασία, ή το σύνολο των διαδικασιών ,( γνωστό και ως προτσές) που διαμορφώνουν τους όρους της συλλογικής συνύπαρξης των μελών μιας κοινότητας. Όροι οι οποίοι πλάθονται από την επικράτηση συσχετισμών και ισοροπιών, βάσει των οποίων είμαστε σε θέση να μιλάμε για συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός κοινωνικού περιβάλλοντος και να το αξιολογούμε. Μιλάμε πχ για κλειστές και ανοιχτές κοινωνίες, για προοδευτικές και συντηρητικές, για κοινωνίες ανοικτές και κοινωνίες ξενοφοβικές. Εν πάση περιπτώσει είμαστε σε θέση να κατανοούμε πως υφίστανται διαφοροποιήσεις στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού περιβάλλοντος και ότι αυτό οφείλεται στο ότι από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή είναι διαφορετικές οι ιστορικές διεργασίες που διαμορφώνουν τους εκάστοτε κοινωνικούς συσχετισμούς και ισορροπίες. Όταν λέμε κλειστές κοινωνίες για παράδειγμα δεν εννοόυμε κάποιες κοινότητες των οποίων τα μελη είναι κλειστοί άνθρωποι και δςν εξωτερικεύουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους ή ότι ζουν κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους αλλά κοινότητες μικρού μεγέθους συνήθως με πολύ σφιχτούς συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ των μελών τους και ελάχιστη ως μηδαμινή αλληλεπίδραση με τον έξω από αυτές κοσμο. Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί ίσως να γίνουν πιο κατανοητά προτάγματα που ακούγονται χρόνια τώρα και που λένε ” να σαμποτάρουμε την κοινωνική μηχανή” ή ” ενάντια στην κοινωνία-εργόστασιο”. Προφανώς οι αναφορες σε κοινωνία-μηχανή ή κοινωνία-εργοστάσιο έχουν να κάνουν ακριβώς με την αντίληψη της κοινωνίας ως αυτήν ακριβώς τη διαδικασία που περιγραφηκε πως διαμορφώνει συγκεκριμένους συσχετισμούς και ισοροπίες κάθε φορά. Επίσης είναι πιο εύκολο να καταλάβουμε την ουσία πολύ παλιών αναρχικών συνθημάτων όπως το ” Όλα τα ιδανικά αυτής της κοινωνίας βρίσκονται στις κλούβες της αστυνομίας” ή αναφορών σε κείμενα και αναλύσεις ακόμα και της πλέον κλασσικής αναρχίας περί ” κοινωνίας ελέγχου και επιτήρησης” ή “κοινωνιας φυλακής”. Προφανώς και στις δυο περιπτώσεις είναι δεδομένο πως γίνεται λόγος για κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία η αστυνομοκρατία η καταστολή , ο αυξημένος έλεγχος με κάθε μέσο ( κάμερες, παρακολουθήσεις, υποκλοπές) , η προστασία της δημόσιας ασφάλειας και τάξης, όχι μόνο αποτελούν κυριάρχες κοινωνικές αξίες αλλά αποτελούν και κομμάτι μιας αντιλαμβανόμενης ως “φυσιολογικής” κοινωνικής κανονικότας. Κι αυτό λόγω διαμόρφωσης συγκεκριμένων συσχετισμών και ισοροπιών.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε ότι τόσο η έννοια του κοινωνικού, όσο και η έννοια του αντικοινωνικού είναι σχετικά ευέλικτες. Το τι είναι τι την κάθε φορά κρίνεται από το κατά πόσο είναι υπέρ ή κατά των κυρίαρχων κοινωνικών συσχετισμών και ισοροπιών, κι αυτό φυσικά αλλάζει από περιβάλλον σε περιβάλλον. Κάτι που σε ένα κοινωνικό περιβάλλον Χ, θεωρείται αποδεκτή αξία και συμπεριφορά, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον Υ μπορεί να εκλαμβάνεται ως αντικοινωνική αξία και συμπεριφορά. Το ίδιο προφανώς μπορεί να ισχύει με τις ιδέες, τα κινήματα κτλ. Κάθε τι κρίνεται σύμφωνα με τα μέτρα και τα σταθμά της συγκεκριμένης κοινωνίας μέσα στην οποία εμφανίζονται ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσο ήταν ή είναι κοινωνικό και αντικοινωνικό και δεν υπάγεται σε μία σταθερή και πάγια αξιολόγηση. Το χριστιανικό κίνημα για παράδειγμα υπήρξε μία εσωτερική αντικοινωνική απειλή για το Ρωμαϊκό κοινωνικό προτσες αλλά αφού κατόρθωσε να επιβάλλει την ιδεολογική του ηγεμονία (χωρίς να αλλάξει η πολιτική και οικονομική οργάνωση της κοινωνίας σημειωτέον) και να διαμορφώσει τους δικούς του συσχετισμούς έχτισε το δικό του προτσές με πυρήνα το χριστιανικό φονταμενταλισμό, με την περίοδο επικράτησης του να ονομάζεται ευρωπαϊκός μεσαίωνας. Μέχρι το μετασχηματισμό και αυτής της κοινωνίας με τη σειρά της στις πρόιμες καπιταλιστικές κοινωνίες, οτιδήποτε απειλούσε τα ειδοποιά ποιοτικά χαρακτηριστικά της προηγούμενης κοινωνικής συνοχής προφανώς ήταν αντικοινωνικό και αντιμετωπιζόταν ως τέτοιο. Πέρα από τις παραστάσεις που έχουμε με τις δημόσιες εκτελέσεις και τα βασανιστήρια που οργάνωνε η πολιτική και θρησκευτική εξουσία έχουμε παραστάσεις εξάρσεων μαζικής υστερίας των απλών μαζών που προχωρούσαν σε λιντσαρίσματα μέχρι θανάτου σε οτιδήποτε ένιωθαν ότι απειλεί το ύψιστο κοινωνικό αγαθό τους : τη χριστιανική πίστη.

Αντίστοιχα μπορούμε να φανταστούμε πως μία σειρά από πράγματα τα οποία κάπως έχουν βρει τη θέση τους μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα κάπου αλλού αδυνατούν να τη βρουν επειδή δεν το επιτρέπουν ακόμα οι κυρίαρχοι συσχετισμοί και ισοροπίες. Ενώ πχ σε συγκεκριμένες δυτικές κοινωνίες σήμερα θεωρείται κάπως αυτονόητο οι γυναίκες να αποφασίζουν για τη συνέχιση ή τη διακοπή της κύησης τους, σε κάποιες άλλες όχι μόνο δεν είναι αυτονόητο αλλά είναι παράνομο και κοινωνικά κατακριτέο. Κι αυτό όχι μόνο σε χώρες και κοινωνίες όπου επικρατεί ο ισλαμικός φονταμενταλισμός ως πυρήνας της κοινωνικής συνοχής αλλά και σε δυτικές κοινωνίες που μπορεί να θεωρούνται πιο προοδευτικές και εκσυγχρονιστικές. Μόλις πρόσφατα καθιερώθηκε στην Ιρλανδία η αναγνώριση του δικαιώματος της άμβλωσης κι αυτό μετά από το ιστορικό δημοψήφισμα που διεξήχθη, ενώ στην Αργεντινή παρά το γεγονός ότι έχουν διαμορφωθεί αγώνες από ριζοσπαστικά κινήματα που προωθούν αυτό το αίτημα, δεν κατάφερε να περάσει από τη Βουλή τους ως σχέδιο νόμου. Δεν είναι τυχαίο βέβαια ότι και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για κοινωνίες στις οποίες η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία διατηρεί ακόμα σε αρκετά μεγάλο βαθμό την επιρροή της έτσι ώστε η χριστιανική καθολική ηθική να αποτελεί κομμάτι των κυρίαρχων κοινωνικών συσχετισμών και ισοροπιών.

Το παράδειγμα των αμβλώσεων δεν επιλέγεται τυχαία γιατί είναι ενδεικτικό για να καταλάβουμε πως δεν είναι μονάχα η πολιτική και η οικονομική εξουσία σε μια κοινωνία που διαμορφώνουν συσχετισμούς και ισορροπίες. Αν και ασφαλώς αποτελούν δύο πολύ βασικούς πυλώνες, δεν είναι παρά μόνο δύο εκφάνσεις σε ένα ευρύτερο σύνολο στοιχείων που συνθέτουν ένα κοινωνικό προτσές και που έχουν σχέση με τη συλλογική κουλτούρα και τις ιδεολογίες που μπορεί να επικρατούν, τις κυρίαρχες αξίες και ηθική που μπορεί να έχουν σχέση και με την επικράτηση κάποιας θρησκείας, τις κοινωνικά διαμορφωμένες συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τον πολιτισμό, τις τέχνες, τη συλλογική διασκεδαση και ψυχαγωγία. Στοιχεία τα οποία έχουν μια τεράστια δυναμική αλληλεπίδραση μέσα στους πληθυσμούς και που μπορεί να αποτελούν τόσο σφιχτούς συνεκτικούς αρμούς ενός κοινωνικού συνόλου που αν μια εξουσία τολμήσει να τα αμφισβητήσει, να τα καταστείλει και να τα ξεριζώσει από έναν πληθυσμό, ενδεχομένως να συναντήσει από τις πιο ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις που θα μπορούσε να συναντήσει ποτέ. Αντίστοιχα τις ίδιες αντιστάσεις μπορεί να συναντήσει και ένα ανατρεπτικό κίνημα που θα επιχειρήσει να ανατρέψει όλα τα παραπάνω ή έστω να αναμετρηθεί και να επιχειρήσει να υπερκεράσει αυτό που ο κομμουνιστής θεωρητικός Αντόνιο Γκράμσι, αναλύοντας την πνευματική ηγεμονία της κυριαρχίας, αποκαλούσε “προκεχωρημένο χαράκωμα, πίσω από το οποίο βρίσκεται μια ισχυρή αλυσίδα από οχυρά και πολυβολεία”. *2
Σε ένα φιλελεύθερο προοδευτικό καπιταλιστικό σύστημα σαν αυτό της Αργεντινής πχ η νομιμοποίηση των αμβλώσεων θα μπορούσε να ωφελήσει το κεφάλαιο καθώς η αγορά των αμβλώσεων ενδεχομένως να αποτελούσε ένα επικερδές επιχειρηματικό πεδίο. Ωστόσο η πολιτική εξουσία υποκύπτει στις πολιτικές πιέσεις που ασκούν οι κοινωνικές δυνάμεις που είναι ενάντια στις αμβλώσεις γιατί προφανώς αυτές είναι πιο ισχυρές. Επομένως στη συγκεκριμένη περίπτωση αντικοινωνικό είναι το αίτημα για νομιμοποίηση των αμβλώσεων γιατί αυτό εναντιώνεται στους κυρίαρχους κοινωνικούς συσχετισμούς και ισοροπίες.

Αυτό μπορεί να σημαίνει στις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες ότι μια γυναίκα που θα θελήσει να προβεί για οποιονδήποτε λόγο σε μια διακοπή της κύησης της θα έχει να αντιμετωπίσει πέρα από τις όποιες ποινικές συνέπειες που ορίζει ο νόμος και την ενδεχόμενη σκληρότητα του κοινωνικού αποκλεισμού, της περιθωριοποίησης, της περιφρόνησης της από τον κοινωνικό της περίγυρο, ενδεχομένως και από το οικογενειακό της περιβάλλον, θα είναι θύμα ενός παντοδύναμου κοινωνικού ρατσισμού που είναι πιο δύσκολος να αντιμετωπιστεί. Ακόμα και οι ποινικές συνέπειες ίσως να φαντάζουν πιο ανώδυνες σε σχέση με το πόσο συντριπτική μπορεί να φτάσει να γίνει η δύναμη αυτής της κοινωνικής πίεσης.

Αντίστοιχα φυσικά με το θέμα των αμβλώσεων σε μια σειρά από χώρες μπορούμε να διαπιστώσουμε πολλά ακόμα ζητήματα που ενώ μπορεί να θεωρούνται λυμένα ή μερικώς λυμένα σε κάποιες κοινωνίες, σε κάποιες άλλες αποτελούν σκληρά ταμπού. Η ανεξιθρησκεία, η υπεράσπιση των γυναικείων δικαιωμάτων, η ελευθερία στη σεξουαλική επιλογή δεν είναι σε όλες τις κοινωνίες το ίδιο εξασφαλισμένα. Ορισμένες κοινωνίες, για παράδειγμα στηρίζουν την κοινωνική τους συνοχή στο σκληροπυρηνικό ισλαμικό φονταμενταλισμό και την αδυσώπητη πατριαρχία. Η κοινωνική θέση της γυναίκας μπορεί να είναι στην χαμηλότερη υποστάθμη ενώ οι σεξουαλικές αποκλίσεις από την ετεροκανονικότητα μπορεί να τιμωρούνται ακόμα και με θάνατο. Η κοινωνική πρόοδος φαντάζει τόσο μακρινή όσον αφορά κάποια ζητήματα σε κάποιες κοινωνίες που αυτό που για άλλες κοινωνίες ίσως φαντάζει αυτονόητο, εκεί να εκλαμβάνεται πλήρως αντικοινωνικό.

Δε χρειάζεται να ταξιδέψουμε βέβαια πολύ μακριά για να βάλουμε με το μυαλό μας παρόμοιες καταστάσεις. Δε χρειάζεται να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τι συμβαίνει στη Σαουδική Αραβία, το Αφγανιστάν ή το Ιράν. Αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας μια τυπική κλειστή κοινωνία της ελληνικής υπαίθρου λίγες δεκαετίες πίσω και να συλλογιστούμε το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης που θα μπορούσε να τεθεί πάνω σε μια γυναίκα που θα ήθελε να ζήσει σύμφωνα με τις αρχές του ελεύθερου έρωτα. Η προκατάληψη, ο ρατσισμός, η περιφρόνηση, το μίσος εναντίον της θα προερχόταν από όλο το κοινωνικό περιβάλλον της. Ακόμα και από την ίδια την οικογένεια της ενδεχομένως και πολύ πιθανόν θα δεχόταν τη μεγαλύτερη δυνατή ψυχολογική, και ενδεχομένως και σωματική, βία πρώτα απ’ όλα μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Γιατί καταλαβαίνουμε πως από τη στιγμή που σε ένα τέτοιο περιβάλλον η πατριαρχία είναι μια πανίσχυρη κοινωνική δομή, πλήρως αποδεκτή και αφομειώσιμη από όλα σχεδόν τα μέλη της κοινωνίας, οτιδήποτε απέκλινε από τα στάνταρντ της πατριαρχίας, θα προσέκρουε σε ένα τέτοιο κοινωνικό αυτοματισμό. Αλλά δε χρειάζεται να μπούμε καν σε χρονοκαψουλα και να ταξιδέψουμε στο παρελθόν των ελληνικών επαρχιών παλιότερων δεκαετιών , η πατριαρχία αποτελεί μια τόσο ισχυρή κοινωνική δομή ακομα και σήμερα που ο σεξισμός και ο κοινωνικός ρατσισμός ενάντια στο διαφορετικό είναι εξαιρετικά απλωμένος στον κοινωνικό ιστό. Για να μην μπούμε στον κόπο να αναφέρουμε κάποιο από τα απειράριθμα τέτοια κρούσματα αρκεί να σημειώσουμε τις ενστάσεις ενός προοδευτικού κιόλας υποτίθεται κόμματος όπως το ΚΚΕ κάθε φορά που έρχεται προς ψηφιση κάποιο νομοσχέδιο που αφορά τα δικαιώματα καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων με διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα και οι οποίες ξεκινούν πάντα με τη φράση ” Η ελληνική κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να δεχτεί…” Τι να εννοεί άραγε το ΚΚΕ ( και άλλα συντηρητικά κομμάτια της αριστεράς) σε τέτοιες περιπτώσεις, και γιατί δεν μπορεί να τοποθετηθεί ξεκάθαρα είτε υπερ είτε κατά τέτοιων αλλαγών, παρά μονάχα κρύβεται πίσω απο το δάχτυλο του παίρνοντας στην ουσία πολεμική θέση ενάντια σε προοδευτικά αιτήματα χαρακτηρίζοντας τα μεταμοντέρνα ή νεοφιλελεύθερη δικαιωματική ατζέντα; Μα γιατί είτε τα θεωρεί είτε τα αντιμετωπίζει ως αντι-κοινωνικά επιδιώκοντας άνοιγμα σε πιο διευρυμένα ακροατήρια κι επειδή γνωρίζει πως μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνιάς ρέπουν ακόμα προς την παραδοσιακή συντήρηση . Τέτοιου τύπου πολιτική συμπεριφορά που συνειδητά επιλέγει την πολιτική οπισθοχώρηση απο προοδευτικές και ριζοσπαστικές θέσεις ώστε να μην προκύψει σύγκρουση με κάποιο συντηρητικό κοινωνικό αυτοματισμό, είναι που σχηματικά έχει ονομαστεί”κοινωνισμός”. Ίσως όχι ο πιο δόκιμος  όρος η αλήθεια είναι αλλά εν πάση περιπτώση αυτό το νοήμα αποπειράθηκε να πλαισιώσει άλλο που δεν κατάφερε να το κάνει κατανοητό.

Αυτού του είδους ωστόσο ο κοινωνικός αυτοματισμός είναι τυπικό δείγμα της κοινωνικής ψυχολογίας και της συλλογικής συμπεριφοράς, αυτό που δηλαδή ονομάζεται και πιο κοινά , ψυχολογία του όχλου. Κάθε κοινωνικό σύνολο με μια ορισμένη συνοχή τείνει να συμπεριφέρεται σαν ένα σώμα, σαν ένας οργανισμός. Κι όταν αντιλαμβάνεται την παρουσία ή την εισβολή ενός ξένου στοιχείου, κάτι διαφορετικού, αντιδρά όπως αντιδρά το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού απέναντι στην εισβολή ενός ιού ή ενός παθογόνου μικροοργανισμού: προσπαθεί να το καταστείλει και να εξαλείψει την απειλή της εξάπλωσης του. Κι αυτό το κάτι διαφορετικό, το κάτι ξένο, μπορεί να είναι στην περίπτωση ενός κοινωνικού συνόλου μια ιδέα, μια αξία ή και μια επιστημονική αλήθεια. Κάποτε σε κάποια εποχή θα μπορούσε να είναι απλά η διακήρυξη ότι η γη γυρίζει. Όλα αυτά κάτω υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις θα μπορούσαν να είναι ή να έχουν υπάρξει αντικοινωνικά, και η προώθηση ή η υπεράσπιση τους να αποτελούν αντικοινωνικές πρακτικές. Από αυτήν την άποψη δε χωρά καμιά αμφιβολία πως φρασεολογίες τύπου ” Ενάντια στις αντικοινωνικές πρακτικές” που συναντάται σε κείμενα ή και σε υπογραφές συνελεύσεων (μετωπικών ή μη) είναι το λιγότερο ατυχείς, αν όχι σκόπιμα πολωτικές προφανώς για λόγους μικροπολιτικής. Επειδή δε μιλάμε για υποκείμενα που τα παραπάνω νοήματα τους διαφεύγουν.

Η διαπίστωση αυτή βοηθάει να γίνει αντιληπτό σε ποια βάση γειώνεται πλέον αυτή η διαμάχη γύρω από την κοινωνία, το τι είναι κοινωνικό και τι αντικοινωνικό, και κυρίως το ότι οι όποιες διαφωνίες, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις δεν αφορούσαν απλά μια ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος κουβέντα, αλλά μια ολόκληρη σειρά στρατηγικών, προταγμάτων και πολιτικών προτάσεων.

Γιατί όλα αυτά είναι ζητήματα που εν τέλει τα συναντάμε μπροστά μας, μέσα σε επιλογές αγώνα που έχουμε να κάνουμε κάθε φορά, μέσα σε διλήμματα, τα οποία προκύπτουν και χρήζουν απαντήσεων, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Το πως ζυγίζονται τα πράγματα κάθε φορά, τι βαραίνει περισσότερο και ποιες επιλογές αγώνα μπαίνουν επιτακτικά ως προτεραιότητα στρατηγικής, η επιλογή της συλλογικής δράσης, η ατομική εξέγερση, όλα αυτά λοιπόν ,έχουν άμεση σχέση με τα παραπάνω. Γιατί η συμπεριφορά του κοινωνικού αυτοματισμού που εχθροποιεί κάθε τι ξένο, διαφορετικό, νεοτερικό που εμφανίζεται μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον αφορά ασφαλώς και τα ανατρεπτικά ριζοσπαστικά κινήματα αμφισβήτησης που έχουν πέρα από να αντιμετωπίσουν την θεσμική καταστολή της κυριαρχίας, και να συγκρουστούν και με τις κραταιές κοινωνικές προκαταλήψεις. Κάτι που σήμερα κιόλας με την έξαρση του εθνικισμού με αφορμή το Μακεδονικό αποκτά επικαιρο χαρακτήρα. Ακριβώς λοιπόν πάνω σε όλα αυτά προκύπτουν οι διαφοροποιήσεις και στους όρους και τις συνθήκες της κοινωνικής απεύθυνσης.
Αυτό όμως είναι μια ολόκληρη άλλη συζήτηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
*1: Αξίζει να αναφερθεί πως στη σοσιαλιστική Μαρξιστική σκέψη ως κοινωνική επαναστάση δεν λογίζεται μονάχα η ανατροπή των κυρίαρχων κοινωνικών συσχετισμών και ισοροπιών ενός κοινωνικού περιβάλλοντος αποκλειστικά από μια προλεταριακή εξέγερση ή έστω από τον ξεσηκωμό ενός καταπιεσμένου πληθυσμού. Η κοινωνική επαναστάση μπορεί να συντελεστεί σε ένα κοινωνικό περιβάλλον αν οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες στο εσωτερικό του μετασχηματιστούν με την έλευση της κοινωνικής προόδου όπως κι αν αυτή συντελεστεί. Για παράδειγμα περιγράφει ο Καρλ Μαρξ στο άρθρο του ” Η Βρετανική κυριαρχία στην Ινδία” που γράφτηκε στις 10 Ιουνίου 1853 και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη New York Daily Tribune στις 25 Ιουνίου 1853 για το πως η αγγλική αποικιοκρατία επιτάχυνε την κοινωνική πρόοδο στην Ινδία συμβάλωντας στην κοινωνική επανάσταση του Ινδοσταν. Λέει συγκεκριμένα:
{” Η εγγλέζικη παρέμβαση έβαλε το κλωστήριο στο Λανκασάιαρ και τον αργαλειό στη Βεγγάλη ή σάρωνε τον Ινδό κλωστοϋφαντουργό, διαλύοντας αυτές τις μισοβάρβαρες-μισοπολιτισμένες κοινότητες, ανατινάζοντας την οικονομική τους βάση, και παράγοντας έτσι τη μεγαλύτερη και, για να πούμε την αλήθεια, τη μοναδική κοινωνική επανάσταση που συντελεστηκε ποτέ στην Ασία”.}
Στη συνέχεια κι αφού προχωρήσει σε μια εκτενή περιγραφή των προηγούμενων κοινωνικών συνθηκών που ανατράπηκαν ,όχι χωρίς να προβάλει έντονη την πρωτοκοσμική του αποστροφή απέναντι στην αναχρονιστική κοινωνια του ινδοστάν περιγράφοντας με τα πιο μελανά χρώματα τις αγροτικές παραδοσιακές κοινότητες (το “στέρεο θέμελιο του ανατολικού δεσποτισμού” που ” περιόριζαν το ανθρώπινο πνεύμα στη στενότερη δυνατη περίμετρο, μετατρέποντας το σε ένα χωρίς αντιστάσεις εργαλείο της πρόληψης, υποδουλώνοντάς το σε παραδοσιακούς κανόνες, στερώντας του κάθε μεγαλείο και ιστορική ενεργητικότητα…. δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτές οι μικρές κοινότητες ήταν μολυσμένες με διακρίσεις κάστας και με δουλεία) και την περιφρόνηση του για το παθητικό πνεύμα του λαού ( “προσηλωμένος μπροστά σε ένα κομματάκι γης, παρέμενε ατάραχος θεατής μπροστά στην ερείπωση ολόκληρων αυτοκρατοριών, μπροστά στην εκτέλεση ανείπωτων βιαιοπραγιών, τη σφαγή του πληθυσμού των μεγάλων πόλεων….. μένοντας ο ίδιος αβοήθητη λεία οποιουδήποτε επιδρομέα τον έβαζε στόχο”) κι αφού εκφραστεί όσο πιο απαξιωτικά μπορεί για το επίπεδο της προηγούμενης κοινωνικής ζωής ( ” αυτή η ανάξια, τελματωμένη και φυτοζοούσα ζωή, αυτό το παθητικό είδος ύπαρξης) θα προχωρήσει στην ριζοσπαστική διαπίστωση του πως επήλθε η μοναδική κοινωνική επανάσταση της Ασίας όπως την ονομάζει και ο ίδιος:

{“Η Αγγλία είναι η αλήθεια, προκαλώντας μια κοινωνική επανάσταση στο Ινδοστάν , έδρασε μονάχα προς όφελος των πιο βρομερών συμφερόντων της, και τα επέβαλε με τον πιο βλακώδη τρόπο. Δεν είναι όμως αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι άλλο: Μπορεί η ανθρωπότητα να εκπληρώσει το πεπρωμένος της χωρίς μια ριζική επανάσταση στην κοινωνική κατάσταση της Ασίας; Αν όχι, τότε, όποια κι αν είναι τα εγκλήματα της Αγγλίας, αυτή ήταν το ασυνείδητο όργανο της Ιστορίας για να επέλθει η εν λόγω επανάσταση.
Τότε, όποια κι αν είναι η πικρία και τα προσωπικά μας αισθήματα μπροστά στο θέαμα του καταποντισμού ενός αρχαίου κόσμου, έχουμε το δικαίωμα από τη σκοπιά της Ιστορίας, να φωνάξουμε μαζί με τον Γκαίτε:
Sollte diese Qual uns quallen
Da sie unsre Lust vermehrt
Hat nicht myriaden Seelen
Timurs Herrschaft aufgezehrt?
(Γιατί το βάσανο εμάς να βασανίζει
Αφού στη μέγιστη χαρά μας οδηγεί,
Μήπως ψυχές μυριάδες δεν χάθηκαν
Απ’ του Τιμούρ το σκήπτρο το βαρύ;)”}

Αναμφίβολα εδώ η σκέψη του Μαρξ όσο ανατριχιαστική κι αν είναι, είναι παράλληλα βαθύτατα αποκαλυπτική της μαρξιστικής νομοτελειακής ντετερμινιστικής αντίληψης για την κοινωνική πρόοδο . Αν πρέπει να παραγνωρίζουμε την προσωπική μας πικρία για τα βάσανα του λαού της ινδίας απο την Αγγλική αποικιοκρατία, αν πρέπει να απαγγέλουμε χαρωπά Γκαίτε δηλώνοντας πως μας διακατέχει ύψιστη χαρά και πως βάσανο δε μας βασανίζει ακόμα κι αν μυριάδες ζωές χάθηκαν, επειδή το πεπρωμένο της ανθρωπότητας βαδίζει το δρόμο της εκπλήρωσης του με την κοινωνικη επανάσταση στην Ασία (η οποία δε θα συνέβαινε αν η Αγγλία δεν λειτουργούσε άθελα της ως ασυνείδητο όργανο της ιστορίας), τότε θα πρέπει να είμαστε πανευτυχείς που συνολικά η Γηραιά Ήπειρος υπήρξε το συλλογικό όργανο της ιστορίας που συνέβαλε στις κοινωνικές επαναστάσεις σε παρόμοια αναχρονιστικές και προ-νεοτερικές κοινωνίες της Ασιατικής, Αμερικανικής και Αφρικανικής Ηπείρου. Θα πρέπει να μαστε ευτυχείς για την μαζική γενοκτονία των εκατομυρίων γηγενών της Αμερικανικής Ηπείρου , για τους αιώνες της δουλοκτητικής αποικιοκρατικής περιόδου στην Αφρική και το δράμα του μαύρου πληθυσμού που υπέμενε τα πάνδεινα. Γιατί άλλωστε αυτά τα βάσανα εμάς να βασανίζουν; Μήπως ψυχές μυριάδες δεν χάθηκαν απ’ του Τιμούρ το σκήπτρο το βαρύ; Αν εδώ δεν πρόκειται για τον ορισμό του πιο αμείλικτου ελιτισμού τότε απλά έχει υπερσχετικοποιηθεί η έννοια του ελιτισμού.

*2: Στα Τετράδια Φυλακής ο Γκράμσι αναφέρεται επίσης στην κοινωνία ως « πεδίο ελευθερίας, πεδίο δράσης των ιδεολογικών μηχανισμών που έχουν στόχο την άσκηση ηγεμονίας και μέσω αυτής την εξασφάλιση της συναίνεσης..»

Posted in κειμενα | Comments Off on Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ- Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σύγκρουση Γιγάντων μέσα σε ένα ανέκαθεν πολυπολικό περιβάλον

Οι πρώτες σημαντικές τριβές ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είχαν εμφανιστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Οι σινοσοβιετικές σχέσεις, που είχαν υπάρξει εγκάρδιες κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950, επιδεινώθηκαν κατακόρυφα το 1960, όταν και επήλθε η ρήξη ανάμεσα στη Μόσχα και στο Πεκίνο. Αυτή επισημοποιήθηκε και έλαβε μόνιμα χαρακτηριστικά την επόμενη διετία (1961-1962): το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) κατηγόρησε την ηγεσία του ΚΚΣΕ ως «ρεβιζιονιστές προδότες» και τελικά οι δύο χώρες προχώρησαν στη διακοπή των διμερών τους σχέσεων. Η σινοσοβιετική ρήξη υπήρξε γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας για την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου και γενικότερα της ιστορίας του μεταπολεμικού κόσμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, Σοβιετική Ενωση και Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ΚΚΣΕ και ΚΚΚ, εξαπέλυαν βαρύτατες αμοιβαίες κατηγορίες για απόκλιση από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και ανταγωνίζονταν για επέκταση της επιρροής τους στον Τρίτο Κόσμο. Παράλληλα, ήρθαν στην επιφάνεια και συνοριακές διαφορές που είχαν τις ρίζες τους στην επέκταση της τσαρικής Ρωσίας στην Απω Ανατολή κατά τον 19ο αιώνα και που δεν είχαν επιλυθεί οριστικά ούτε με την υπογραφή της σινοσοβιετικής συνθήκης Φιλίας, Συμμαχίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του Φεβρουαρίου 1950.
Η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ο Μάο καυτηρίασε επανειλημμένως τον «διεθνή αναθεωρητισμό» της Μόσχας και το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί «κατείχαν υπερβολικά πολλά εδάφη [άλλων κρατών]». Πάντως, σε εκείνη τη χρονική συγκυρία η κινεζική ηγεσία δεν επιθυμούσε ανεξέλεγκτη επιδείνωση των σχέσεων με τη Σοβιετική Ενωση, αλλά την υπογραφή νέας συνθήκης που θα επέλυε τις διμερείς συνοριακές διαφορές με τρόπο ικανοποιητικό για το Πεκίνο. Αφενός, η κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ και η κατακόρυφη αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα νότια της Κίνας, και αφετέρου η αποσταθεροποίηση που προκάλεσε στην Κίνα η εξαπόλυση της Πολιτιστικής Επανάστασης το 1966, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στον Μάο να ακολουθήσει συγκρουσιακή πολιτική έναντι της Μόσχας. Σε όλα αυτά θα πρέπει ασφαλώς και να προστεθεί το γεγονός ότι όταν 1962 ξέσπασε πόλεμος Κίνας-Ινδίας, η Ρωσία υποστήριξε την Ινδία με την οποία είχε περισσότερες παρτίδες.

Έτσι λοιπόν η ένταση στις σινοσοβιετικές σχέσεις συνέχισε να αυξάνεται το 1968. Στις 5 Ιανουαρίου 1968 έλαβε χώρα το πρώτο αιματηρό περιστατικό στην παραμεθόριο στον ποταμό Ουσούρι, όταν σοβιετικές δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά εναντίον ενός κινεζικού αποσπάσματος σε μία από τις διαφιλονικούμενες νησίδες. Επίσης, η σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία και η κατάπνιξη της Ανοιξης της Πράγας τον Αύγουστο του 1968 προκάλεσαν ρίγη ανησυχίας για τις σοβιετικές προθέσεις όχι μόνο στη Δύση αλλά και στο Πεκίνο. Μέχρι τα τέλη του 1968 επικράτησε προσωρινή ηρεμία.

Ωστόσο, σύννεφα πολέμου συσσωρεύονταν πάνω από τη σινοσοβιετική μεθόριο, καθώς ΕΣΣΔ και Κίνα είχαν μετακινήσει εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και πολλές εκατοντάδες αεροσκάφη, τεθωρακισμένα και άλλο βαρύ οπλισμό. Η ένταση οξύνθηκε όταν έλαβε χώρα σειρά επεισοδίων με επίκεντρο το νησί Ζενμπάο (ή Νταμάνσκι) στον Ουσούρι στα τέλη Δεκεμβρίου 1968, και έπειτα τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1969.
Τον Μάρτιο του 1969, μία ασήμαντη, μικροσκοπική νησίδα στον ίδιο ποταμό (Ουσούρι) προκάλεσε επιπλέον πολύνεκρα μεθοριακά επεισόδια και έφερε στο χείλος της θερμοπυρηνικής αναμέτρησης τη Σοβιετική Ένωση και την Κίνα. Είναι μία διαφιλονικούμενη νησίδα, γνωστή στους μεν Σοβιετικούς ως Νταμάνσκι, στους δε Κινέζους ως Τσενπάο, που βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα των δύο χωρών, προς τη μεριά του Βλαδιβοστόκ.
Τη νύχτα της 1 προς 2 Μαρτίου του 1969, περίπου 300 Κινέζοι στρατιώτες, με λευκές στολές παραλλαγής, πέρασαν τον παγωμένο Ουσούρι και κρύφτηκαν πάνω στη χιονισμένη νησίδα. Με το πρώτο φως της μέρας, οι Σοβιετικοί μεθοριακοί φρουροί εντόπισαν ένα εχθρικό απόσπασμα και κινήθηκαν προς τη νησίδα, για να δεχτούν απροειδοποίητα τις ομοβροντίες των Κινέζων. Την ίδια ώρα, το κινεζικό πυροβολικό που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του ποταμού, έβαλε κατά των θέσεων των Σοβιετικών. Οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να καλέσουν ενισχύσεις από γειτονικές μονάδες για να απωθήσουν τελικά τους αντιπάλους τους έπειτα από φονική μάχη δύο ωρών, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν 58 Σοβιετικοί στρατιώτες και αδιευκρίνιστος αριθμός Κινέζων.
Στις 3 Μαρτίου, η σοβιετική πρεσβεία στο Πεκίνο πολιορκήθηκε από ένα μαινόμενο πλήθος ερυθροφρουρών που φώναζαν: “Κρεμάστε τον Κοσίγκιν – Τηγανίστε τον Μπρέζνιεφ”. Οι διαδηλώσεις κράτησαν τέσσερις μέρες και απλώθηκαν σε όλη την Κίνα ενώ, κατά το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων, συμμετείχαν σ’ αυτές 260.000.000 πολίτες. Ανάλογες διαδηλώσεις ξέσπασαν στις μεθοριακές σοβιετικές πόλεις του Βλαδιβοστόκ και του Χαμπάροφσκ, ενώ οι νεκροί Σοβιετικοί στρατιώτες κηδεύτηκαν σαν ήρωες πολέμου, με τη συμμετοχή ανώτατων στελεχών της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Στις 7 Μαρτίου, 500.000 άτομα διαδήλωσαν στην κινεζική πρεσβεία της Μόσχας, στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που γνώρισε επί πολλά χρόνια η σοβιετική πρωτεύουσα. Πέτρες, μπουκάλια, μπογιές και κομμάτια πάγου εκτοξεύτηκαν προς τα παράθυρα της πρεσβείας, σπάζοντας πολλά τζάμια.

Το θεωρητικό περιοδικό του Κ.Κ. Κίνας Κόκκινη Σημαία διακήρυξε: “Αν οι Ρώσοι σοσιαλιμπεριαλιστές θέλουν τον πόλεμο, θα τους σβήσουμε από το πρόσωπο της Γης”.
Νέες ακόμη σφοδρότερες συγκρούσεις, με συμμετοχή ενός συντάγματος 2.000-3.000 ανδρών από κάθε πλευρά, ξέσπασαν στην περιοχή της νησίδας Νταμάνσκι-Τσενπάο στις 15 Μαρτίου. Αν και ούτε οι Σοβιετικοί ούτε οι Κινέζοι έδωσαν λεπτομέρειες των συγκρούσεων, ανταποκριτές του ξένου Τύπου έκαναν λόγο για βαρύτατες εκατέρωθεν απώλειες. Η Λαϊκή Ημερησία του Πεκίνου αποκάλεσε τους ηγέτες του Κρεμλίνου “νέους τσάρους” και “αγέλες γουρουνιών”, ενώ ο Ερυθρός Αστέρας της Μόσχας χαρακτήρισε τον Μάο “αιμοσταγή δικτάτορα, στα χνάρια του Χίτλερ”.

Την 1η Απριλίου συνήλθε στο Πεκίνο το 9ο συνέδριο του Κ.Κ. Κίνας. Στη βασική εισήγησή του για την εξωτερική πολιτική της Κίνας, ο στρατάρχης Λιν Πιάο, επίσημα χρισμένος πλέον ως διάδοχος του Μάο Τσετούνγκ, κήρυξε διμέτωπο αγώνα εναντίον Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ., τις οποίες χαρακτήρισε “χάρτινες τίγρεις” και δήλωσε την ετοιμότητα της χώρας του να εμπλακεί σε μεγάλης κλίμακας πολέμους. Ο Λιν Πιάο διακήρυξε από το βήμα του συνεδρίου: “Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αυτή η βασική θέση του Λένιν δεν έχει χάσει σε τίποτα την επικαιρότητά της. Σύμφωνα με την ιστορική εμπειρία του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι, αν οι Ρώσοι ρεβιζιονιστές, οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές και η παγκόσμια αντίδραση αποφασίσουν να ξεκινήσουν έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα επιταχύνει την ανάπτυξη των αντιθέσεων, ξεσηκώνοντας λαϊκές επαναστάσεις, που θα στείλουν όλη την αγέλη των ιμπεριαλιστών, των ρεβιζιονιστών και των αντιδραστικών μία ώρα αρχύτερα στον τάφο”.Η νησίσα Νταμάνσκι-Τσενπάο ανήκει σε μια μεγάλη διαφιλονικούμενη ζώνη, έκτασης εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, στην ανατολική μεθόριο των δύο χωρών, ανατολικά του ποταμού Ουσούρι και βόρεια του ποταμού Αμούρ. Στην περιοχή αυτή ξέσπασαν και μια σειρά άλλων, μικρότερης κλίμακας, επεισοδίων από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο, με σημαντικότερη την αιματηρή μάχη της 8ης Ιουλίου σε μία άλλη μεθοριακή νησίδα του ποταμού Αμούρ, την οποία οι μεν Σοβιετικοί αποκαλούν Γκολντίσκι, οι δε Κινέζοι Πάχα. Έπειτα από μια σειρά ανάλογων επεισοδίων, οι δύο πλευρές άρχισαν συνομιλίες στο Χαμπάροφσκ οι οποίες, μετά από διακοπές, απειλές και αποχωρήσεις, κατέληξαν, στις 8 Αυγούστου, σε συμφωνία για μορατόριουμ και αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στους δύο μεθοριακούς ποταμούς. Ωστόσο, ένταση δημιουργήθηκε και στα δυτικά σύνορα της Κίνας, που χωρίζουν τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν από την αυτόνομη κινεζική περιοχή του Σιντσιάνγκ.
Έπειτα από μία αλυσίδα μεθοριακών επεισοδίων, από τα μέσα του Απριλίου, πολύνεκρες συγκρούσεις ξέσπασαν ση μεθόριο του Σιντσιάνγκ στις 13 Αυγούστου. Οι δύο πλευρές έδωσαν διαφορετικές εκδοχές γύρω από τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στη σύγκρουση.
Σύμφωνα με τους Κινέζους, εκατοντάδες Σοβιετικοί στρατιώτες, δεκάδες τανκς και δύο ελικόπτερα εισέβαλαν στην περιοχή Τιεχλεκτί, προχώρησαν σε βάθος δύο χιλιομέτρων στο κινεζικό έδαφος και άνοιξαν απροειδοποίητα πυρ εναντίον μεθοριακών φρουρών, περικυκλώνοντας κινεζικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Αντίθετα, η σοβιετική κυβέρνηση, με διπλωματική νότα της, υποστήριξε ότι κινεζικές δυνάμεις παραβίασαν τα σοβιετικά σύνορα και απωθήθηκαν, στη συνέχεια, από τους αμυνόμενους μεθοριακούς φρουρούς. Σύμφωνα με ρεπορτάζ εφημερίδων, οι Κινέζοι είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν προγεφυρώματα, καταλαμβάνοντας υψώματα στο σοβιετικό έδαφος, αλλά περικυκλώθηκαν με διπλή επίθεση, μετωπικά και από τα μετόπισθεν, από σοβιετικά στρατεύματα και τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης και δύο κινηματογραφικές κάμερες, με τις οποίες φιλοδοξούσαν να γυρίσουν προπαγανδιστική ταινία για την αναμενόμενη συντριβή του εχθρού. Το νέο, σοβαρό επεισόδιο προκάλεσε πολεμικό παροξυσμό τόσο στη Μόσχα όσο και στο Πεκίνο.

Η μαοϊκή ηγεσία οργάνωσε συγκεντρώσεις πολιτών και στρατιωτών σε όλη τη χώρα, ενώ οι Σοβιετικοί κατήγγειλαν το Πεκίνο για γενοκτονία των Ουιγκούρ -η Λιτερατούρναγια Γκοαζέτα μίλησε για 25.000.000 εκτελεσμένους την περίοδο 1955-1965- τους οποίους Ουιγκούρ η Μόσχα κάλεσε σε εξέγερση, με ραδιοφωνικές εκπομπές στην τοπική τους γλώσσα. Ένα χρόνο μετά την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, οι ενέργειες αυτές εκλήφθησαν από τους Κινέζους ως προετοιμασία για γενικευμένο σινοσοβιετικό πόλεμο.
Στην Ουάσινγκτον διέρρευσε έκθεση της CIA, σύμφωνα με την οποία οι Σοβιετικοί εξέταζαν το ενδεχόμενο προληπτικής αεροπορικής επίθεσης εναντίον των κινεζικών πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Από την πλευρά τους, οι Κινέζοι μετέφεραν άμεσα τα πυρηνικά τους από το ευάλωτο Σιντσιάνγκ στο απρόσβλητο Θιβέτ, απομάκρυναν μία σειρά στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες στα ενδότερα και έστειλαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στα σύνορα με τη Μογγολία, απ’ όπου περίμεναν την εισβολή. Στις 23 Αυγούστου μεγάφωνα που είχαν στηθεί στην πλατεία της “Ουράνιας Γαλήνης” του Πεκίνου κάλεσαν τον πληθυσμό να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Σοβιετικούς.
Σ’ αυτό το κλίμα ένα θλιβερό γεγονός, ο θάνατος του κομμουνιστή ηγέτη του Βόρειου Βιετνάμ Χο Τσι Μιν, έφερε στο Ανόι τους πρωθυπουργούς της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Κίνας, Αλεξέι Κοσίγκιν και Τσου Εν Λάι. Ο Κινέζος πρωθυπουργός έφυγε από τη βορειοβιετναμική πρωτεύουσα στις 4 Σεπτεμβρίου, πριν από την κηδεία του Χο Τσι Μιν, και όλος ο κόσμος υπέθεσε ότι το έπραξε για να μην αναγκαστεί να συναντήσει ή να συνευρεθεί με τον Σοβιετικό ομόλογό του. Παραδόξως, επρόκειτο για το αντίθετο. Ο Τσουν Εν Λάι πέταξε για το Πεκίνο για να συζητήσει με τον Μάο το ενδεχόμενο μιας έκτακτης συνάντησης με τον Κοσίγκιν με στόχο την εκτόνωση της έντασης.
Είχε προηγηθεί μεσολαβητική πρωτοβουλία του Κ.Κ. του Βιετνάμ, σύμφωνα με την πολιτική διαθήκη του νεκρού ηγέτη του, που διαβάστηκε στην κηδεία του, στις 8 Σεπτεμβρίου, και στην οποία πρωτεύουσα θέση κατείχε μία έκκληση για την αποκατάσταση της ενότητας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Η συνάντηση όντως πραγματοποιήθηκε στο αεροδρόμιο του Πεκίνου στις 11 Σεπτεμβρίου, και εγκαινίασε ένα μορατόριουμ στις σχέσεις των δύο χωρών, το οποίο έδωσε τη θέση του σε μια περίοδο ύφεσης, καθώς στις 7 Οκτωβρίου άρχισαν στο Παρίσι επίσημες συνομιλίες για το εδαφικό.
Ωστόσο καθώς συνεχιζόταν η συγκέντρωση σοβιετικών δυνάμεων στα βόρεια σύνορα της Κίνας, Σοβιετικοί αξιωματούχοι άρχισαν να ρωτούν Αμερικανούς αξιωματούχους αν οι ΗΠΑ θα δέχονταν μια σοβιετική επίθεση ενάντια στο κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο. Παρόμοιες διερευνητικές κινήσεις έκανε η Σοβιετική Ενωση και προς τους συμμάχους της στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, μάλλον για να το διαρρεύσει στην Κίνα και να αυξήσει τις πιέσεις στον Μάο. Η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον ανησυχούσε τόσο πολύ για το ενδεχόμενο μαζικής σοβιετικής εισβολής στην Κίνα, που στις 5 Σεπτεμβρίου 1969 εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ξεκαθάριζε ότι οι ΗΠΑ δεν θα παρέμεναν αδρανείς σε περίπτωση σινοσοβιετικού πολέμου.

Στα μέσα Σεπτεμβρίου 1969 το πολιτικό γραφείο του ΚΚΚ συζήτησε επανειλημμένως το ενδεχόμενο πολέμου και αποφάσισε να πάρει έκτακτα αμυντικά μέτρα. Ο Μάο θεωρούσε ως πιθανή ημερομηνία μιας σοβιετικής εισβολής την 1η Οκτωβρίου, καθώς ήταν η εθνική γιορτή της Κίνας. Οταν παρήλθε αυτή η ημερομηνία, θεώρησε ως επόμενη επικίνδυνη ημερομηνία την 20ή Οκτωβρίου, καθώς θα λάμβαναν χώρα σινοσοβιετικές συνομιλίες για τις μεθοριακές διαφορές τους. Στα μέσα Οκτωβρίου το πολιτικό γραφείο του ΚΚΚ αποφάσισε να διασπαρεί η κινεζική ηγεσία στην ενδοχώρα της Κίνας, καθώς το Πεκίνο ήταν σχετικά κοντά στα βόρεια σύνορα.

Μετά την πάροδο και της 20ής Οκτωβρίου 1969 χωρίς σοβιετική εισβολή, ο Μάο σταμάτησε να θεωρεί μια ενδεχόμενη σοβιετική εισβολή ως επικείμενη. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια ωστόσο αυξάνονταν οι σοβιετικές δυνάμεις στα βόρεια της Κίνας, φτάνοντας τις 44 μεραρχίες. Παράλληλα οι ΗΠΑ άρχισαν να μειώνουν τις δυνάμεις τους στο Νότιο Βιετνάμ στο πλαίσιο της πολιτικής της «βιετναμοποίησης», δηλαδή της σταδιακής αντικατάστασης των αμερικανικών δυνάμεων από δυνάμεις του Νοτίου Βιετνάμ. Η αύξηση των σοβιετικών και η μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην άμεση περιφέρεια της Κίνας έπεισε τον Μάο να προσεγγίσει τις ΗΠΑ για να εξισορροπήσει τη σοβιετική ισχύ.

Η προσέγγιση της ΛΔΚ με τις ΗΠΑ χρειάσθηκε χρόνο. Από τον Οκτώβριο 1970 άρχισε να λειτουργεί το Πακιστάν ως δίαυλος επικοινωνίας, καθώς το εμπιστεύονταν τόσο το Πεκίνο όσο και η Ουάσιγκτον. Κρίσιμη πάντως ήταν η πρωτοβουλία του Μάο τον Απρίλιο 1971 να καλέσει στην Κίνα την εθνική ομάδα πινγκ πονγκ των ΗΠΑ, που βρισκόταν στην Ιαπωνία. Αυτή ήταν η πρώτη ευκαιρία για τις δύο πλευρές να αρχίσουν να ανασκευάζουν στην εκατέρωθεν κοινή γνώμη τις αρνητικές εικόνες που είχε η κάθε πλευρά για την άλλη. Η κίνηση αυτή άνοιξε τον δρόμο για τη μυστική επίσκεψη του Αμερικανού συμβούλου εθνικής ασφάλειας, Χένρι Κίσινγκερ, στο Πεκίνο τον Ιούλιο 1971, κατά την οποία συμφωνήθηκε να επισκεφθεί ο ίδιος ο Νίξον την Κίνα τους πρώτους μήνες του 1972.

Η επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα τον Φεβρουάριο 1972 κράτησε μία εβδομάδα, ώστε να μεγιστοποιηθεί η δημοσιότητά της και ο αντίκτυπός της στη διεθνή πολιτική. Στις συναντήσεις του Μάο με τον Αμερικανό πρόεδρο οι δύο ηγέτες αστειεύονταν για την παλιά έχθρα τους. Την ουσία πάντως την τόνισε ο Νίξον, λέγοντας στον Μάο: «Πρέπει, για παράδειγμα, να αναρωτηθούμε –εντός της αιθούσης πάντα– γιατί οι Σοβιετικοί έχουν περισσότερες δυνάμεις στα σύνορα απέναντί σας από ό,τι έχουν στα σύνορα απέναντι από τη Δυτική Ευρώπη;».
Το άνοιγμα του Μάο προς τις ΗΠΑ έβγαλε την Κίνα από την απομόνωση και δρομολόγησε μακροπρόθεσμα την ένταξή της στο ανοικτό διεθνές οικονομικό σύστημα. Πιο άμεσα λειτούργησε ως εργαλείο για την εξισορρόπηση της σοβιετικής ισχύος, που συνέχιζε να ανησυχεί τον Μάο και τον Τσου Ενλάι το 1973.

Οι σινοσοβιετικοί ανταγωνισμοί θα συνεχίζονταν και θα κορυφώνονταν στο παγκόσμιο δράμα της Ινδοκίνας με μια σειρά γεγονότων που στιγμάτησαν και δίχασαν για πάντα το σοσιαλιστικό μπλοκ παγκοσμίως. Την εισβολή πρωτίστως του προσφάτως ενοποιημένου Βιετνάμ στην Καμπότζη το 1978 (μετά την μεγάλη ήττα των ΗΠΑ στο λεγόμενο πόλεμο του Βιετναμ) την ανατροπή του καθεστωτος Πολ Ποτ και των αποκαλύψεων του Βιετναμέζικου στρατού ότι οι δυναμεις των Ερυθρών Χμερ προέβησαν σε μαζικές σφαγές περίπου 1.8000.000 με 2.000.000 ανθρώπων στην Καμπότζη για να ακολουθήσει η εισβολή της Κίνας στο Βιετναμ ένα χρόνο αργότερα η οποία όμως δεν κατέληξε σε μετωπικό και χρονοβόρο πόλεμο. Το γεγονός ωστόσο είναι ότι το Βιετναμ διατήρησε την κατοχή του στην Καμπότζη για μια δεκαετία με κυβερνησεις της αρεσκείαα του ενώ τα απομεινάρια των Ερυθρών Χμερ επιδόθηκαν σε έναν εμφύλιο εναντίον των διορισμενων κυβερνήσεων και κατοχικών στρατευμάτων με τη βοήθεια και την αρρωγή του Ρήγκαν και της Θάτσερ ( όπως καταγγέλεται έκτοτε).

Τα ιστορικά αυτά γεγονότα είναι χρήσιμα γιατί μπορούν να μας προσφέρουν μια σειρά από εξαιρετικά χρήσιμα συμπεράσματα:

1) Στη διαμάχη ΕΣΣΔ-Κίνας και οι δυο πλευρές χρησιμοποίησαν η μια εναντιον της άλλης την κατηγορία της προδοσίας των κομμουνιστικών-επαναστατικών ιδανικών, της δυτικής επιρροής και συνεργασίας με τον αμερικανικό παράγοντα και της στροφής σε ιμπεριαλιστικούς τακτικισμούς και πολιτικές. Αυτό σημαίνει είτε ότι μια από τις δυο είχε δίκιο ή και οι δύο εκτός αν είχαν και οι δύο άδικο και ψεύδονταν. Αυτό δε μπορεί παρά να προκαλεί καμπανάκι συναγερμού καθε φορά που ακούμε κομμουνιστές να αποδίδουν τέτοιες κατηγορίες σε άλλους. Το πιο πιθανό είναι ότι απλώς κρύβεται από πίσω κάποιος πολιτικός ανταγωνισμός και ότι πρόκειται πιθανότατα για τη λεγόμενη προδοτολογία.

2) Το ότι η Κίνα στήριξε την σταδιακή της προσέγγιση με τις ΗΠΑ σε μια αυξανόμενη πολεμική με τις ΕΣΣΔ που οφειλόταν μεταξύ άλλων και στην υπεράσπιση της πολιτικής παρακαταθήκης του Σταλιν ως παγκόσμιο ηγέτη του Διεθνοϋς Προλεταριάτου , παρακαταθήκη την οποία οι ΕΣΣΔ δια μέσω της ρεβιζιονιστικής τους ηγεσίας είχαν υποτίθεται αποκηρύξει προχωρώντας στην αποσταλινοποίηση. Έτσι παρατηρούμε ότι η πιο θεαματική γεωπολιτική στροφή που ειχε γίνει ποτέ ως τότε ίσως, ιδεολογικά πάτησε πάνω στην υπεράσπιση της πιο συνεπούς κομμουνιστικής παράδοσης. Κάτι που καθόλου εντύπωση δεν πρέπει να προκαλεί δεδομένου του τι γεωπολοτικές στροφές και μέτωπα είχαν συντελεστεί τις προηγούμενες δεκαετίες και ιδίως προ και κατά τη διάρκεια του ΒΠΠ.

3) Στο ότι ο κόσμος καταρχάς δεν υπήρξε ποτέ αυστηρά διπολικός ούτε και στην λεγόμενη σκληρή εποχη του Ψυχρού Πολέμου κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα απο το γεγονός ότι δύο από τις μεγαλύτερες εκπροσώπους του αντι-ιμπεριαλιστικού μπλοκ παρά λίγο να έρθουν σε πυρηνική σύγκρουση μεταξύ τους.

4)Ότι στο θέμα των καταπιεσμένων εθνικών μειονοτήτων το αντι-ιμπεριαλιστικό μπλοκ τηρεί με συνέπεια αλα καρτ θέση και στάση στηρίζοντας ή καταδικαζοντας αποκλειστικά με όρους στενών εθνικών και γεωπολιτικών συμφερόντων και όχι βάση πάγιων και διαχρονικών πολιτικών αξιών κι αυτό φαίνεται από το ότι η Κίνα εφάρμοζε τακτικές Ισραηλ απέναντι στους μουσουλμάνους Ουιγούρους τους οποίους στήριζαν οι ΕΣΣΔ στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά ενώ τις ίδιες πολιτικες ακριβώς εφάρμοζαν και οι ΕΣΣΔ σε όλες τις εθνικες και θρησκευτικές μειονοτητες στο εσωτερικό ή τα σύνορα της με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους Τσετσένους.

5) Στο ότι εκατομύρια πιστών υπηκόων και απο τις δυο πλευρές , εκατομύρια πιστών κομμουνιστών,που θεωρούσαν τους άλλους εκατομύρια πιστούς κομμουνιστές προδότες, ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν σε μια αλληλοσφαγή πιθανόν χωρίς προηγούμενο στον κόσμο επειδή κάποια πλευρά από τις δυο ίσως δεν ήταν τόσο πολύ κομμουνιστική.

Πρόκειται αν μη τι άλλο για υλικό που γεννάει άφθονο προβληματισμό.

Πηγές:
1)https://el.m.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%8D%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B7_(1969)

2)http://www.kathimerini.gr/831523/article/epikairothta/kosmos/h-sinosovietikh-rh3h

3)http://pandiera.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CF%81/

4) https://www.e-dromos.gr/to-vathos-tou-ouranou-einai-panta-kokkino/amp/

5)https://clioturbata.com/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82/ussr-and-china/

6)http://resistance69.blogspot.com/2011/09/blog-post_04.html?m=1

7)https://state2parastatescam.blogspot.com/2018/03/h-k-m-n.html?m=1

8)http://sfyrodrepano.blogspot.com/2013/07/blog-post_21.html?m=1

9)https://parapoda.wordpress.com/tag/%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CF%84%CE%BD%CE%AC%CE%BC-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CF%80%CF%8C%CF%84%CE%B6%CE%B7-1978/

10)https://orizondas.blogspot.com/2015/05/blog-post_16.html?m=1

11)http://www.katiousa.gr/istoria/anodos-kai-ptosi-ton-kokkinon-chmer/

12)http://leninreloaded.blogspot.com/2014/07/blog-post_4103.html?m=1

Posted in Uncategorized | Comments Off on Σύγκρουση Γιγάντων μέσα σε ένα ανέκαθεν πολυπολικό περιβάλον

Η φρίκη της διπλανής πόρτας

Μερικές από τις πιο συγκλονιστικές φωτό του 20ου αιώνα που αφορούν στη φρίκη και τα εγκλήματα του πολέμου έχουν να κάνουν με παιδιά . Παιδιά νεκρά, παιδιά αδυνατισμένα από την πείνα ή ταλαιπωρημένα από φριχτές κακουχίες. Παιδιά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή παιδιά με τουμπανιασμένες κοιλιές στην Αφρική. Από τότε που ο φακός μπήκε στη ζωή μας η φρίκη απαθανατίζεται και φτάνει στα δικά μας μάτια από χίλιες διαφορετικές γωνιές του κόσμου. Για να σοκαριστούμε. Για να συγκλονιστούμε. Για να ενδιαφερθούμε. Ή εστω απλώς για ένα πούλιτζερ. Για λίγα φύλα παραπάνω . Για κάποια αύξηση των πωλήσεων. Μερικές φορές ωστόσο έπιασε. Ποιος δε θυμάται την περιβόητη φωτογραφία με το κοριτσάκι στο Βιετνάμ να τρεχει γυμνό και τρομαγμένο μετά το βομβαρδισμό του χωριού του απο αμερικανικές ναπαλμ; Έγινε το σύμβολο του αντιπολεμικού αισθήματος μιας ολόκληρης εποχής. Ποιος ή ποιά έχει μείνει ασυγκίνητος/η με φωτογραφίες από υποσιτισμένα παιδιά στην Αφρική ή παιδιά σκλάβους σε εργοστάσια της Ασίας; μήπως σε ολες αυτές τις περιπτώσεις οι φωτογραφίες είχαν την οποιαδήποτε συναίνεση των παιδιών; μήπως το κοριτσάκι στο Βιετναμ ρωτήθηκε πριν τραβηχτεί φωτογραφία και γίνει παγκοσμίως γνωστό ;
Ασφαλώς ένα θέμα είναι η χυδαία εκμετάλευση του ανθρώπινου πόνου και πένθους. Ένα άλλο όμως ειναι -και πρέπει να παραδεχτούμε- πως στην πραγματικότητα το σοκ αυτή τη φορά είναι πολλαπλάσιο και έχει να κάνει με το γεγονός ότι η καταστροφή αφορά τη δική μας κοινωνική πραγματικότητα. Όχι κάποιο μακρινό Βιετναμ ή Αφρική ή Ασία αλλά ένα προάστιο μια ανάσα δίπλα απο την πορτα μας . Το πραγματικό σοκ είναι ότι τέτοιες καταστροφές είναι λιγότερο φρικτές όταν είναι μακριά μας. Περισσότερο εξωτικές. Για αυτό και οι φωτογραφίες που κυκλοφορούν είναι απλές μαρτυρίες της φρίκης. Ενώ τώρα είναι μαρτυρίες ότι η φρίκη ξέρει που μένουμε και μπορεί να έρθει στη γειτονιά μας. Στην πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι δε μπορούμε να διαχειριστούμε αυτήν την πολύ απλη και ωμή διαπίστωση. Συν του ότι τόσες μέρες η εξοικοίωση με τα θύματα στους δέκτες των κάθε λογής οθονών μας , μας έκαναν να τα αισθάνομαστε πιο δικα μας. Και η εικόνα της κατάληξης τους μας συντρίβει επειδή νιώθουμε πως τα γνωρίζαμε.
Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να απενοχοποιηθεί κάθε είδους επικοινωνιακή διαχείρηση των πτωμάτων (μικρών και μεγάλων) και να γενικευτεί ο κανιβαλισμός χωρίς κριτήρια. Απλά ας προβληματιστούμε τι είναι αυτό που πραγματικά μας ενοχλεί τόσο πολύ . Ίσως αν είμαστε ειλικρινείς νιώσουμε άβολα με το τελικό συμπέρασμα.

Posted in Uncategorized | Comments Off on Η φρίκη της διπλανής πόρτας

Μετά την καταστροφή τι;

 

Ακομά μια φορά αντικρίζουμε την καταστροφή. Τον πύρινο όλεθρο που κατάπιε ολόκληρες περιοχές. Δεκάδες θύματα , εκατοντάδες τραυματίες αμέτρητα νεκρά ζώα, κρανίου τόπος… Και σαν απολογισμός μια κυνική διαπίστωση για ακόμα μια φορά. Χιλιάδες εξοχικά ( ή και μόνιμες κατοικίες) κτίστηκαν σε παραθαλάσσιες δασώδεις εκτάσεις των περιχώρων αττικής με την κλασσικη νεοελληνική πονηριά μονοπώλησης των παραλιών. Γιατί αν μόνο εσύ έχεις είσοδο στην παραλία σου είσαι “παίχτης” , μάγκας , μετράς στο χρηματήστηριο των νέων κοινωνικών αξιών. Ολόκληρες ακτές είναι αποκομμενές από τους δρόμους και με πρόσβαση μόνο από σπίτια , βίλες και πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών. Λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστικές , μεσοαστικές και μεγαλοαστικές κατοικίες μονοπωλούν παραλίες γιατί αυτή είναι η επιτομή της νεοελληνικής μαγκιάς του χτίζω εξοχικό πάνω στο κύμα. Πριβέ παραλίες, πριβέ προβλητούλες , πριβέ εξεδρούλες πανω στα βράχια. Γιατί έτσι . Γιατί το αντίθετο ειναι κύρηγμα μιζέριας, γκρίνιας και κακομοιριάς εκείνων που ζηλεύουν. Όμως σε περίπτωση φωτιάς ο καθένας μπορεί να αποκοπεί. Οποιοσδήποτε χωρις πρόσβαση, χωρίς συγκεκριμένο κλειδί σε συγκεκριμένες πορτες και μάντρες που οδηγούν στη θάλασσα. Πόρτες και μάντρες κτισμάτων που οικοδομήθηκαν κι αυτά στην πλειοψηφεία τους πάνω σε εκτάσεις καμμένων. Σε συνοικισμούς εκτός σχεδίου . Που οι δρόμοι ίσα ίσα ήταν για την επικοινωνία των σπιτιών μεταξύ τους , άντε και με τον περιφερειακό στην καλύτερη.

Ένας ατελείωτος εγκληματικός φαύλος κύκλος που σήμερα σοκάρει λόγω της εκατόμβης των νεκρών.
Δεν είναι μόνο ο άνεμος λοιπόν ή τα καιρικά φαινόμενα . Είναι κυρίως η επικράτηση κοινωνικών αξιών στο κοινωνικό πεδίο. Της διάχυτης υποτίμησης του φυσικού πλούτου , της απαξίωσης της άγριας ζωής και της αντίληψης ότι αυτή υφίσταται για τέρψη των εχόντων “οικόπεδων με θέα” . Μακάρι να ήταν μόνο οι πλούσιοι. Μακάρι να ήταν μόνο τα μεγαλοεπενδυτικά σχέδια διάνοιξης δρόμων , εξόρυξης ορυκτών, εγκατάστασης ανεμογεννητριών ή οικοδόμησης ξενοδοχείων και καζίνο. Τότε θα ήταν πιο εύκολο. Θα ήταν πιο καθαρές οι ευθύνες, πιο “ταξικό” το έγκλημα. Δυστυχώς είναι πιο σύνθετο . Πιο περίπλοκο. Και πιο άβολο. Πιο άβολο γιατί η σύγκρουση με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες σε νεκρό χρόνο σημαίνει ανάληψη του πολιτικού ρίσκου να γίνεις κοινωνικά αντιπαθής.
Η αναπαραγωγή της φράσης επίσης “δεν υπαρχει κράτος” που ακούγεται συχνά δεν είναι τιποτα άλλο από αντανάκλαση της διάχυτης εξάρτησης από τον κρατικό μηχανισμό που είναι υπεύθυνο να σε σώσει ακόμα και αν γίνει ή Αποκάλυψη. Μια αντίληψη που εν μέρει υποκρύπτει την πυρηνική πεποίθεση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Πρόκειται για την πιο απροκάλυπτη αποθέωση του πιο αλαζονικού ανθρωποκεντρισμού . Ταυτόχρονα είναι και μια τραγική ειρωνία όταν το “που είναι το κράτος” έρχεται να ακουστεί σε ένα περιβάλλον που επικρατεί η χυδαία εξατομίκευση, η πλήρης αδιαφορία για αξίες που πάνε πέρα από την επίδειξη νεοπλουτισμού, η απαξίωση των συλλογικών κεκτημένων καθώς και η κάθετη ή οριζόντια διαφθορά και διαπλοκή με πρόσωπα και υπηρεσίες του κράτους.
Μακάρι να γίνει αυτή η νέα καταστροφή πέρα από αφορμή πένθους και επίδειξης εθελοντισμού και κοινωνικής αλληλεγγύης ( που πρέπει να ειπωθεί ότι είναι ανέλπιστα συγκινητική) και αφορμή προβληματισμού. Βαθύ προβληματισμού γύρω από την ποιότητα και την ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών. Γιατί από τις προηγούμενες μεγάλες καταστροφές το μόνο που έμεινε ήταν δυστυχώς περισσότερα αυθαίρετα.

Posted in Uncategorized | Comments Off on Μετά την καταστροφή τι;

Δε χρειάζεται να είναι όλοι φασίστες

 

Μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου πολέμου όλος ο κόσμος , συνολικά η παγκόσμια κοινή γνώμη στράφηκε στις δίκες και τις διώξεις ανθρώπων που υπηρξαν κομμάτι του ναζιστικού μηχανισμού. Όλοι περίμεναν να δουν τέρατα, διεστραμμένους και ψυχοπαθείς αιμοσταγείς ανθρώπους, φανατισμένους σαδιστές, κτήνη χωρίς καμία υποτυπώδη ενσυναίσθηση. Η συλλογική αντίληψη ήταν ότι δε θα μπορούσε να έχει συμβεί ότι συνέβη από κοινούς , απλούς καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Από ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι οι γείτονες που σου έλεγαν χαμογελαστά καλημέρα κάθε πρωί , από συγγενείς που σου έφερναν δώρα στις γιορτές, από κάποιο παλιό αγαπημένο συμμαθητή, από κάποιο παλιό έρωτα , από κάποιο στοργικό πατερα που φρόντιζε την οικογενεια του , απο κάποιο παιδί που όλοι αγαπούσαν στη γειτονιά.
Και ξαφνικά οι μπαμπούλες εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν απο το πουθενά όλοι αυτοί οι άνθρωποι , απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άνθρωποι υπερβολικά τρομερά τρομακτικά φυσιολογικοί που απλώς έκαναν το καθήκον τους , που απλώς εκτελούσαν εντολές , που απλώς έκαναν τη δουλειά τους . Χιλιάδες άνθρωποι που δήλωναν παραπλανημένοι και αποστασιοποιούνταν από την ναζιστική ιδεολογία . Ξαφνικά ολόκληρη η Γερμανία έγινε ένα έθνος παραπλανημένων ανθρωπών ή απλών ανθρώπων που απλώς έκαναν τη δουλειά τους. Η αίσθηση της ατομικής ηθικής υποχρέωσης χανόταν , η αίσθηση της ατομικής ευσυνειδησίας , της ατομικής ευθύνης χανόταν κάπου ανάμεσα στο πλήθος , ανάμεσα στη μάζα , ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε ένα συλλογικό έγκλημα. Αφού η ευθύνη ισομοιραζόταν σε έναν τόσο μεγάλο πληθυσμό τότε τα άτομα μέσα σε αυτόν έχαναν την ατομική τους υπόσταση ως υπεύθυνα όντα. Έτσι επί μέρους φρικιαστικά εγκλήματα και θηριωδίες δεν είχαν ως φυσικούς αυτουργούς άτομα πλέον αλλά ένα αφαιρετικό συλλογικό υποκείμενο που ” παραπλανήθηκε” .

Αυτό η Χάνα Άρεντ παρακολουθώντας τη δίκη του Άντολφ Αιχμαν (συνταγματάρχης των SS, επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών υποθέσεων της Γκεστάπο και ήταν ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος που οδήγησε σε εξόντωση περίπου 6 εκατομμύρια Εβραίους της Ευρώπης) το περιέγραψε ως Κοινοτυπία του κακού.

Αυτό που εννοούσε η ‘Αρεντ, όταν τη διατύπωνε, ήταν ότι για να διαπραχθούν τερατωδίες δεν χρειάζονται τέρατα και ότι το πρόβλημα το σχετικό με τον Αϊχμαν έγκειτο ακριβώς στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ανώτατων αυθεντιών της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής, αυτός, και μαζί με αυτόν πολυάριθμοι σύντροφοί του που διέπρατταν εγκλήματα, δεν ήταν ούτε ένα τέρας ούτε ένας σαδιστής. Ήταν αντίθετα υπερβολικά, τρομερά, τρομακτικά «φυσιολογικός».
Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωσαν ότι είναι ‘‘φυσιολογικός’’ – ‘‘πιο φυσιολογικός, σε κάθε περίπτωση, από όσο είμαι εγώ ο ίδιος αφότου τον εξέτασα’’, λέγεται ότι αναφώνησε ένας από τους εξεταστές, ενώ ένας άλλος αποκάλυψε ότι το συνολικό ψυχολογικό του προφίλ, η συμπεριφορά του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τον πατέρα και τη μητέρα του, τις αδελφές και τους φίλους ήταν ‘‘όχι μόνον φυσιολογική αλλά και η πιο αγαπητική’’.
Το πρόβλημα με την περίπτωση του Αϊχμαν ήταν ακριβώς το ότι τόσοι άλλοι που είχαν κηλιδωθεί με αυτά τα εγκλήματα ήταν σαν κι αυτόν και δεν ήταν πιο διεστραμμένοι ή σαδιστές από εκείνους που τους εξέτασαν, καθώς ήταν τρομερά, τρομακτικά φυσιολογικοί.

Για αυτό η διαπίστωση ότι δεν είναι φασίστες όσοι κατεβαίνουν στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό , μπορεί μεν να είναι ορθή , από την άλλη δεν είναι καθόλου καθυσηχαστική. Η ιστορία έχει αποδείξει αμέτρητες φορές ότι ποτέ δε χρειάστηκε να υπηρετήσουν όλοι συνειδητά και ιδεολογικά το κακό για να γεμίσουν οι σελλιδες της ιστορίας με αίμα και φρίκη. Αρκεί να έχεις τον κόσμο με το μέρος σου….

Posted in Uncategorized | Comments Off on Δε χρειάζεται να είναι όλοι φασίστες

Η συλλογική ευθύνη ως εργαλειο μικροπολιτικής

Η “παραβατικότητα” μεταξύ των χαμηλότερων οικονομικά στρωμάτων μιας κοινωνίας είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει εν πρώτοις τις δομικές κοινωνικές αντιθέσεις ενός εξουσιαστικού εκμεταλλευτικού συστήματος. Είναι (ή θα όφειλε να είναι) δεδομένο ότι ελλείψει μιας συγκροτημένης συνείδησης που θα αναγνώριζε τη δομική προέλευση και πηγή, αυτών των αντιθέσεων ότι και η παραβατικότητα για την οποία μιλάμε δε θα έχει κριτήρια, δεν θα έχει στόχευση και μπορεί να στρέφεται και ενάντια και σε άλλα ασθενέστερα κομμάτια της κοινωνίας.

Αυτό το είδος της “παραβατικότητας” ή τέλοσπάντων των εγκληματικών συμπεριφορών των από τα κάτω που στρέφονται ενάντια στους από τα κάτω, επιδεινώνεται αναπόφευκτα με τις οποίες μεταναστευτικές ροές που σημειώνονται, που κι αυτές δεν μπορούν να ιδωθούν ξέχωρα από τις διεθνείς ανταγωνιστικές σχέσεις κρατικών μηχανισμών, ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, ανηλεούς εκμετάλλευσης τριτοκοσμικών χωρών κτλ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αλλάζει ο χάρτης της εγκληματικότητας, να δημιουργούνται ολόκληρες ζώνες εντός των αστικών -ή μη- ζωνών όπου υπάρχει αυξημένη παραβατική δραστηριότητα και δράση υποκειμένων που λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένα, απορροφούνται από το κεφάλαιο της μαύρης οικονομίας. Με τη διαφορά ότι στις στατιστικές είναι δυνατόν να εμφανίζονται περισσότεροι “ξένοι” ανάμεσα στους “εγκληματίες”.

Κάθε προπαγάνδα, όσο ακραία και αν είναι, πατάει πάνω σε κάποια πραγματικότητα, μικρότερη ή μεγαλύτερη. Η πιο πάνω πραγματικότητα είναι αυτή η οποία διαμορφώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την προπαγάνδα και την πολιτική ατζέντα της συντηρητικής πολιτικής πτέρυγας. Η αναγκαιότητα της μητροπολιτικής αποστείρωσης, της αστυνομοκρατίας, του δόγματος διαρκούς ελέγχου και επιτήρησης, της πολεοδομικής καταστολής, της μηδενικής ανοχής δεν προκύπτει στο κενό αλλά πατάει ακριβώς πάνω στη λογική αντιμετώπισης του παραβατικού φαινομένου, της προστασίας της δημόσιας ασφάλειας, και του υπέρτατου αγαθού που είναι η προστασία της ιδιοκτησίας και της περιουσίας των πολιτών.

Στην ίδια λογική, η ακόμα πιο συντηρητική πτέρυγα της κυριαρχίας, η ακροδεξιά θα εκμεταλλευτεί το ίδιο ακριβώς κοινωνικό φαινόμενο για να δικαιολογήσει κιόλας τους όρους ύπαρξης της. Τα αφηγήματα τα οποία προέρχονται από αυτήν την πτέρυγα του πολιτικού φάσματος αρνούνται (επίτηδες ή αφελώς, δεν μας αφορά επί της παρούσης) να δουν και να αναλύσουν από πού προκύπτει το συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο και έχουν πάνω-κάτω μία ανάγνωση περί ενός κοινωνικού κορμού και κάποιων παρασίτων, κατακαθιών και αντικοινωνικών στοιχείων που είναι απειλή και πρέπει να εκκαθαριστούν. Σε αυτή την ανάγνωση κυριαρχεί προφανώς η οπτική ότι οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις δεν παίζουν κανέναν ρόλο ή και να παίζουν δεν πρέπει να μας αφορούν γιατί αυτό είναι θολοκουλτουριάρικα πράγματα που μας μπερδεύουν. Με λίγα λόγια όλα τα παραπάνω παρασιτικά και αντικοινωνικά στοιχεία είναι αποκλειστικά “οι επιλογές τους” και έτσι πρέπει να κρίνονται και να αντιμετωπίζονται.

Θα ήταν παράξενο και παράλογο να μην έχει η ακροδεξιά την ίδια αφήγηση και για το μεταναστευτικό ειδικά τη στιγμή που αυτό έρχεται να δημιουργήσει εκρηκτικές συνθήκες, καθώς οι χειρισμοί του συστήματος είναι τέτοιοι ώστε μεγάλα κομμάτια των μεταναστευτικών ροών να μένουν στο περιθώριο, να εγκλωβίζονται σε κέντρα κράτησης ή σε μητροπολιτικές περιοχές στις οποίες αναγκαστικά γκετοποιούνται, κι ελλείψει πολλών άλλων εναλλακτικών θα στραφούν σε ενέργειες που θεωρούνται παραβατικές. Για την ακροδεξιά δεν έχουν σημασία όλα τα παραπάνω αλλά μονάχα το αποτέλεσμα το οποίο είναι οι στατιστικές των αστυνομικών δελτίων που καταγράφουν αυξημένη συμμετοχή του “αλλοδαπού στοιχείου” στην εγκληματικότητα. Οπότε και όπως είναι αναμενόμενο προκειμένου να πάρουν τον κόσμο με το μέρος τους θα σπεύσουν σε σημεία και περιοχές όπου όντως υπάρχει πραγματικό ζήτημα αυξημένης εγκληματικότητας, θα τονίσουν την απουσία και ανικανότητα ή αβουλία του κρατικού μηχανισμού, την οποία και θα αποδώσουν σε σκοτεινές προθέσεις και στη συνέχεια θα επιδοθούν σε λογικές εκκαθαρίσεων, σε συλλογικά πογκρόμ, σε λογική συλλογικής ευθύνης. οι οποίες φυσικά εσωκλείουν 100% αγνό καθαρό ρατσισμό.
Για πάρα πολλά χρόνια ήταν αυτονόητο στους κόλπους του ριζοσπαστικού προοδευτικού χώρου ότι στεκόμαστε ενάντια στους φασίστες και τους ακροδεξιούς στις περιοχές όπου δρουν με αυτό τον τρόπο γιατί συνολικά είμαστε ενάντια στη λογική τέτοιων αντιμετωπίσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζεται ότι υπάρχει πρόβλημα σε μία σειρά περιπτώσεων όπου έχουν δραστηριοποιηθεί ακροδεξιοί θύλακες. Σην κατάληψη του Παλιού Εφετείου για παράδειγμα στο κέντρο της Αθήνας (όπως και στην περιοχή του ευρύτερου κέντρου και ειδικά στον Άγιο Παντελεήμονα), στον άτυπο προσφυγικό καταυλισμό της Πάτρας ή και σε περιοχές που έχουν φτιαχτεί κέντρα κράτησης, υπήρξε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων όντως πρόβλημα. Πρόβλημα με την έννοια ότι υπήρχαν συμμορίες και μαφιόζικα κυκλώματα αποτελούμενα από πρόσφυγες ή μετανάστες, κρούσματα κλοπών, διαρρήξεων, ληστειών, δολοφονιών ή και απόπειρων βιασμών. Ολόκληρες περιοχές στιγματίστηκαν ως κακόφημες και γενικά ένα κομμάτι των τοπικών κοινωνιών, δυσαρεστημένο, απογοητευμένο, εξοργισμένο είδε τους φασίστες ως σωτήρες που επιτέλους θα κάνουν κάτι.

Το πρόβλημα με αυτό το κάτι, είναι ότι πρόκειται για μία κουλτούρα διάχυτου ρατσισμού με πολλές προεκτάσεις και διακλαδώσεις, ο οποίος διαμοιράζει την ευθύνη για την όποια δύσμορφη κοινωνική πραγματικότητα συμβαίνει σε τέτοια σημεία σε όλο το υποκείμενο των μεταναστών. Αν γύρω από μια κατάληψη μεταναστών υπάρχει πρόβλημα τότε πρέπει να εκκενωθεί όλη η κατάληψη βίαια αν χρειαστεί. Αν το ίδιο συμβαίνει γύρω από τον καταυλισμό τότε το ίδιο πράγμα πρέπει να συμβεί κι εκεί. Αν η ίδια κατάσταση παρατηρείται σε περιοχές που έχουν φτιαχτεί κέντρα φιλοξενίας ή κράτησης τότε και πάλι πρέπει να γίνει το ίδιο και ακόμα καλύτερα θα πρέπει να αντιδράσει προληπτικά ο ο κόσμος για να μην δημιουργηθεί καν το πρόβλημα. Εξού και οι διαμαρτυρίες κατοίκων που είναι ενάντια στη δημιουργία κέντρων φιλοξενίας στις περιοχές τους. Συχνά τους ακούμε να λένε το επιχείρημα ότι “δεν είναι ότι είμαστε ρατσιστές αλλά θέλουμε να προστατεύσουμε τις ζωές μας και τις περιουσίες μας”.

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν άδικο. Όντως πολλοί από αυτούς διαμαρτύρονται κάθε φορά σε ανάλογες περιπτώσεις, και που μπορεί να φτάνουν στο σημείο να διαδηλώνουν, να πολιορκούν καταλήψεις ή καταυλισμούς μεταναστών, να προχωρούν σε πογκρόμ κτλ, κτλ όντως δεν είναι ρατσιστές κατά ιδεολογία απλώς δεν τους ενδιαφέρει αν στους 10 ενόχους την πληρώσουν και 100 ή 200 αθώοι. Δεν τους ενδιαφέρει γιατί ζυγίζουν το αποτέλεσμα – την προστασία της ζωής και της περιουσίας τους- πιο πάνω από οτιδήποτε άλλο και σίγουρα πιο πάνω από αριστερές και αναρχικές θολοκουλτούρες που τους μπερδεύουν, όπως το να μην στοχοποιούνται όλοι ανεξαιρέτως λόγω ιδιότητας.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις λιγότερο ή περισσότερο το ανταγωνιστικό κίνημα αντέδρασε, ήρθε σε σύγκρουση με τους φασίστες, ήρθε σε σύγκρουση πάνω από όλα με τη λογική της συλλογικής ευθύνης με το ρατσιστικό δηλητήριο που κρύβεται πίσω από λογικές υπεράσπισης της νομιμότητας, ακόμα και αν χρειάστηκε να έρθει σε αντιπαράθεση με το κοινό αίσθημα των τοπικών κοινοτήτων που αγανακτούσαν για όντως υπαρκτά προβλήματα. Το ότι υπήρχε εγκληματικότητα σε όλες τις περιοχές δεν ήταν ένας μύθος και μια προπαγάνδα των φασιστών αλλά μία δυσάρεστη κοινωνική πραγματικότητα. Απέναντι στα επιχειρήματα των προοδευτικών φωνών πολλές φορές ακουγόταν το αφοπλιστικό “πάρτε τους στο σπίτι σας να δούμε τι θα λέτε”.

Αν τα Εξάρχεια μπορούν να θεωρηθούν με κάποιο τρόπο το ευρύτερο σπίτι μας τότε με όσα συμβαίνουν τελευταία στην περιοχή δεν μπορεί παρά να νιώθουν δικαιωμένοι εκείνοι και εκείνες που προέβαιναν σε παρόμοιες προτροπές.

Είναι γεγονός πως μονάχα με ιδεολογήματα και συνθηματολογία δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα, που δημιουργούνται εξάλλου από δομικές αντιφάσεις της ίδιας της κυριαρχίας. Είναι επίσης γεγονός ότι για πολύ καιρό υπήρχανε αντιλήψεις εντός του ευρύτερου προοδευτικού χώρου που όντως αγιοποιούσαν το μεταναστευτικό υποκείμενο και που όταν υπήρχαν φωνές που έλεγαν ότι η ιδιότητα κάποιου ως μετανάστη ή πρόσφυγα από μόνη της δεν λέει απαραίτητα κάτι, έσκουζαν για υποδόριο ναζισμό και υφέρποντα φασισμό (πχ αντιδράσεις μετά την ανάληψη ευθύνης για την ανατίναξη των γραφείων της Χρυσής Αυγής το 2010). Είναι όμως γεγονός και το ότι όταν επιχειρεί κανείς να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο αποκλειστικά με όρους φιλανθρωπίας, με όρους επαγγελματικής αλληλεγγύης, με όρους βιτρίνας, με όρους χυδαίους και ρηχούς που σίγουρα δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν καμία σχέση με οτιδήποτε ριζοσπαστικό, τότε αργά ή γρήγορα θα ανακυκλωθεί το ίδιο πρόβλημα με αποτέλεσμα η μόνη λύση που θα σου έχει μείνει να είναι αυτή που προωθεί και η ακροδεξιά για να πάρει τον κόσμο με το μέρος της: απόδοση συλλογικής ευθύνης και πογκρόμ.
Βέβαια ότι φέρνει τον κόσμο με το μέρος μας δεν μπορεί παρά να είναι καλό. Έτσι δεν είναι;

Υποτίθεται ότι θα ήμασταν καλύτεροι. Ότι θα είχαμε άλλους τρόπους διαχείρησης τέτοιων ζητημάτων. Αυτό απλώς που αποδεικνύεται (για μια ακόμα φορά) είναι ότι το μόνο που ενδιαφέρει είναι μια κούρσα ανταγωνισμού για την πλειοδοσία σε λογικές “κοινωνικής εξυγίανσης” και όχι μια προοδευτική και ριζοσπαστική αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων.
Αυτό δε μπορεί παρά να δημιουργεί τα εξής εύλογα ερωτήματα: αν η εκκένωση της Αραχώβης 44 ήταν ο πιο σωστός τρόπος να λυθεί το πρόβλημα της όποιας εγκληματικής δραστηριότητας πέριξ αυτής τότε οι προοδευτικές δυνάμεις του κινήματος κάνουν λάθος τόσα χρόνια που εκχωρούν το πεδίο να προβαίνουν σε ανάλογες περιπτώσεις σε παρόμοιες κινήσεις άτομα και ομαδες του ακροδεξιού χώρου; Και ακόμα περισσότερο οι διαμαρτυρίες και οι αντιστάσεις του κινήματος απέναντι σε παρόμοιες κινήσεις από άτομα και ομαδες του ακροδεξιού χώρου στο παρελθόν ξέπλεναν τις μαφίες, το εμπόριο ναρκωτικών και τα κυκλώματα μαστροπείας που ελέγχονταν από μετανάστες; Η κινηματική κατακραυγή του φασιστικού πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας το 2011 που άφησε πίσω του δυο νεκρούς και πάνω απο 100 τραυματίες είχε σκοπό να ξεπλύνει τη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη; Μήπως το λάθος του κινήματος τότε ήταν οτι αντέδρασε σε αυτούς που πήραν την πρωτοβουλία “επιτέλους” να κανουν κάτι αντί να διοργανώσει το ίδιο το κίνημα ταξικό και λαϊκό πογκρόμ ενάντια στον αντικοινωνισμό για να επαναοικειοποιηθεί την Ομόνοια και τα γύρω στενά; Μήπως η αντιπαράθεση των οργανωμένων αντιφασιστών με τις οργανωμένες συμμορίες της Χρυσής Αυγής στον Άγιο Παντελεήμονα ήταν μια αντιπαράθεση “ηλίθιων και πανιλήθιων” μπροστα στην οποία οι “έξυπνοι και πανέξυπνοι” όφειλαν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις και όχι μια σύγκρουση πάνω από όλα ενάντια σε συγκεκριμένες λογικές διαχείρησης κοινωνικών προβλημάτων; Γιατί θεωρούμε αυτομάτως φασίστες η ρατσιστές όσους κατοίκους διαμαρτυρονται για την εγκληματικότητα των “ξένων” σε περιοχές εκτός Εξαρχείων ; Αυτοί οι κάτοικοι δεν έχουν ψυχή ,μόνο των Εξαρχείων οι κάτοικοι έχουν; Είναι τελικά τα παραβατικά υποκείμενα του κοινωνικού περιθωρίου -και- αποτέλεσμα των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων του ευρύτερου περιβάλλοντος τους ή είναι αποκλειστικά οι επιλογές τους ; Μόνο όταν λες πως οι αδιάφοροι για την κοινωνική αδικία μικροαστοί και νοικοκυραίοι είναι οι επιλογές τους αναπαράγεις επιχειρήματα θατσερικής και φιλελεύθερης κοπής; Όταν αναφέρεσαι σε “κατακάθια” και “αντικοινωνικά στοιχεία” τότε όλα κομπλέ;
Και τέλοσπάντων τι λύση δόθηκε απο το κίνημα σε αυτές τις περιοχές που αντιμετωπίζουν τέτοια εγκληματικότητα ; Εξαφάνισε τις μαφιες και τα παράνομα κυκλώματα που ελέγχουν μετανάστες από τον Άγιο Παντελεήμονα ; Γιατί από ότι φαίνεται μάλλον, απαραίτητη προυπόθεση για να αναλάβει πρωτοβουλίες το κίνημα απέναντι σε λογικές συλλογικής ευθύνης είναι να λύσει πρώτα ως δια μαγείας το εκάστοτε κοινωνικό πρόβλημα προκύπτει και μετά να αντιδράσει αλλίως ξεπλένει το πρόβλημα.

Ας σοβαρευτούμε. Αν κάτι βγαίνει σαν συμπέρασμα μέσα από τα γεγονότα στην Αραχώβης 44 που στην τελική δεν ειναι καθόλου ξεκομμένα από λογικές “κοινωνικής καθαρότητας” αλλα ίσα ίσα αποτελούν το κερασάκι στην τούρτα μιας ολόκληρης κουλτούρας επιβολής της “δικτατορίας του αγώνα” ακόμα και με αντι-εξουσιαστικό ή αμεσοδημοκρατικό μανδύα είναι ότι απλώς προστέθηκε ακόμα μια ατζέντα που ευννοεί τον ανταγωνισμό για την ηγεμονία, τον έλεγχο, το κουμάντο κατα τα κοινώς λεγόμενα στην πολύπαθη γειτονιά των Εξαρχείων κι αυτή δεν είναι άλλη απο το μεταναστευτικό φυσικά.
Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς μια υπενθύμηση ότι η πολιτική είναι η τέχνη του να κάνεις αυτά που καταδικάζεις παρουσιάζοντας ότι κάνεις κάτι τελείως διαφορετικό.

Posted in κειμενα | Comments Off on Η συλλογική ευθύνη ως εργαλειο μικροπολιτικής