Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ και ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟ

Αλίκη: “Πως μπορείς να δώσεις τόσο διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που χρησιμοποιείς;”
Humpty Dumpty: “Το ερώτημα είναι ποιος είναι ο κυρίαρχος… αυτό είναι όλο”.
Lewis Carroll
(Η Αλίκη μέσα στον καθρέπτη)

Στη προηγούμενη θεματική ενότητα (Η μάχη των εννοιών: Η κοινωνία) επιχειρήθηκε μια εξέταση της ιστορικότητας της έννοιας κοινωνίας μέσα από της προσέγγιση που της προσδίδουν διαφορετικές θεωρητικές και πολιτικές φιλοσοφίες καθώς και η εργαλειακή της χρήση ως έννοιας-σημείου αναφοράς, από διαφορετικού τύπου πολιτικές ρητορικές. Τέλος επιχειρήθηκε μια κριτική ανάλυση της έννοιας μέσα από μια προσέγγιση που αντιλαμβάνεται την “κοινωνία” ως ένα περιβάλλον με συγκεκριμένες μεν ισορροπίες και συσχετισμούς, αλλά διαφορετικές ενδεχομένως στο χώρο και το χρόνο κάθε φορά, και συνεπώς μια έννοια που το μόνο πάγιο και σταθερό της χαρακτηριστικό είναι πως αναφέρεται στη συγκρότηση μιας συλλογικής συνύπαρξης ανθρώπων, χωρίς να προκύπτει πως οι όροι κάθε τέτοιας συγκρότησης είναι οπωσδήποτε είτε θετικοί είτε αρνητικοί. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα θα επιχειρηθεί να προσεγγιστεί πιο διεξοδικά το εννοιολογικό σχήμα της αντίθεσης κοινωνικό και αντικοινωνικό, σε μια ακόμη προσπάθεια κατανόησης του εδάφους από το οποίο μιλάει (ένα κομμάτι τουλάχιστον) της αντικοινωνικής τάσης της Αναρχίας.

I) Αναπαραστάσεις, νοήματα και σημασίες

“Παιχνίδι με τις λέξεις, θα πουν κάποιοι. Βυζαντινολογίες…
Οι λέξεις, όμως, δεν είναι απλά πυροτεχνήματα, είναι κομμάτι της ιστορικής ύλης και της ιστορικής διαδικασίας. “Το να τις εγκαταλείψεις στους σφετεριστές τους, να επινοήσεις νέες λέξεις ή να χρησιμοποιήσεις άλλες λέξεις εξαιτίας της δυσκολίας να ανακτήσεις τις αληθινές, ιστορικές λέξεις, σημαίνει να εγκαταλείπεις το πεδίο στον εχθρό. Είναι μια θεωρητική παραχώρηση που δεν μπορούμε να ανεχθούμε. Το να κάνουμε μια τέτοια παραχώρηση θα σήμαινε μόνο το να συμβάλουμε στη σύγχυση, σε μια σύγχυση που, εν μέρει, σχηματίζει βάση της κατεστημένης τάξης. Η εκ μέρους μας αντιστροφή της προοπτικής, αντιθέτως, προχωρεί στη διαύγαση των ίδιων των όρων της σύγχυσης.”
halastor.blogspot 20/03/2008

Οι κοινωνικές σχέσεις αρθρώνονται μέσα σε ένα διαρκή αγώνα για ηγεμονία. Στον αγώνα αυτό, αναπτύσσονται διαφορετικές δυνάμεις και σημασίες από τις οποίες κάποιες ηγεμονεύουν και συναρθρώνουν το αντίστοιχο νόημα, ενώ άλλες δεν επικρατούν και εξαρθρώνονται. Έτσι η συνάρθρωση του λόγου που εκφράζει κάθε φορά κάποιο νόημα, εμφανίζεται ως συνέπεια αυτής ακριβώς της σύγκρουσης και του πολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε υπαρκτές δυνάμεις που διεκδικούν να επικρατήσουν στην πάλη για το νόημα. Ταυτόχρονα αυτή η σύγκρουση και η αντιπαράθεση είναι που διαμορφώνει, όχι μόνο το πλαίσιο των υφιστάμενων κοινωνικών συσχετισμών στο επίπεδο των σημασιών (στο ποιες καταφέρνουν δηλαδή να ηγεμονεύσουν συναρθρώνοντας το νόημα που φέρουν, και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται) αλλά και σε ποιες πραγματικές κοινωνικές δυναμικές επιβάλουν με υλικό τρόπο την κυριαρχία τους εντός μιας κοινωνίας, διαμορφώνοντας ευνοϊκές για αυτές ισορροπίες και καταλαμβάνοντας περισσότερο χώρο εντός του κοινωνικού πεδίο. Είναι σε τελική ανάλυση οι ρυθμιστές για το τι μπορεί να θεωρείται κοινωνικό ή αντικοινωνικό μέσα σε κάθε κοινωνία.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα διαφορετικά γεγονότα έχουν ταράξει βίαια την καθημερινότητα μας (δολοφονίες Ζακ Κώστοπουλου, Ελένης Τοπαλούδη, Αγγελικής Πέτρου, βουλγάρας συζύγου ηλικειωμένου πρώην στρατιωτικού, Petrit Ziffle, 13χρονου κοριτσιού Ρομά στην Άμφισσα, νεαρού Ρομά στην Κόρινθο και άλλες) και έχουν αποδείξει ότι ο κόσμος και το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε δεν είναι σε καμία περίπτωση ενιαίο, τουναντίον υφίστανται διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, πολλές φορές αντιθετικές, σε βαθμό ρηξιακό και συγκρουσιακό μεταξύ τους.

Αυτή η μη ενιαιότητα του κόσμου γύρω μας και της κοινωνίας που μας περιβάλλει, δε φαίνεται μονάχα από τα γεγονότα αυτά κάθε αυτά, αλλά και από τον αντίχτυπο που επέφεραν, την κοινωνική πόλωση που προκάλεσαν και το ποιες ατζέντες αναδείχτηκαν στο δημόσιο διάλογο με την αντίστοιχη μάλιστα ένταση. Οι οπτικές που κατατέθηκαν, οι αφηγήσεις που συγκρούστηκαν, η φόρτιση που υπήρξε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε κάθε μια ξεχωριστά, είναι σε θέση να καταδείξουν, με έναν αρκετά αποκαλυπτικό τρόπο μάλιστα, αν συμπυκνώνουν μια γενικότερη αντιπαράθεση αξιών, ιδεολογιών, σχέσεων, ή αν πρόκειται για τυχαία, αποσπασματικά γεγονότα χωρίς καμιά ευρύτερη κοινωνική αλληλεπίδραση. Σαν να λέμε τυχαία συμβάντα στο χώρο και το χρόνο, κάτι σαν ατυχήματα, χωρίς καμιά περαιτέρω σύνδεση με τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες εξελίχθηκαν. Είναι όμως έτσι;

Μια εμβάθυνση στους όρους της δημόσιας αντιπαράθεσης πάνω στα γεγονότα που αναφέρθηκαν είναι δυνατόν να μας αποκαλύψει ποιες σημασίες κατορθώνουν να ηγεμονεύσουν και να συναρθρωθούν ως κυρίαρχα νοήματα και ποιες υποχωρούν και εξαρθρώνονται. Κατά συνέπεια μπορούμε να αντιληφθούμε αντίστοιχα και ποιες υφέρπουσες αξίες καταλαμβάνουν περισσότερο κοινωνικό χώρο και ποιες λιγότερο, άρα σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε όντως για μεμονωμένα και αποσπασματικά γεγονότα ή για ακραίες εκφάνσεις μιας, κατά τα άλλα, διάχυτης κοινωνικής κανονικότητας, και κατά συνέπεια ποιες πρακτικές/νοοτροπίες/συμπεριφορές θεωρούνται κυρίαρχες και πιο αποδεκτές (επομένως κοινωνικές) και ποιες περιθωριακές και αποκλίνουσες (επομένως αντικοινωνικές).

Στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου για παράδειγμα έχουμε τη σύγκρουση δυο βασικών αφηγήσεων (που υπερισχύουν της σύγκρουσης άλλων). Από τη μια πλευρά έχουμε τη ρητορική που μιλά για αυτοδικία, υπεράσπιση της ιδιοκτησίας (ακόμα και επί της υπόνοιας κλοπής) με τη χρήση βίας (ακόμα και δολοφονικής αν χρειαστεί), η οποία εκφράζεται ιδιαιτέρως επιθετικά, ωμά, κυνικά και που διεκδικεί να εμφανίζεται ως κυρίαρχη άποψη στο κοινωνικό πεδίο (ότι έχει την κοινωνική πλειοψηφεία με το μέρος της δηλαδή). Η ρητορική αυτή βρήκε την έκφραση της σε μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακόμα και από τον θεωρούμενο mainstream δημοσιογραφικό κόσμο, ενώ βρήκε τεράστια απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο πυρήνας της ενοχοποιούσε την ίδια την παρουσία του Ζακ στο κοσμηματοπωλείο, όπου και λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου, είτε γιατί δήθεν είχε σκοπό να κλέψει (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ), είτε γιατί οπλοφορούσε (κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ) , είτε τέλος γιατί ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κάτι που επίσης δεν αποδείχτηκε ποτέ). Συνέχισε δε να εκφράζεται με τον ίδιο κυνικό τρόπο καλλιεργώντας ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η υπεράσπιση της ιδιοκτησίας παραβλέπει την ωμή βία ενός λιντσαρίσματος σε έναν αβοήθητο άνθρωπο, την θεσμική κατάχρηση βίας της αστυνομίας που ξυλοκόπησε και συνέλαβε έναν λυπόθυμο τραυματία, την προκλητική αναλγησία του προσωπικού του ΕΚΑΒ που ανέλαβε τη μεταφορά ενός τραυματία σε κρίσιμη κατάσταση δεμένου με χειροπέδες, με ότι μακάβριο συνειρμό μπορεί να γεννηθεί από το γεγονός ότι το προσωπικό του νοσοκομείου τον παρέλαβε νεκρό.

Από την άλλη έχουμε μια ρητορική που δειλά, απολογητικά, σχεδόν ενοχικά, προσπαθεί να θέσει το επίδικο της αξίας της ανθρώπινης ζωής στο όνομα κάποιων συμβατικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και μιας απροσδιόριστης υπεροχής του νομικού πολιτισμού έναντι στη βαρβαρότητα της αυτοδικίας. Αυτή η ρητορική, αδύναμη μπροστά στην συντριπτική υπεροχή της πρώτης, προσπαθεί να βρει σημεία, στα οποία να μη χρειαστεί να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την επικρατούσα νομιμοφροσύνη. Έτσι πασχίζει να καταρρίψει το σενάριο της κλοπής ή της χρήσης ναρκωτικών, για να μετατοπιστεί η ατζέντα στο απαράδεκτο λιντσάρισμα ενός αθώου, αποδεχόμενη τους διαμορφωμένους κοινωνικούς συσχετισμούς που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ηθική υπεράσπιση ενός κλέφτη ή εν δυνάμει ληστή, ακόμα και τοξικό-εξαρτημένου, σε μια πολύπαθη περιοχή σαν αυτή των στενών γύρω από την Ομόνοια.

Την ίδια τύπου σύγκρουση διακρίνουμε και σε κάποιες από τις άλλες περιπτώσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα. Τόσο η περίπτωση του οξύθυμου έλληνα κρεοπώλη που πυροβόλησε με καραμπίνα εναντίον συγκεντρωμένου πλήθους Ρομά με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένα 13χρονο κορίτσι Ρομά στην Άμφισσα όσο και η περίπτωση του Έλληνα κατοίκου στην Κόρινθο που πυροβόλησε και σκότωσε έναν ακόμα νεαρό Ρομά που φέρεται να επιχείρησε να κλέψει δυο κότες από την αυλή του (και ο οποίος μάλιστα επιχείρησε να κρύψει το πτώμα σε ένα λατομείο) άνοιξαν το ίδιο debate περί δικαιώματος της υπεράσπισης της ιδιοκτησίας ακόμα και με φονική βία από τη μία και περί αξίας της ανθρώπινης ζωής από την άλλη. Ο ντόπιος χασάπης στο χωριό της Άμφισσας, συχνό θύμα της παραβατικότητας των Ρομά, πνιγόταν από το δίκιο του και στην πρώτη αντιπαράθεση με κάποιους από αυτούς για άσχετο λόγο, βούτηξε μια καραμπίνα και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως και ακολούθως μετά τον θάνατο του άτυχου κοριτσιού το οποίο αποκεφαλίστηκε από τα πυρά εξαφανίστηκε για να γλυτώσει τυχόν αντίποινα και εμφανίστηκε μόνο όταν μπορούσε να παραδοθεί στις αρχές με ασφάλεια. Αντίστοιχα ο κάτοικος Κορίνθου αντιλαμβανόμενος ότι γίνεται θύμα κλοπής αργά το βράδυ, εξήλθε ένοπλος εκ της οικείας του και άρχισε να πυροβολεί στο ψαχνό. Και στις δυο περιπτώσεις η τοπική κοινωνία έδειξε τη συμπαράσταση της στους δύο δράστες, ενώ επιχειρήθηκε να αντιστραφούν οι ρόλοι θύτη-θύματος με τους δύο δολοφόνους να εμφανίζονται από επιφανή μέλη των κοινοτήτων τους, ως άτυχα θύματα που η κακιά η ώρα, το δίκιο και η αγανάκτηση όπλισε όπλισε το χέρι τους. Αντίστοιχη ήταν και η μιντιακή διαχείρηση του θέματος με ένα πλήθος δημοσιογράφων, που κατά τα άλλα είναι εύγλωττοι κατήγοροι κατά της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, να θέτουν γενικότερο ζήτημα εγκληματικότητας των Ρομά, καλώντας ειδικούς σε πάνελ και εκπομπές ώστε να θέσουν και ένα επιστημονικό κύρος στο διάχυτο ρατσιστικό λόγο κατά των ρομά, να μιλήσουν για το πόσο κινδυνεύουν οι τοπικές κοινωνίες και οι φιλήσυχοι πολίτες από την δράση επίκίνδυνων κυκλωμάτων και πόσο ανύπαρκτη είναι η οργανωμένη πολιτεία και η αστυνομία με αποτέλεσμα οι καημένοι κάτοικοι να αναγκάζονται να παίρνουν τα όπλα για να προστατευτούν. Το ίδιο κλίμα επικράτησε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα πληκτρολόγια να παίρνουν φωτιά κατά των τσιγγάνων εγκληματιών που τρομοκρατούν τους τοπικούς πληθυσμούς και βασανίζουν την ελληνική κοινωνία με την απροθυμία τους να ενσωματωθούν, κάτι που είναι εξ΄ολοκλήρου δικη τους επιλογή. Το ίδιο μοτίβο βλέπουμε να επαναλαμβάνεται και με την επιθετικότητα σε εκείνες τις απόψεις που τολμούν να εκφράσουν ένα εύρος προοδευτικών προβληματισμών και ανησυχιών σχετικά με την επικινδυνότητα της κοινωνικής νομιμοποίησης τέτοιου τύπου βίας, προβληματισμοί και ανησυχίες οι οποίοι σημειωτέον προέρχονται από το ίδιο το ιδεολογικό background που τάσσεται κατά της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας, επειδή “στις οργανωμένες δημοκρατικές κοινωνίες η βία δε μπορεί να είναι λύση”. Η επιθετικότητα μάλιστα ενάντια στο εύρος αυτών των απόψεων που αποτελούν την ιδεολογική προμετωπίδα κατά του πολιτικού εξτρεμισμού, είναι τόσο έντονη, δυναμική και αφοριστική που καταλήγει να κατηγορεί ότι επιχείρηματα τέτοιου είδους είναι ξέπλυμα εγκληματικών συμπεριφορών με προοδευτική προβιά.

Αντίστοιχα στις πρόσφατες περιπτώσεις γυναικοκτονιών, που συγκλόνισαν υποτίθεται την κοινή γνώμη, παρατηρούνται δύο κατηγορίες debate: από τη μια σχόλια που επιτίθενται στα θύματα (η άπλυτη που ήθελε να παντρευτεί λάθρο, το ξεκολακι που πήγαινε γυρεύοντας για παρτούζες, η βουλγάρα γυναίκα-αράχνη που ήθελε να φάει τα λεφτά του τίμιου συνταξιούχου στρατιωτικού ) ενώ ταυτόχρονα εξαπολύεται μια πολεμική σε όσες φωνές προσπαθούν να συνδέσουν τα περιστατικά μεταξύ τους και να σπάσουν την αφήγηση περί ακραίων μεμονωμένων περιστατικών. Παράλληλα η δολοφονία του μετανάστη εργάτη γης από Έλληνα ακροδεξιό επειδή τόλμησε να διαφωνήσει δημόσια επί εθνικών θεμάτων σε επαρχιακό καφενείο, αντιμετώπιζεται ως ένα τυχαίο γεγονός μιας καθημερινής διένεξης επαρχιωτών, θάβεται σαν θέμα και δεν απασχολεί καν.

Όλες όμως αυτές οι περιπτώσεις αντανακλούν κάτι παραπάνω, κάτι βαθύτερο. Τα περιστατικά δολοφονικών αυτοδικιών στο όνομα της ιδιοκτησίας αυξάνονται ολοένα και περισσότερο. Αν σε όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω προσθέσουμε την περίπτωση ηλικιωμένου στη Βόρειο Ελλάδα που πυροβόλησε εναντίον διαρρήκτη σκοτώνοντας τον, καθώς και έτερου ηλικιωμένου στη Μυτιλήνη που πυροβόλησε εναντίον παιδιών μεταναστών που επιχείρησαν να μπουν στην αυλή του, καθώς και το πως και αυτές οι περιπτώσεις εισήχθησαν στο δημόσιο διάλογο με κοινά μοτίβα με τις προηγούμενες, θα διαπιστώσουμε πως παρατηρείται ένας αυξανόμενος μικροαστικός ριζοσπαστισμός. Ολοένα και περισσότερα κοινωνικά κομμάτια φαίνονται διατεθειμένα να αυτοδικήσουν (ή να υποστηρίξουν την αυτοδικία) ενάντια στους μικρό-κακοποιούς και τους φτωχό-διαβόλους που απειλούν την μικρό-ιδιοκτησία τους, την ίδια στιγμή που δεν προβάλουν την παραμικρή αντίσταση στις τραπεζικές κατασχέσεις, τις μειώσεις ή και διακοπές προνοιακών επιδομάτων και μισθών, κάτι που αν μη τι άλλο δείχνει πόσο γειωμένη είναι η μικροαστική ιδεολογία περί προστασίας της ιδιοκτησίας εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος. Επομένως τα γεγονότα αυτά προφανώς και αντανακλούν μια δομική κοινωνική σχέση, μια διάχυτη κοινωνική ιδεολογία και την υπεράσπιση της και δε μπορούν ούτε να εκληφθούν ως μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ως η ακραία έκφανση του μικροαστικού ριζοσπαστισμού και της επιταχυνόμενης συντηρητικοποίησης περισσότερων κοινωνικών κομματιών.

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις των προαναφερθέντων γυναικοκτονιών θα δούμε πως δεν είναι ξεκομμένες περιπτώσεις βίας αλλά αποτελούν επίσης την ακραία έκφανση μιας γενικευμένης κακοποιητικής συμπεριφοράς με χαρακτηριστικά έμφυλης βίας που υπάγονται στην επικράτηση διάχυτων νοοτροπιών (όπως η κουλτούρα του βιασμού) και στην κοινωνική υπερδομή της πατριαρχίας. Από την άλλη η δολοφονία του Αλβανού εργάτη από Έλληνα εθνικιστή για μια διαφωνία σε ένα εθνικό θέμα, αλλά κυρίως η ευκολία με την οποία αποσοβήθηκε το θέμα και δεν αναδείχτηκε ούτε καν από την τοπική κοινότητα, αποδεικνύει πόσο δομικά χτισμένος είναι ο ρατσισμός στην κοινωνία της υπαίθρου, όπου οι μετανάστες είναι καλοί μόνο για να δουλεύουν σαν σκλάβοι στα χωράφια των ντόπιων αλλά όχι για να αντιμιλούν δημοσίως επί εθνικών θεμάτων που δεν τους αφορούν, ειδικά σε μια συγκυρία που διακυβεύονται τα εθνικά μας συμφέροντα.

Αν κάτι αναδεικνύουν τα παραπάνω παραδείγματα, αν είμαστε αρκετά γενναίοι στην ανάγνωση των συνθηκών και στην αποτίμηση του ποιες αφηγήσεις κυριαρχούν και ποια νοήματα κατορθώνουν να συναρθρωθούν με ηγεμονικούς όρους, θα δούμε πως στο εύρος του κοινωνικού τοποθετούνται οι πρακτικές που υπερασπίζονται την ιδιοκτησία, την πατριαρχική επιβολή και το πατριωτικό αίσθημα. Αντίθετα στο εύρος του αντικοινωνικού υπάγονται de facto όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έρχονται (συνειδητά ή όχι) σε ρήξη με τις κυρίαρχες και επιβεβλημένες κανονικότητες. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση έτσι και εδώ γίνεται σαφές πως το κοινωνικό είναι άμεσα συνυφασμένο με το κανονικό, ενώ το αντικοινωνικό με το περιθωριακό, την εξαίρεση, την αποκλίνουσα συμπεριφορά. Και το είναι κανονικό και τι απόκλιση διαμορφώνεται βάση γενικότερων συσχετισμών που προκύπτουν από τον αδιάκοπο κοινωνικό ανταγωνισμό μέσα σε έτσι κι αλλιώς ετερόκλητα κοινωνικά περιβάλλοντα. Δεν προκύπτει από πουθενά λοιπόν μια de jur υπεράσπιση του κοινωνικού ως κάτι το θετικό ή ως κάτι γενικά το προοδευτικό. Είναι απλώς κάτι εύηχο στο αυτιά της πλειοψηφίας.

II) Ο λόγος της κυριαρχίας και ο κοινωνικός ανταγωνισμός

“Ο κοινωνικός πόλεμος προκαλώντας το αίσθημα της βίας μπορεί να εξαφανίσει τα πρόστυχα ένστικτα έναντι στα οποία η επίκληση της ηθικής θα ήταν ανίσχυρη”.
Geogres Sorel

O κοινωνικός ανταγωνισμός λοιπόν δεν είναι μονάχα η αναμέτρηση υλικών δυνάμεων, των κυρίαρχων από την μία και των ανατρεπτικών από την άλλη. Όπως αναλύθηκε και πιο πάνω είναι ένας ολόκληρος πόλεμος για την ηγεμονία των σημασιών και των νοημάτων. Εν αρχή ήν ο λόγος, και ο λόγος είναι αυτός που δίνει νόημα στα πάντα, που δίνει κίνητρα στους ανθρώπους, κίνητρα να μάχονται την κυριαρχία ή κίνητρα να την υπερασπίζονται. Ο λόγος δεν είναι κάτι άυλο που πλανάται στον αέρα αλλά μια πλήρως υλική δύναμη που σπρώχνει τους ανθρώπους να δέχονται στην πλάτη το μαστίγιο, να γίνονται τροφή στα κανόνια, να σκοτώνουν και να διαπράττουν φρικαλεότητες, να αποδέχονται τη χρήση όπλων μαζικής καταστροφής από την κυβέρνηση τους ή να λειτουργούν κρεματόρια μαζικού αφανισμού μειονοτήτων δίπλα από το σπίτι τους. Ο λόγος είναι δύναμη και όποιος τον ελέγχει, ελέγχει πληθυσμούς, ελέγχει την ίδια την ιστορία.

Ο λόγος λοιπόν της κυριαρχίας, έχει καταφέρει να συναρθρωθεί όχι μόνο σε ένα σύνολο νοημάτων που κυριαρχούν, αλλά να καταστεί και μια επικρατούσα ιδεολογία με γείωση στην κοινωνική πλειοψηφεία, κάτι που βρίσκει την υλική του αποτύπωση και στην ποιότητα των διαμορφωμένων κοινωνικών σχέσεων. Ακόμα περισσότερο καταφέρνει να φτιάξει και να διαδοσει το δικό του κυρίαρχο πολιτισμό, τη δικιά του κυρίαρχη κουλτούρα και κατά αυτόν τον τρόπο να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων και των συνηθειών τους, με τρόπο που να αποτελεί την έκφραση της πολιτιστικής παράδοσης του καιρού μας, αυτο που κωδικά ονομάζουμε Πνεύμα Εποχής. Για να μην αερολογούμε ακατάσχετα, ο καπιταλισμός της πρωτοκοσμικής δύσης έχει καταφέρει να κατακτήσει την πλειοψηφεία του κοινωνικού χώρου σε συντριπτικό επίπεδο. Οι διαφορές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις δεν ήταν ποτέ, μονάχα και αποκλειστικά, ως προς τη θέση των υποκειμένων στη διαδικασία της παραγωγής, αλλά ήταν και διαφορές κοινωνικές. Κάθε τάξη είχε το δικό της ξεχωριστό πολιτισμικό, πολιτιστικο και κοινωνικό υπόβαθρο, είχε κατά μία έννοια μια δική της πραγματικότητα, κάτι που η επικράτηση της Μαζικής κουλτούρας έχει ισοπεδώσει με αποτέλεσμα ο κοινωνικός χώρος να μοιάζει όλο και πιο ενιαίος, όλο και πιο κομφορμιστικός. Η δυνατότητα δε του καπιταλισμού να αφομειώνει διαρκώς νέες πολιτισμικές και πολιτιστικές προτάσεις που εμφανιζονται ως αντικομφορμιστικές στο κοινωνικό γίγνεσθαι, του δίνουν τη δυνατότητα να καταφερνει να ισχυροποιείται ακριβώς μέσα από “ρεύματα” που αμφισβητούν το “παλιό”.

Κάθε εμφάνιση λοιπόν ενός ριζοσπαστικού λόγου που θα αμφισβητεί δομικά πτυχές ή και το σύνολου του κόσμου γύρω μας, έρχεται σε ρήξη με το κυρίαρχο κοινωνικό φαντασιακό, επομένως είναι ένας λόγος de facto αντι-κοινωνικός, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Και ένα ριζοσπαστικό κίνημα που τολμά να έρχεται αξιακά σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες αξίες, είναι de facto ένα αντί-κοινωνικό κίνημα.

Το αναρχικό κίνημα έρχεται σε ρήξη με τις αξίες του καπιταλιστικού-εξουσιαστικού συμπλέγματος. Αμφισβητεί μία μία όλες τις δομικές κοινωνικές σχέσεις, ιδεολογίες, πρότυπα, νοοτροπίες, και προβαίνει στην παραγωγή λόγου και δράσης που στον πυρήνα τους στέκονται απέναντι σε μία δύναμη που κυριαρχεί στο κοινωνικό πεδίο. Είναι αναπόφευκτο οι πρακτικές λοιπόν τις οποίες θα υιοθετεί να είναι apriori αντίθετες με την κοινωνική πλειοψηφεία.

Για παράδειγμα ας πάρουμε το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Η ιδιοκτησία είναι κυρίαρχη κοινωνική αξία, και ως τέτοια καταλαμβάνει τέραστιο κοινωνικό χώρο. Η κοινωνική πλειοψηφία όχι απλά την αποδεχεται και την εγκρίνει αλλά πολύ περισσότερο τη φετιχοποιεί. Ο κοινωνικός προγραμματισμός εγγράφει στις συνειδήσεις μας από την πιο τρυφερή ηλικία, διαμέσω των ανθρώπων που μας μεγαλώνουν και υποθετικά μας αγαπούν πιο πολύ από τον καθένα, ότι η ιδιοκτησία είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Για αυτό πρέπει να μαθητέψουμε, να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε , για να μπορούμε να έχουμε ιδιοκτησία, διότι αυτό μετράει στην κοινωνία μας. Άρα κάθε πρακτική που αντιτίθεται στην αξία της ιδιοκτησίας θα είναι εξ’ ορισμού μια πρακτική αντι-κοινωνική. Οι καταλήψεις στέγης, οι απαλλοτροιώσεις προϊόντων από καταστήματα και σούπερ μάρκετ, οι ληστείες τραπεζών, είναι πρακτικές που στοχεύουν στον πυρήνα της ιδιοκτησίας. Επιπλέον καθότι παράνομες πράξεις επιτίθενται και στην αξία της νομιμότητας, μια αξία που επίσης καταλαμβάνει σημαντικό κοινωνικό χώρο. Είναι de facto αντι-κοινωνικές πρακτικές επομένως.

Κατ’ επέκταση οι ριζοσπαστικές πρακτικές και ο λόγος που τις συνοδεύει είναι εξίσου ρηξιακές με άλλες κοινωνικές αξίες. Για να το πούμε απλά, στον κοινωνικό χώρο κυριαρχούν η αποδοχή των δημοκρατικών αξιών, της αναγκαιότητας του κράτους και των οργανωμένων θεσμών του, η αξία της ιδιοκτησίας και του επιχειρείν, η πατριαρχική κουλτούρα, το πατριωτικο φρόνημα, ένας υποδόριος κοινωνικός ρατσισμός που σημειώνει εξάρσεις και υφέσεις, η λατρεία του χρήματος και της επιτυχημένης ζωής, ο καταναλωτισμός, το γκλάμουρ της μαζικής κουλτούρας. Ακόμα παρά το γεγονός ότι η ίδια η νομιμοφροσύνη είναι δυνατή αξία μέσα στο κοινωνικό πεδίο παρουσιάζεται η κραυγαλέα αντίφαση της μεγάλης διασποράς της διαφθοράς μέσα στην κοινωνική βάση. Την ίδια στιγμή δηλαδή που ένα σώμα νοικοκυραίων μπορεί να ωρίεται για τις καταλήψεις που αποτελούν εστιες ανομίας, την ίδια στιγμή θεωρουν πλήρως αποδεκτό το να υπάρχουν καταπατήσεις σε δασικές εκτάσεις, αυθαίρετα εξοχικά και ολόκληροι οικισμοί εκτός σχεδίου πόλης που κόβουν την πρόσβαση στη θάλασσα.

Όλα τα παραπάνω καταλαμβάνουν με πλειοψηφικούς όρους τον κοινωνικό χώρο και προσπαθούν να εξορίσουν εντελώς μάλιστα οτιδήποτε αντιστέκεται. Έτσι κάθε πολιτική πρόταση αντίθετη στις κυρίαρχες χαρακτηρίζεται απολίτικη, περιθωριακή, αντικοινωνική. Ο λόγος της κυριαρχίας προσπαθεί να χτυπήσει τον κόσμο που αγωνίζεται, για διαφορετικές από τις επιβεβλημένες αξίες, στην πιο ευαίσθητη χορδή του. Έτσι οι καταλήψεις στέγης είναι αντικοινωνικές ως εστίες ανομίας, οι απαλλοτροιώσεις και οι ληστείες αντικοινωνικές γιατί στρεφονται κατά εννόμων αγαθών, οι συγκρούσεις με την αστυνομία, οι βανδαλισμοί και οι εμπρησμοί αντικοινωνικές πρακτικές γιατί διασαλεύουν την δημόσια τάξη, την κοινωνική ειρήνη και προσβάλλουν το κοινωνικό σύνολο, ενώ η ένοπλη βία είναι τρομοκρατία με αντικοινωνικό χαρακτήρα καθώς προσβάλει την καρδιά του πολιτεύματος, τη Δημοκρατία και τρομοκρατεί τον πληθυσμό.

Η διαρκής προπαγάνδα της κυριαρχίας απέναντι στο εύρος των ριζοσπαστικών πρακτικών έχει δύο στόχους: αφενός την συσπείρωση της κοινωνικής βάσης γύρω από τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες οι οποίες απειλούνται, και από την άλλη την ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων και συλλογικοτήτων που προσπαθούν να έχουν μέσω της πολιτικής τους δράσης μια κάποια κοινωνική διείσδυση.

Η αντι-κοινωνική τάση της Αναρχίας λοιπόν επιχείρησε να συγκρουστεί μετωπικά με αυτήν ακριβώς την κυρίαρχη προπαγάνδα που αποσκοπεί στην ψυχολογική καταστολή των αγωνιστών, μια καταστολή στην οποία διαφορετικές πλευρές του κινήματος απαντούν διαφορετικά. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει κόσμος που νιώθει ψυχολογικά την ανάγκη να πιστεύει ότι υπάρχουν άλλοι συσχετισμοί στο κοινωνικό πεδίο, επομένως βλέπει αντεστραμένες τις κοινωνικές ισορροπίες και πιστεύει αυθαίρετα ότι ο κόσμος επικροτεί τις πρακτικές του κινήματος όπως καταλήψεις, απαλλοτροιώσεις σούπερ μάρκετ, ή ακόμα και ένοπλες ενέργειες. Ενσωματώνει αυτήν την πεποίθεση στον πολιτικό λόγο και χαρακτηρίζει ελιτίστικες όσες άλλες φωνές προχωρούν σε μια άλλη ανάγνωση. Στο φαντασιακό αυτού του κόσμου οι καταπιεσμένοι καταλαβαίνουν ενδόμυχα ότι υπάρχουν κάποιες κακές αντικοινωνικές δυνάμεις που τους καταδυναστεύουν και χαίρονται όταν συμβαίνει κάποια ανατρεπτική ενέργεια. Από την άλλη υπάρχει κόσμος που βλέπει και διακρίνει τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές αλλά θεωρεί ότι για λόγους τακτικής και πολιτικής σκοπιμότητας η δική μας προπαγάνδα δεν θα πρέπει να το προβάλει, ούτε να μιλάει για αυτό, αντίθετα να εμφανίζουμε ότι οι δικές μας αξίες και πρακτικές, έχουν κοινωνικη νομιμοποίηση (έχουν τον κόσμο με το μέρος τους). Η λογική αυτή έχει ανάγκη να χρησιμοποιεί ως προγανδιστικό εργαλείο μια συνάρτηση του δίκαιου του αγώνα με την κοινωνική νομιμοποίηση που αυτός έχει. Όσο μεγαλύτερη η νομιμοποίηση, όσο πιο μαζική η κοινωνική αποδοχή, τόσο πιο δίκαιος και επιβεβλημένος ένας αγώνας. Όσο λιγότερο κοινωνική νομιμοποίηση και αποδοχή έχει κάτι τόσο περισσότερο απομακρύνεται απο το εύρος του δίκαιου. Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτό το σχήμα πάσχει. Πάσχει γιατί καταλήγει να ταυτίζει το μαζικό με το δίκαιο, και να θεωρεί πως οτιδήποτε καταφέρνει να αποσπάσει ευρεία κοινωνική αποδοχή δε μπορεί παρά να είναι κάτι καλό. Επειδή κάπως με κάποιο μεταφυσικό τρόπο ο λαός, η κοινωνία ξέρουν πάντα ποιο είναι το δίκιο τους. Έτσι κακά πράγματα σαν τον φασισμό τον εθνικισμό κτλ δεν μπορούν ποτέ να αποκτήσουν απήχηση στις μάζες γιατί ακριβώς είναι άδικα και κακά. Η επίκληση βέβαια της κοινωνικής νομιμοποίησης για την απόδωση του ηθικού πλεονεκτήματος σε μια ιδεολογία ειναι ένα παιγνίδι που ξέρουν να το παίζουν, και το παίζουν, όλες οι πλευρές, με νικητή σε αυτό το παιγνίδι σαφέστατα την Κυριαρχία που φυσικά εχει συντριπτική κοινωνική νομιμοποίηση. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια άλλη αντιμετωπιση, η οποία αν και διακρίνει τις πραγματικές ισορροπίες και συσχετισμούς στο κοινωνικό περιβάλλον, θεωρεί ότι η πολιτική δράση και λόγος πρέπει να προσαρμόζονται στο τι μπορεί να γίνεται κοινωνικά αποδεκτό ανά συγκυρία, ακριβώς επειδή η κυριαρχία έχει κατορθώσει να αποσπάσει μαζική κοινωνική αποδοχή. Έτσι σωστή πολιτική δράση θεωρείται εκείνη που κατορθώνει να πετυχαίνει τη μέγιστη κοινωνική διείσδυση. Αυτή η τελευταία λογική καταλήγει να βαφτίζει κοινωνικό οτιδήποτε (σύμφωνα με τα δικα της αυθαίρετα κριτήρια) πετυχαίνει κοινωνική διείσδυση (η λεγόμενη κοινωνική απεύθυνση, και αντικοινωνικό (πάλι με τα δικά της αυθαίρετα κριτηρια) οτιδήποτε δεν πετυχαίνει κάτι τέτοιο.

Οι εκφραστές των παραπάνω λογικών δεν αποτελούν σαφώς κάποιο ενιαίο μέτωπο, ίσα ίσα που παραμένουν πολυδιασπασμένοι, πολύ συχνά σημειώνονται κόντρες και μεταξύ τους για το τι έχει ή τι δεν έχει κοινωνική νομιμοποίηση, τι είναι και τι δεν είναι εξωστρεφές, τι κερδίζει και τι δεν κερδίζει κόσμο. Κάποτε θεωρούταν ότι συνολικά οι ενέργειες άμεσης δράσης, οι συγκρούσεις με την αστυνομια στις διαδηλώσεις, οι νυχτερινοί εμπρησμοί τραπεζών, τα εξαρχειακά “μπάχαλα” και τα καγκελάκια , δεν έχουν κοινωνική νομιμοποίηση, δεν γίνονται κατανοητά και αποδεκτά από την κοινωνική βάση, και επομένως έχουν αντικοινωνικό χαρακτήρα και ο κόσμος του αγώνα θα έπρεπε να κρατά απόσταση και να αποφεύγει τέτοιες πρακτικές. Μια απο τις σημαντικότερες διαφωνίες γύρω από τον ένοπλο αγώνα αφορά το ίδιο debate, δηλαδή αν καταφερνουν τα αντάρτικα χτυπήματα να έχουν μια ευρεία κοινωνική απεύθυνση η αν λόγω της βιαιότητας που επιστρατεύουν “στρέφουν τον κόσμο εναντίον μας” . Παρόμοιες κριτικές έχουν φτάσει στο παρελθόν να ακούγονται βάση του ίδιου σκεπτικού ακόμα και για καταλήψεις στέγης. Το σκεπτικό αυτής της κριτικής εμφανίζει τις καταλήψεις ως πρακτικές μη κατανοητές απο το κοινωνικό σώμα, οι οποίες μας εγκλωβίζουν σε έναν αυτοαναφορικό φαύλο κύκλο: υπεράσπιση καταληψεων, κρατική καταστολή, συλληφθέντες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες καταληψίες, αλληλεγγύη στους συλληφθέντες αλληλέγγυους κτλ. Ένας δήθεν αυτοαναφορικός φαύλος κύκλος δράσεων που υποτίθεται είναι απομακρυσμένος από το κοινωνικό και αφορά εμάς κι εμάς.

Η αντικοινωνική τάση λοιπόν επιχείρησε να απομακρυνθεί από αυτές τις λογικές. Επιχειρησε να αποσυνδέσει την ριζοσπαστική πολιτική δράση και λόγο από την εγκλωβιστική συνάρτηση που τη θέλει να προσαρμόζεται στην κοινωνική συμπάθεια που μπορεί να προκαλέσει. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το σκεπτικό ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός είναι μια μάχη για να κερδίσουν έδαφος μέσα στο κοινωνικό πεδίο οι δικές μας αξίες, τα δικά μας προτάγματα και προτάσεις, ο δικός μας πολιτισμός και κουλτούρα, η δική μας πρόταση για την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων. Και αυτή η μάχη δε μπορεί να διεξαχθεί με όρους ευγενείας, με όρους λαϊκισμού και οπισθοχώρησης από δράσεις και προτάγματα που θεωρούνται “υπερ-ριζοσπαστικά”, αλλά ακριβώς μέσα από την μετωπική σύγκρουση με κάθε κυρίαρχη αξία, με τη νομιμοφροσύνη, την ηθική της εργασίας, τον πατριωτισμό, την πατριαρχική κουλτούρα. Αλλά ακόμα περισσότερο μια μάχη με γενικευμένες κοινωνικές συμπεριφορές με μεγάλη ηθική απαξία, όπως ο διάχυτος κοινωνικός κανιβαλισμός, η κοινωνική αδιαφορία και απάθεια, η μαζική αποδοχή της πολιτισμικής και πολιτιστικης σαπίλας που κυοφορεί ο σύγχρονος πολιτισμός.

Αυτού του τύπου η πρόσληψη του κοινωνικού ανταγωνισμού δεν εγκλωβίζεται σε λογικές του “να πάρουμε τον κόσμο με το μέρος μας”. Η ριζοσπαστική πολιτική δράση δεν κάνει χατήρια ούτε ζητά χάρες. Αυτός είναι ο τρόπος άσκησης της αστικής πολιτικής, που καλλιεργεί πελατειακές σχέσεις και οδηγεί στην ενσωμάτωση. Εξάλου το να μιλάς διαρκώς στο όνομα του Λαού και της Κοινωνίας και να νομίζεις ότι αυτά που κάνεις μιλούν στη λαϊκή ψυχή ή στην καρδιά της κοινωνίας, δεν καθιστά τη δράση σου πιο πετυχημένη από άποψη κοινωνικής διείσδυσης. Μπορείς κάλιστα να παραμένεις μια ατομικότητα ή συλλογικότητα ή οργάνωση με την ψευδαίσθηση ότι έχει συντριπτική κοινωνική απεύθυνση τη στιγμή που η γενικότερη κοινωνική σου αλληλεπιδραση μπορεί να είναι σχεδόν μηδενική, και η δράση σου να θεωρείται εξίσου εχθρική (ή γραφική στην καλύτερη) με τη δράση εκείνων που αυτοαποκαλουνται αντικοινωνικοί, και οι μεταξύ σας διαφωνίες και εσωτερικές ίντριγκες και διαμάχες να είναι σημαντικές μόνο για σας, στα πλαίσια του χωρικού σας μικρόκοσμου.

Επιπλέον το σκεπτικό της αντικοινωνικής τάσης εμπεριείχε στον πυρήνα του και μια αντιμετώπιση της ψυχολογικής καταστολής που επιχειρεί η κυρίαρχη προπαγάνδα εναντια σε οτιδήποτε ριζοσπαστικό λαμβάνει χώρα. Γιατί να αισθανόμαστε ενοχές αν οι καταλήψεις μας είναι ενάντια στο κοινό αίσθημα λόγω γενικής αποδοχής της ιδιοκτησίας; Για ποιο λόγο να ντρεπόμαστε; Γιατί να θεωρούμε ότι πρέπει εμείς να ειμαστε σε αμυντική, απολογητική θέση όταν η πολιτική βία οποιασδήποτε έντασης υψώνει το ανάστημα της μπροστά στη νομιμοφροσύνη; Γιατί συνεχώς να σκεφτόμαστε σε κάθε βήμα που έχουμε να κάνουμε αν η “πλατεία του θεάτρου” χειροκροτά ή όχι; Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι τρομερά εγκλωβιστικός, δεσμεύει την πολιτική δράση σε αλυσίδες που την κάνουν να σέρνεται ενώ της στραγγαλίζουν κάθε στοιχείο της ζωτικής δύναμης, αποτρέπει δυναμικές ενέργειες που θα κορυφώσουν την όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και ανοίγει την πόρτα στην αποριζοσπαστικοποίηση των προταγμάτων μας, την εγκατάλειψη πολιτικών ατζεντών που συγκρουόνται με ισχυρές κοινωνικές αξίες, την ολοκληρωτική παράδοση στο λαϊκισμό ως επίσημη πολιτική στρατηγική, τη σύναψη μετώπων ακόμα και με δυνάμεις και παρατάξεις που έχουν υψώσει προ πολλού το λάβαρο της πολιτικής ενσωματωσης και εν τέλει την ίδια την απομάκρυνση από τις αναρχικές αξίες και τη υιοθέτηση δήθεν πιο ώριμων και πολιτικά ρεαλιστικών προτάσεων που “έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία”.

Αντίθετα η αντικοινωνική οπτική αποδεσμεύει την αναρχική δράση από αυτές τις αλυσίδες. Απεμπολεί το ενοχικό και απολογητικό πνεύμα (αυτό που πολλές φορές εκφράζεται σε πορείες, συγκεντρώσεις με την ατάκα “μα εμείς για σας αγωνιζόμαστε”) , αποδέχεται ότι οι πολιτικές δυνάμεις της αναρχίας αποτελούν μια μικρή, μειοψηφική, δυναμικη εντός της κοινωνίας που αντιμάχεται όλα όσα αποτελούν τη συγκρότηση της ίδιας της κοινωνίας, επομένως είναι δυνάμεις αντικοινωνικές που καθόλου δεν πρέπει να ντρέπονται , να αισθάνονται τύψεις και να απολογούνται διαρκώς για αυτό. Εμπεριέχει τη λογική ότι στον κοινωνικό ανταγωνισμό δεν παρακαλάμε ούτε εκλιπαρούμε για να μας χαριστεί κοινωνικό έδαφος , αλλά το καταλαμβάνουμε βίαια εισβάλοντας ορμητικά στον κοινωνικό χώρο με τις αξίες και τα προτάγματα μας διακριτά και ξεκάθαρα. Αντιλαμβάνεται την αναγκαιότητα διασάλευσης της κοινωνικής κανονικότητας σε κάθε πεδίο, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, οπουδήποτε μπορεί να είναι εφικτό. Εξάλου κάθε στρατηγική κινητοποίηση που ενοχλεί το σύστημα αυτό ακριβώς δεν κάνει; Οι απεργίες στα ΜΜΜ, στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στη ΔΕΗ, στον τομέα της καθαριότητας, τα μπλόκα στις εθνικές οδούς από τρακτερ, οι καταλήψεις σχολείων και σχολών ακριβώς σε αυτή τη λογική δεν πατάνε; Στην υιοθέτηση μέσων κοινωνικής παρεμπόδισης που μπλοκάρουν την κανονική λειτουργία της κοινωνικής ζωής, σαμποτάρουν την εύρυθμη κανονικότητα, ταλαιπωρούν τα υπόλοιπα κοινωνικά σύνολα με αποτελέσμα τις συχνές εκδηλώσεις κοινωνικού αυτοματισμού που στρεφονται εναντίον τους; Και μήπως δεν χαρακτηρίζονται από το πολιτικό σύστημα και τα μιντια ως αντικοινωνικές πρακτικές;

Βεβαίως μιλάμε για κοινωνικούς αγώνες, η για κοινωνικά κινήματα, με την έννοια όμως ότι είναι αγώνες και κινήματα εντός της κοινωνίας και όχι αγώνες και κινήματα της κοινωνίας. Οι αγώνες και τα κινήματα μπορεί να είναι κοινωνικά ως κομμάτια του κοινωνικού πολέμου και ανταγωνισμού, αλλα μπορει ταυτόχρονα να έχουν αντι-κοινωνικό χαρακτήρα από τη στιγμή που συγκροτούνται σε μια βάση εχθρική προς την κυρίαρχη ιδεολογία και ηθική, αλλά και τις σχέσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες που επικρατούν στον κοινωνικό χώρο. Ακόμα και η έννοια της κοινωνικής επανάστασης δεν αναφέρεται στην επανάσταση που θα κάνει η κοινωνία αλλά στον κοινωνικό μετασχηματισμό που θα επέλθει όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες μέσα σε ένα περιβάλλον, όταν δηλαδή δυνάμεις που μέχρι πρότινος ήταν περιθωριακές και αντικοινωνικές, κατόρθωσουν μέσω του κοινωνικού ανταγωνισμού να επικρατήσουν και να αλλάξουν τους όρους του κοινωνικού συμβολαίου.

Το ότι το αντι-κοινωνικό πρέπει οπωσδήποτε να έχει αρνητικό πρόσημο δεν προκύπτει από κάποια αντικειμενικότητα. Όταν μιλάμε για αντι-κουλτούρα είναι κατανοητό ότι δεν μιλάμε ενάντια σε κάθε είδους κουλτούρας, δεν προτάσουμε την καταστροφή των τεχνών και των γραμμάτων , ούτε υποστηρίζουμε κάποια σταυροφορία ενάντια σε κάθε καλιτεχνική έκφραση, αλλά ότι υιοθετούμε μια εναλακτική υποκουλτούρα ενάντια στην κυριάρχη. Όταν πάλι μιλάμε για αντι-δομές αναφερόμαστε σε δομές που αντιπροσωπεύουν αντιθετικές αξίες και προτάγματα από αυτά των κυρίαρχων κοινωνικών δομών. Μόνο όταν έρχεται η κουβέντα στο αντικοινωνικό υπάρχει τόση πρεμούρα να καταδειχτεί σώνει και ντε ως κάτι το αρνητικό.

Το χειρότερο από όλα είναι ότι ενώ μετά από μια δεκαετία αντιπαραθεσεων έχει γίνει σαφέστατο από το ποια θέση μιλάει και εκφράζεται η αντικοινωνική τάση, (ή τουλάχιστον κάποια κομμάτια της) εξακολουθεί να καλιεργείται μια σκόπιμη σύγχηση γύρω από αυτήν ταυτόχρονα με μια διαρκή πρόθεση πόλωσης γενικά ενάντια σε “αντικοινωνικές πρακτικές” που μπορεί ανά πάσα στιγμή να είναι οτιδήποτε. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλαίσιο λόγου που διεκδικεί να καταστεί ηγεμονικό, που χρησιμοποιεί αυτή τη συγκεκριμένη πλαισίωση σε κάθε τι που θεωρεί πρόβλημα. Έτσι φέρμες, ντίλια, εξαρχειακά επεισόδια, επιθέσεις σε ΜΜΜ, βιασμοί, καταλήψεις, τσαμπουκάδες παρεών, και γενικά πράγματα εντελώς ασύνδετα μεταξύ τους, μπορούν ανά πάσα στιγμή να ενταχθούν σε εκστρατείες εμφορούμενες από ιστορικές αποστολές και ταξικά καθήκοντα, ανάλογα τη χρονική συγκυρία και τους κινηματικούς συσχετισμούς. Εξάλου δεν είναι δυνατόν να ξεχαστεί ότι για ορισμένες πλευρές του κινήματος η σταυροφορία ενάντια στον “αντικοινωνικό -εσμο”, μια σταυροφορία που κυρήχθηκε με τους πιο κανιβαλικούς και πολικάντικους όρους, εργαλειοποιόντας τους νεκρούς της Μαρφιν το 2010, παραμένει ακόμα μια ανοιχτή υπόθεση.

Η εντρύφηση επομένως στην ουσία της διάκρισης αυτής, και η διαρκής επιμονή στην αποδόμηση της, επικρατούσας μέσα στο κίνημα, εννοιολόγησης του αντιθετικού ζεύγους κοινωνικού- αντικοινωνικού, προκύπτει ότι δεν είναι απλά μια εμμονή ακαδημαϊκού τύπου, ή ένα θεωρητικό κόλλημα. Αντίθετα είναι ένας τρόπος να επεξεργαζόμαστε διαρκώς τους συσχετισμούς γύρω μας, πως διαμορφώνονται, πως εμείς υπάρχουμε και αλληλεπιδρούμε με αυτούς, και κυρίως αν τολμούμε να ερχόμαστε σε σύγκρουση μαζί τους ή αν ενδίδουμε στην ευκολία του λαϊκισμού και της άκρατης λαϊκολογίας. Το πιο σημαντικό όμως είναι να μπορούμε να κατανοήσουμε τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της κυριαρχίας, το πως αυτοί συναρθρώνονται σε αφηγήσεις με τις δικές τους κυρίαρχες σημασίες και νόηματα, τα οποία με τη σειρά τους συναρθρώνονται σε ρητορικές και προπαγανδιστικά σχήματα τα οποία στοχεύουν στην ψυχολογική καταστολή των ριζοσπαστικών υποκειμένων, τον εξαναγκασμό τους σε μια διαρκή αυτολογοκρισία, σε μια διαρκης αποριζοσπαστικοποίηση (η οποία βαφτίζεται μάχη ενάντια στον ελιτισμό), και σε μια οπισθοχώρηση από εξωστρεφείς δράσεις που τολμούν να συγκρουστούν με τη μαζική κουλτούρα και το Πνεύμα της Εποχής μας, επιλογή αν μη τι άλλο τολμηρή και σίγουρα αντι-κοινωνική.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ(2)

Ξεψαχνίζοντας το παρελθόν: μαθητική μπροσούρα του 2006

Η τριετία 2002-2005 αποτελεί μια κρίσημη χρονική περίοδος για την ανάπτυξη του αναρχικού κινήματος τη δεκαετία του 2000, περίοδος με σημαντικές αυξομειωτικές τάσεις στη δυναμική και την εξωστρέφεια των κινηματικών δυνάμεων. Το 2002 σημαδεύεται από τις συγκλονιστικές εξελίξεις της “εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη και του πανηγυρικού ρεβανσισμού του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου (με όλο το όργιο κρατικής τρομοκρατίας και των δεκάδων συλλήψεων, προσαγωγών και στοχοποίησεων που ακολούθησε) και από την αποφασιστικη μετωπική σύγκρουση του κόσμου της αναρχίας με ακριβώς αυτό το κλίμα ζόφου. Στη συνέχεια σημειώνεται μια ανάκαμψη που χαρακτηρίζεται από την αντεπίθεση των ριζοσπαστικών δυνάμεων, ήδη από τις αρχές του 2003, με αφορμή τα μεγάλα και συγκρουσιακά αντιπολεμικά συλλαλητήρια που αντιτίθονταν στην εισβολή των δυτικών δυνάμεων στο Ιράκ (χωρίς να χρειάζεται να εκδηλωθεί κάποια τάση αλληλεγγύης που θα ξέπλενε το Χουσεϊνικό καθεστώς) και μετέπειτα με τη διοργάνωση της αντι-συνόδου ενάντια στη μάζωξη των Ευρωπαίων ηγετών στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, που την χαρακτήρισε η πολιτική επιλογή σπασίματος του κλίματος τρομοκρατίας στην πόλη και του διακηρυγμένου δόγματος μηδενικής ανοχής. Η επόμενη περίοδος θα σημαδευτεί από το μαζικό κίνημα αλληλεγγύης στους 7 αναρχικούς απεργούς πείνας, προφυλακισμένους για τα γεγονότα της αντισυνόδου που απαιτούσαν την απελευθέρωση τους. Η έντονη ριζοσπαστικοποίηση του 2003 θα υποχωρήσει ραγδαία μέσα στο 2004, χρονιά εκλογών και εναλλαγής στην εξουσία της λαϊκοδεξιάς κυβέρνησης της ΝΔ. Το 2004 είναι μια χρονιά με τεράστιο αρνητικό ειδικό βάρος και μεγάλης κινηματικής άμπωτης. Μια χρονιά εθνικής φρενίτιδας που προκαλείται τόσο από την διοργάνωση της Ολυμπιάδας και τον παράλογο παροξυσμό που προκαλεί, όσο και από τη νίκη της Εθνικής ομάδας στο Euro του 2004 στην Πορτογαλία που ανύψωσε την σύγχρονη εθνικοφροσύνη στα ύψη ( προ-άγγελος του εθνικιστικού πογκρόμ εναντίον αλβανών μεταναστών το φθινόπορο της ίδιας χρονιάς). Είναι παράλληλα η χρονιά που περνάμε σε μια εποχή άλλου τύπου μητροπολιτικής καταστολής, με την εγκαινίαση των συστημάτων δημόσιας παρακολούθησης και τις εκατοντάδες κάμερες που άρχιζαν να τοποθετούνται παντού, ενώ το υπουργείο δημοσίας τάξης με την πολιτική εποπτεία του Βουλγαράκη θα εγκαταστούσε μόνιμες διμοιρίες των ΜΑΤ στην πλατεία Εξαρχείων για να προστατεύουν τα έργα που θα ξεκινούσαν για το σταθμό του Μετρό στην περιοχή. Το 2005 το κλίμα αρχίζει να αντιστρέφεται σιγά σιγά. Οι κινηματικές δυνάμεις αρχίζουν να αναδιοργανώνονται. Συγκροτούν ένα μαζικό ανάχωμα στις πολυάριθμες φασιστικές επιθέσεις εκείνης της περιόδου, ένα ανάχωμα που εκδήλωνεται με πολλές μορφές είτε με σποραδικές γειτονικές αντιφασιστικές πορείες, είτε με μαζικές καταδρομικές επιθέσεις στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, είτε με την σύγκρουση με οργανωμένα τάγματα εφόδου στο Πάντειο με αφορμή την ομηρία οπλοφόρου φασίστα που εντοπίστηκε στη σχολή, είτε με τη μαζικότερη αντιφασιστική διαδήλωση εκείνης της εποχής . Παράλληλα οι αναρχικές δυνάμεις εξαπολύουν ένα δυναμικό κύμα σαμποτάζ ενάντια στην κοινωνία ελέγχου και επίτηρησης (με συντονισμένους εμπρησμούς καμερών) , εμποδίζουν την απόπειρα λειτουργίας εργοταξίου στην πλατεία εξαρχείων και απομακρύνουν εν τέλει με απανωτές καταδρομικές επιθέσεις τις διμοιρίες των ΜΑΤ από την πλατεία Εξαρχειων και τα γύρω στενά , σε μια συγκυρία όπου η καταστολή μέσα στην περιοχή ήταν ιδιαίτερα σκληρή και μερικές μόνο μολότοφ μπορούσαν να προκαλέσουν κυνηγητό ως την κορυφή του Λόφου του Στρέφη και πογκρόμ μαζικών προσαγωγών ακόμα και της τάξως των 100 plus ατόμων ( Μάης 2005).

Με φόντο την προηγούμενη τριετία και τις εξελίξεις που την είχαν στιγματίσει, εμφανίζεται ήδη από τις αρχές του 2005 ένας σχηματισμός αναρχικών μαθητών που θα προσπαθήσει – παρά τις εναλλαγές στην σύνθεση του- να διατηρηθεί έως και το 2007. Αυτός ο σχηματισμός, αποτελούμενος από αναρχικούς/ές που στην πλειοψηφία τους ήταν ήδη δραστηριοποιημένοι/ες, έδρασε την επόμενη διετία μέσα στα μέγάλα και μικρά γεγονότα που καθόρισαν την εξέλιξη του αναρχικού κινήματος το επόμενο μισό αυτής της δεκαετίας. Παρά την ετερόκλητη σύνθεση του, και κόντρα στην παράδοση που ήθελε όλες τις αναρχικές μαθητικές ομάδες έως τότε, να γίνονται θυγατρικά παραρτήματα μεγάλων κεντρικών συλλογικοτήτων, ο σχηματισμός αυτός διεκδίκησε και κατάφερε να διατηρήσει την αυτονομία του, πράγμα που ήταν και ένα από τα μεγαλύτερα στοίχηματα που εξαρχής είχε θέσει.
Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, η συγκεκριμένη ομάδα αναρχικών μαθητών έθεσε επιπλέον στοιχήματα επιχειρώντας να αντιμετωπίσει κι άλλες προκλήσεις. Εξαρχής ζητούμενο ήταν η σύνδεση με το μαθητικό υποκείμενο στους δρόμους, κάτι που συνεχώς προκαλούσε την εχθρική αντιμετώπιση της καθοδήγησης του ΚΚΕ που είχε αναλάβει να ποδηγετεί τις μαθητικές κινητοποιήσεις. Η όλη ιδέα για δημιουργία αυτονομημένων σχολικών μπλοκ στις μαθητικές πορείες που διοργάνωνε το ΣΑΣΑ ( Συντονιστικό Αγώνα Σχολείων Αθήνας), ήταν κάτι αδιανόητο για τις δυνάμεις του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ, ενός μηχανισμού εθισμένου στον απόλυτο έλεγχο και χειράγωγηση κάθε είδους κινητοποιήσεων. Παρά τη διαρκής εχθρικότητα ωστόσο οι παρεμβάσεις στις συγκεντρώσεις του ΣΑΣΑ ηταν διαρκής τόσο με την διακίνηση αναρχικού υλικού (τρικάκια, κείμενα, μπροσούρες) όσο και με την προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητων και ακηδεμόνευτων μαθητικών μπλοκ όπου και όποτε αυτό ήταν δυνατό. Οι παρεμβάσεις φυσικά δεν περιορίστηκαν μόνο στις μαθητικές πορείες που καλούνταν από το ΣΑΣΑ. Στόχος ήταν η μεγαλύτερη δυνατή σύνδεση με το υποκείμενο των μαθητών που ασφυκτιούσε στους καθορισμενους ως τότε τρόπους αντίδρασης. Ετσι οι παρεμβάσεις επεκτείνονταν σε αρκετά κατά τόπους σχολεία, που μπορεί να τελούσαν υπό κατάληψη , όπου μοιράζονταν κείμενα και γινόντουσαν απόπειρες ζύμωσης με τους μαθητές. Πάντα με πυρήνα το σκεπτικό ότι τα σχολεια είναι τα θεμέλια του κοινωνικού προγραμματισμού, με σημαντικότερο σύνθημα το “Το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλια του συστήματος” και το ” Μπουρλούτο και φωτιά στα σχολικά κελιά” γινόταν μια απόπειρα επικοινωνίας πιο προωθημένων σκεπτικών και προταγμάτων. Με εμφανής πάντα, τη κριτική στην εκπαιδευτική διαδικασία και την κανονικότητα της, ήταν εξαιρετικά σημαντικό να ξεφύγει η κουβέντα γύρω από τα παραδοσιακά συνδικαλιστικά αιτήματα των μαθητών,  που πολλές φορές φοριούντουσαν καπέλο από αλλού ( έτσι για να φαίνονται τάχα πιο μεγαλίστικα ). Οι συζητήσεις που γίνονταν, αποσκοπούσαν στη διαχυση σκεπτικών που είχαν σχέση με την ομορφιά του απελευθερωμένου χρόνου, το πνεύμα ανταρσίας και ανυπακοής και το σαμποταζ των ίδιων των σχολικών υποδομών ως κομμάτι έκφρασης των αρνήσεων απέναντι στην κανονικοποίηση των ζωών μας, ήδη απο τα πιο τρυφερά μας χρόνια. Έτσι συχνά πυκνά αντικέιμενο των συζητήσεων αυτών έφτανε να είναι η αξία βανδαλισμών εναντια στις σχολικές υποδομές, ειδικά στα γραφεία των καθηγητών και στα αρχεία με τα απουσιολόγια κτλ. σε αντιδιαστολή με τις κομματικές παραινέσεις του ΚΚΕ που προέτασε αγώνες σε ένα πνεύμα περισσότερο προσκοπικό παρά πολιτικό. Η συμβολή της συγκεκριμένης δουλειάς μεταξύ άλλων, είχε μια κάποια αντανάκλαση, τουλάχιστον σε ένα σχολείο του Χολαργού, οπου κατάφερνε να βάζει αναρχικό πλαίσιο κατάληψης την κλασικη περίοδο των κατάληψεων, ( για κάποιες χρονιές της περιόδου εκείνης), να κατεβάζει την ελληνική σημαιά ανεβάζοντας αναρχική , και να κλεινει τις πύλες του σχολείου με κάδους για οδοφράγματα. Πέραν όμως της περίπτωσης αυτής,  η δουλειά στα σχολεία περιελάμβανε διαρκείς παρεμβάσεις με αναγραφές συνθημάτων και πεταγμα τρικακίων με αναρχικά συνθήματα, ειδικά την προηγούμενη πορειών, είτε μαθητικών είτε φοιτητικών. Δεν ήταν λίγες οι φορές επίσης που η συγκεκριμένη ομάδα εμφανίστηκε διακριτά ακόμα και σε εργατικές απεργίες που καλούσαν ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Την περίοδο έναρξης των φοιτητικών κινητοποιήσεων έγιναν κάποιες απόπειρες να δημιουργηθεί κεντρικό συντονιστικο αναρχικών μαθητών, με σκοπό την πιο ευρεία σύνδεση των μαθητικών και φοιτητικών υποκειμένων, οι οποίες ωστόσο δεν ευόδωσαν. Το καλοκαίρι του 2006 και με τις αριστερές παρατάξεις να οδηγούν σε φάση εκτόνωσης το φοιτητικό κίνημα, μια πρωτοβούλια ανένταχτων φοιτητών κατέλαβε την Πρυτανεία στα Προπύλαια με σκοπό να διατηρήσει το πνεύμα και το κλίμα του αγώνα ζωντανό σε μια προσπάθεια καταδειξης μεταξύ άλλων, και το ρόλου των φοιτητικών παρατάξεων μέσα στο κίνημα της εποχής. Η κατάληψη αυτή ενθουσίασε τον κόσμο της συγκεκριμένης αναρχικής ομάδας,  που την στήριξε και ήρθε σε επαφή με συντρόφους/σσες από στέκια σχολών που ασχολούνταν ενεργά με την προσπάθεια δημιουργίας μιας οριζόντιας και απο τα κάτω,  συσπείρωσης φοιτητικών συλλόγων , μακριά από την ποδηγέτηση των αριστερών (κάτι που εν μερει επετέυχθη την επομενη σεζόν). Η γνωριμία και η σύνδεση αυτή υπήρξε μια ζωογόνα διαδικασια ζύμωσης, η οποία  που στο βαθμό που της αναλογούσε και οσο ήταν εφικτό, συνέδεσε διαφορετικές εμπειρίες και ταχύτητες αγώνων. Εκεί επίσης έγιναν γνωριμίες και συναντήσεις με άλλα άτομα που θα ανανέωναν το σχήμα.
Το επόμενο Φθινόπωρο, και παρά την κριτική του στάση απεναντι στο ρόλο των καθηγητών στα σχολεία ως εκφραστών του κοινωνικού προγραμματισμού, το ίδιο σχήμα (που πλέον η σύνθεση του αποτελούνταν πιο πολύ από φοιτητές πλέον), κατέβαινε στις απεργίες των δασκάλων, συμμετείχε στις συντονιστικές επιτροπές της ΔΟΕ , προσπαθώντας να γειώσει και να επικοινωνήσει τις πάγια ριζοσπαστικές θέσεις σχετικά με την εκπαιδευτική διαδικασία, το θεσμικό ρόλο των εκπαιδευτικών αλλά και το ρόλο των συνδικαλιστικών φορέων στην ίδια την απεργία. Το επόμενο διάστημα, διάστημα έντασης του φοιτητικού κινήματος, η παρουσία στις καταλήψεις, τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις ήταν πάντα δεδομένη, πότε πιο διακριτά, πότε πιο άτακτα, αλλά πάντα σε μια μίνιμουμ εσωτερική συνενόηση , και με λόγο που στρεφόταν κλασικά προς την ανάδειξη του θεσμικού ρόλου που εξυπηρετούν τα ανώτατα θεσμικά ιδρύματα. Από τα μέσα του 2007, έπειτα από πολλές διαδοχικές ανασυνθέσεις της ομάδας, που πλέον άρχισε και να απομακρύνεται από τη σύνδεση της με τα σχολεία και το μαθητικό υποκείμενο, ο κόσμος αρχίζει να σπάει και έτσι  να χαλαρώνει ο συνδετικός κρίκος και ο ειδικός χαρακτήρας ύπαρξης της.
Η ανανεωσιμότητα της ομάδας, οι συχνές αποχωρήσεις μελών και οι αφίξεις νέων, βοηθούσαν το σχήμα να ελίσεται και να αναπροσαρμόζεται συνεχώς αλλά στο τέλος είχε απομείνει μόνο ένας πολύ μικρός πυρήνας ατόμων. Ωστόσο αυτό το διάστημα ήταν μια μεγάλη και δυνατή εμπειρία αγώνα που σίγουρα άφησε πολλά διδάγματα πίσω της, διαφορετικά ίσως για τον καθένα. Μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, διαμορφώθηκαν σχέσεις που άλλες ξεθύμαναν γρήγορα, και άλλες υπήρξαν στενές για αρκετά χρόνια. Κάποιοι χάθηκαν οριστικά μεταξύ τους, μεταξύ άλλων όμως σφυρηλατήθηκαν  δυνατές συντροφικές και φιλικές σχέσεις.
Στα χρόνια που ακουλούθησαν, πάρθηκαν διαφορετικοί δρόμοι. Πολλές φορές εκ διαμετρου αντίθετοι. Κάποιοι εγκατέλειψαν τελείως, κάποιοι αποροφήθηκαν αλλού, κάποιοι κατέληξαν στις παρανομίες και τις φυλακές. Σχέσεις δοκιμάστηκαν, συγκρούστηκαν, πέρασαν δια πυρός και σιδήρου,  μέσα από διαδοχικούς ενθουσιασμούς, απογοητεύσεις, ξενερώματα και πίκρες,  αλλά και απόπειρες να ξαναβρεθεί κάπου το νήμα της  αρχικής σύνδεσης. Έστω σε σκληρούς καιρούς, σε σκληρές συνθήκες, με σκληρές τριβές στις σχέσεις… Γιατί πάνω από όλα εκείνα ήταν χρόνια που,  αν μη τι άλλο , κυριαρχούσε έντονα η εφηβική ψευδαίσθηση ότι “ζούμε στην αυθεντική πλευρά της ζωής” , ότι όλα είναι πιθανά και ότι όλα μπορούν να συμβούν , και κυρίως, το πιο αφελές: ότι αυτό το συναίσθημα μπορεί να κρατήσει για πάντα. Ακόμα όμως κι αν η ζωή με την ωμότητα και τον κυνισμό της, ποδοπάτησε αυτές τις αφέλειες , ισως πραγματικά μια τέτοια σύνδεση να μην μπορεί να σβήσει ποτέ της τελείως . Ίσως , κάπου, άγνωστο με ποιο τρόπο και κάτω υπο ποιές συνθήκες, η φλόγα της καταφέρει να ξαναλάμψει. Ίσως και όχι.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, η καταγραφή της ιστορίας, κάτω υπό όποιες συνθήκες είναι σημαντική , γιατι αποτελεί την καύσιμη ύλη που χρειαζονται οι εμπειρίες του μέλλοντος. Έτσι το παραπάνω χρονικό αποτελεί και  κατά κάποιο τρόπο, παρουσίαση του ιστορικού υποβάθρου της συγκεκριμένης  μπροσούρας, καθώς και δείγμα της πολιτικής κατεύθυνσης και προσανατολισμού αυτής  της  αναρχικής μαθητικής ομάδας την εποχή εκείνη.  Στις λιγοστές της σελίδες,  διακρίνεται ξεκάθαρα το πνεύμα ριζοσπαστικοποίησης της συγγραφικής ομάδας και των προταγμάτων που ήθελε να επικοινωνήσει. Αποτελεί ταυτόχρονα ντοκουμέντο μιας ιστορικής περιόδου κάπως παρεμελημένης απο την κινηματική μας ιστοριογραφία,  και απόδειξη ότι το μαθητικό υποκείμενο δεν είναι πάντα μια περιφέρεια που παρασιτεί στους κόλπους του κινήματος και που “σε δυο χρονάκια θα ναι σπιτάκι του ασούμε”. Αποτελεί πάνω από όλα την απόδειξη ότι μπορεί να υπάρχουν συνειδητοποιημένες ομαδώσεις αναρχικών μαθητών (μια ταυτότητα που εδω και 10 χρόνια πολλοί αρνούνταια αναγνωρίσουν στον αναρχικό μαθητή Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο).   Η μπροσούρα τυπώθηκε στην κατειλειμμένη Πρυτανεία του Φθινοπόρου του 2006, με αίτημα τότε την απελευθέρωση του Σάββα Ξηρού για λόγους υγείας, μιας κατάληψης που υποστηρίχθηκε θερμά από τον κόσμο της ομάδας. Μάλιστα επιχείρησε να θέσει εντός συλλογικών πλαισίων  με πείσμα κιόλας, τη συζήτηση για απαλλοτροιώσεις του εξοπλισμού της Πρυτανείας (υπολογιστές και εκτυπωτές) για κινηματικούς λόγους , κάτι που προσέκρουσε σε μια αδιάλακτου τύπου στάση από το υπόλοιπο σώμα της διαδικασίας , μια στάση που καμία απολύτως σχέση δεν είχε με χαρακτηριστικά αναρχικής συνδιαμορφώσης, συντροφικής ζύμωσης και επικοινωνίας ,αλλά που έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα για το τι εστί “συλλογικές διαδικασίες χώρου” και “συλλογικές αποφάσεις”, ένα μάθημα που δε θα ξεχνιώταν ποτέ.
Ο λόγος της μπροσούρας, μπορεί να είναι απλοϊκός αλλά τα νοήματα της δεν παύουν να παραμένουν επικαιροποιημένα και ζωτικά σε κάθε εποχή , ειδικά στη δική μας,  που μαθητές προχωρούν σε καταλήψεις για εθνικιστικά θέματα. Ο σκοπός παράθεσης της, πέρα απο την χρησιμότητα της σαν στοιχείο και τεκμήριο ενός κομματιού της κινηματικής ιστορίας, είναι, αν τα καταφέρει, να προκαλέσει παρόμοιους προβληματισμούς με αυτούς που επιδίωκε τότε.

Σημείωση: Η μπροσούρα εντοπίστηκε μετά απο πάνω απο μια δεκαετία στο κινηματικο αρχείου του αντιεξουσιαστικού στεκιού της Παντείου , κάτι που αναδεικνύει πόσο πολύτιμη και διαχρονική είναι η διατήρηση τέτοιων αρχείων.

Αναρχική μαθητική μπροσούρα 2006

 

 

Το Μακεδονικό και η αθλιότητα της αριστεράς

i) Το κίνημα του νέο-σκοταδισμού και οι συνιστώσες του

Τον τελευταίο ένα χρόνο, η ανακίνηση του Μακεδονικού ζητήματος έχει δημιουργήσει ένα ισχυρό αντιπολιτευτικό ρεύμα εθνικιστικής υφής ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτόν τον ένα χρόνο έχει αναπτυχθεί ένα μεγάλο κοινωνικό κίνημα κατά της συμφωνίας για τη λύση του ονοματολογικού της γείτονος ,που πήρε μάλιστα και αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Η σύσταση του κινήματος αυτού είναι θολή από τη πρώτη στιγμή της συγκρότησης του, αντιπροσωπεύοντας μια ευρεία και πολύμορφη πολιτική και κοινωνική γεωγραφία.
Από τη μια έχουμε την αξιωματική αντιπολίτευση να κινητοποιεί την ευρύτερη κομματική της βάση, με τη συνδρομή πολλών ΜΜΕ, φίλα προσκείμενων σε αυτήν, η οποία αξιωματική αντιπολίτευση φυσικά έχει αρκετούς λόγους να εντάξει κάτι τέτοιο στην ατζέντα της, με προεξάρχοντα την πρόκληση κοινωνικής αναταραχής ενάντια στην κυβέρνηση. Από την άποψη αυτή εκμεταλλεύεται ,και, εργαλειακά το ζήτημα του Μακεδονικού, ενώ πολύ πιθανόν αν ήταν στην κυβέρνηση να υποχρεούταν λόγω συνθηκών να εφαρμόσει το ίδιο δείγμα πολιτικής που εφαρμόζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Στην ίδια κατεύθυνση κινητοποιούνται και πολλές διαφορετικές φωνές του νέο- φιλελεύθερου πολιτικού και μιντιακού μπλοκ, που επίσης έχουν περισσότερους από έναν λόγο να θέλουν μια κυβερνητική αποσταθεροποίηση. Έχουμε παράλληλα τους μηχανισμούς της ελληνορθόδοξης εκκλησίας, και των διάφορων μηχανισμών, οργανώσεων, παρά-οργανώσεων αλλά και επίσημων εκπροσώπων της, να κινητοποιούν τη κοινωνική βάση των πιστών, εκπροσώπους απόστρατων αξιωματικών στρατού ξηράς, ναυτικού ή αεροπορίας και συλλόγους φίλων στρατού και ενόπλων δυνάμεως να απευθύνονται στο δικό τους στρατόκαυλο κοινό, τις κάθε είδους εθνικιστικές διακλαδώσεις (από τη σοβαρή πλέον, αλλά ακόμα μάχιμη κοινοβουλευτική Χρυσή Αυγή, μέχρι τις πιο ριζοσπαστικές και εξτρεμιστικές ακροδεξιές οργανώσεις και γκρουπούσκουλα), μια ευρύτερη κοινωνική βάση ψεκασμένων που αποτελούν το κοινό κόμματων και οργανώσεων όπως οι ΑΝΕΛ το ΛΑΟΣ και η Ελλήνων Συνέλευσις του Αρτέμη Σώρρα, ένα πληθυσμιακό κράμα πατριδόπληκτων που ζουν ακόμα στο κλίμα του 2004 και των ξέφρενων κιτς πανηγυρισμών για τη νίκη της Εθνικής Ελλάδος (που περιλαμβάνουν αρχαιοελληνικές στολές, περικεφαλαίες, μακιγιάζ στο χρώμα της εθνικής σημαίας και διάφορες άλλες ηλιθιότητες) αλλά και κόμματα της πατριωτικής έξω-κοινοβουλευτικής αριστεράς όπως η Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη και η Πλεύσης Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Να σημειωθεί επίσης πως το στίγμα τους υπέρ των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας για το Μακεδονικό δίνουν στο δημόσιο διάλογο και επιφανείς καλλιτεχνικές περσόνες κοινής αποδοχής είτε με ομιλίες τους, όπως στην περίπτωση του αριστερού Μίκη Θεοδωράκη, είτε με παρεμβάσεις τους υπέρ της συλλογής υπογραφών για διενέργεια δημοψηφίσματος με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως στην περίπτωση της γνωστής ερμηνεύτριας-στιχουργού Αφροδίτης Μάνου που ανακοίνωσε ότι έχουν υπογράψει γνωστά ονόματα όπως ο μουσικοσυνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος, οι τραγουδιστές Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Γιάννης Κότσιρας, Μανώλης Μητσιάς, ο ηθοποιός Θοδωρής Αθερίδης, ο σεναριογράφος και ηθοποιός Μιχάλης Ρέππας, η δημοσιογράφος, Σεμίνα Διγενή και άλλοι. Σε δηλώσεις επίσης κατά της Συμφωνίας έχουν προχωρήσει και γνωστοί επιχειρηματίες-παράγοντες του κόσμου του ποδοσφαίρου, όπως ο Μαρινάκης ενώ σε πολλές περιπτώσεις, ομάδες οπαδών έχουν διακριτά συμμετάσχει σε διαμαρτυρίες, έχουν αναρτήσει πανό σε αγώνες ή έχουν εκδώσει ανακοινώσεις για το θέμα.
Έχει ενδιαφέρον να δούμε επίσης το πώς διαμορφώνεται αυτό το κίνημα σε επίπεδο πρακτικών μέσα σε αυτόν τον ένα χρόνο. Από τη μία έχουμε τις μαζικές συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια σε πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, οι οποίες σημειώνουν σταδιακή ύφεση με αποκορύφωμα την ημέρα ψήφισης του επίμαχου νομοσχεδίου, όπου οι διαδηλωτές ήταν αναμφισβήτητα ελάχιστοι. Δεν πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει ότι οι μαζικές κινητοποιήσεις αυτές ,στο πικ τους ακούμπησαν το όριο του μισού εκατομμυρίου το Ιανουάριο του 2018 στη Θεσσαλονίκη (σε αντιδιαστολή με τις αντισυγκεντρώσεις, οι οποίες στο πικ τους συγκέντρωσαν μόλις 2.000 με 2.5000 άτομα στα Προπύλαια το Φλεβάρη του 2018). Διακρίνεται επίσης μια αυξανόμενη συγκρουσιακή διάθεση των διαδηλωτών, η οποία από τη μία υποκινείται από τις ακροδεξιές συνιστώσες του κινήματος αυτού, από την άλλη όμως δεν γίνεται και να μην παρατηρήσουμε πως στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 20/01/2019, οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν αρκετά μαζικές και δυναμικές. Επιπλέον, μέσα σε αυτόν τον ένα χρόνο, έχουμε δει να εξελίσσονται στο περιθώριο των συγκεντρώσεων καταδρομικές επιθέσεις εναντίον ελευθεριακών και αυτό-οργανωμένων χώρων του ευρύτερου αντί- εξουσιαστικού και ανταγωνιστικού κινήματος (άλλες πιο πετυχημένες και άλλες όχι) ,μεμονωμένες επιθέσεις κατά μεταναστών ή προσβολές εβραϊκών μνημείων αλλά και μια αναβίωση πρακτικών διαμαρτυρίας, που είχαμε ξαναδεί στα χρόνια των μετωπικών αντί-μνημονιακών αγώνων, που περιλαμβάνουν στοχοποιήσεις βουλευτών στις περιφέρειες τους και απόπειρες σαμποτάζ ομιλιών πολιτικών σε εκδηλώσεις, ενώ εσχάτως παρακολουθήσαμε και το φαινόμενο των μαθητικών καταλήψεων με αφορμή το μακεδονικό.
Θα πει κανείς όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία. Οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις αυτού του έτους ήταν πολύ πιο αναιμικές σε σχέση με αυτές του ΄92, οι φασίστες πολλά από τα σκηνικά τα έκαναν με την ανοχή ή την κάλυψη των μπάτσων, οι εθνικιστικές καταλήψεις δεν εξαπλώθηκαν σε όλα τα σχολεία ενώ σε αντίθεση με το παρελθόν πλέον ο αντιφασιστικός λόγος εκφράστηκε πολύ πιο εξωστρεφώς, πολύ πιο δυναμικά και πολύ πιο συγκροτημένα. Αρκεί αυτό για να εφησυχαστούμε;
Είναι γεγονός ότι το κίνημα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών , βρίσκεται επί του παρόντος ,σε μια κατακόρυφη από-μαζικοποίηση καθώς η αδυναμία του να μπλοκάρει τη Συμφωνία επέφερε απογοήτευση προφανώς σε μεγάλο κομμάτι της βάσης του. Την ίδια απογοήτευση που προκλήθηκε και από την αδυναμία του αντί- μνημονιακού μετώπου να μπλοκάρει την ψήφιση των μνημονιακών νομοσχεδίων. Ωστόσο, όπως και στην τελευταία περίπτωση υπήρχαν ευρύτερες ριζοσπαστικοποιήσεις ατόμων που ζυμώθηκαν στα γεγονότα και απογοητεύτηκαν από την κατάληξη τους, έτσι υπάρχουν, κι ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία επ’αυτού, και τώρα. Πέραν αυτού έχει τεράστια σημασία ότι ενώ διανύουμε μια εποχή, όπου γενικά τα κοινωνικά κινήματα είναι αποδυναμωμένα και μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έχουν να εκδηλωθούν από το 2012, ξαφνικά η πολιτική ατμόσφαιρα και ο δημόσιος λόγος φορτίζονται για τόσο καιρό, και με τέτοια ένταση ,πάνω σε μια ατζέντα τέτοιου προσανατολισμού, που οπωσδήποτε κάτι θα μείνει πίσω. Κι αυτό το κάτι στην περίπτωση αυτή θα έχει το στίγμα του εθνικισμού.
Από την πλευρά της η Κυβέρνηση έχει να επιχαίρει ότι λύνει ένα χρόνιο πρόβλημα μεταξύ των δύο χωρών με τρόπο που να μην υπερβαίνει τη λεγόμενη εθνική γραμμή, προωθώντας ένα αφήγημα περί ειρηνικής συνεργασίας και συναδέλφωσης των δύο λαών, ενώ η αντιπολίτευση την κατηγορεί ότι παραβίασε την εθνική γραμμή διαπραγματεύσεων πάνω στο ζήτημα παραχωρώντας πράγματα που δεν έπρεπε, όπως η γλώσσα και η ιθαγένεια, και σύσσωμος ο λαϊκοδεξιός, ακροδεξιός, χριστιανορθόδοξος και πατριωτικός χώρος, κραυγάζουν πως ξεπουλήθηκε η Μακεδονία μας.
Παράλληλα κομμάτια της αριστεράς εμμένουν να αναγνωρίζουν τη Συμφωνία αυτή, αποκλειστικά ως ένα νταραβέρι της Κυβέρνησης με το ΝΑΤΟ προκειμένου να προσδεθεί η χώρα πιο στενά στο άρμα του ευρω-ατλαντικού ιμπεριαλισμού με την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο δυτικό στρατιωτικό συνασπισμό και την περαιτέρω περικύκλωση της Ρωσίας στα Βαλκάνια (για να είμαστε δίκαιοι βέβαια κάποιες αριστερές συνιστώσες τολμούν να ψελλίζουν δειλά δειλά τον τελευταίο καιρό κριτικές θέσεις περί ενίσχυσης της Ελληνικής θέσης στο Βαλκανικό χώρο).
Αξίζει ωστόσο να ξεχωρίσουμε τις δηλώσεις εκείνες του ΚΚΕ και διαφόρων στελεχών του, το οποίο προχώρησε κιόλας σε κινητοποιήσεις κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών (με το δικό του πλαίσιο πάντα βέβαια και φροντίζοντας να παραμείνει μακριά από τις μαζικές κεντρικές συγκεντρώσεις), οι οποίες προστέθηκαν στο σύνολο εκείνων των δηλώσεων, των προερχόμενων από τα αριστερά,οι οποίες μιλούν για “σκοπιανό” αλυτρωτισμό, και για πλαστή δημιουργία μειονοτικού μακεδονικού ζητήματος από τις δυνάμεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. (Βλ. https://www.iefimerida.gr/news/473967/kke-skarfalose-stin-akropoli-ta-terastia-pano-kata-tis-symfonias-ton-prespon-eikona )

 

Η στάση του ΚΚΕ, και αρκετών άλλων κομματιών της αριστεράς, και δη της λεγόμενης αντί- ιμπεριαλιστικής αριστεράς, παίζει το δικό της ρόλο στη γενικευμένη διάδοση του εθνικιστικού παροξυσμού των ημερών μας όπως θα δούμε και παρακάτω. Για να κατανοήσουμε όμως καλύτερα το μέγεθος της ηθικής και πολιτικής κατάπτωσης της επίσημης κομμουνιστικής και αντί- ιμπεριαλιστικής αριστεράς είναι σημαντική πρώτα μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή.

ii) Η Μακεδονία είναι μία;;;

Πλέον είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί η έντονη παρουσία του σλαβικού στοιχείου στο γεωγραφικό χώρο, που διαδοχικά η Ρωμαϊκή, η Βυζαντινή και η Οθωμανική αυτοκρατορία, αναγνώριζαν διοικητικά ως επαρχία της Μακεδονίας, ήδη από τον 6ο αιώνα Μ.Χ. (κι αυτό γιατί προκύπτουν όλο και περισσότερα στοιχεία που το πιστοποιούν). Για οποιονδήποτε πληθυσμό με τόσο βαθιές ρίζες σε μια περιοχή, ρίζες που μετρούν κοντά 1.500 χρόνια, δε μπορεί παρά να θεωρείται αυτονόητο το δικαίωμα του στον αυτοπροσδιορισμό τους βάση γεωγραφίας. Οι συγκεκριμένοι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας λοιπόν, είναι Μακεδόνες, όχι επειδή έλκουν την οποιαδήποτε καταγωγή τους από την αρχαία μακεδονική φυλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (αυτά είναι πράγματι εθνικιστικές μπούρδες), αλλά ακριβώς επειδή για σχεδόν δυο χιλιετίες, γενιές επί γενιών τους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και πέθαναν σε μακεδονικό έδαφός. Επειδή η Μακεδονία πλέον έχει καταστεί και γη των δικών τους πατέρων, άρα σύμφωνα και με αυτήν την πιο εκλαϊκευμένη ερμηνεία, και δική τους πατρίδα.

Το όποιο πρόβλημα λοιπόν σε σχέση με αυτόν τον πληθυσμό, που defacto έχει κατεκτημένη την μακεδονική εντοπιότητα, ξεκινάει από πολύ νωρίς και δεν είναι στην πραγματικότητα το πώς θα αυτό-προσδιορίζεται, αλλά το που θα ανήκει. Κι αυτό γιατί είχε την ατυχία να ριζώσει σε ένα γεωγραφικό μήκος και πλάτος των Βαλκανίων που έμελε να αποτελέσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, μήλον της έριδος για τρία νεοσύστατα εθνικά κράτη, τα οποία δεν είναι άλλα από το Ελληνικό, το Σερβικό και το Βουλγαρικό. Καθένα από τα τρία αυτά νεογνά κράτη επιθυμούσαν το μεγαλύτερο κομμάτι της μακεδονικής πίτας, όσο αυτή ακόμα ήταν Οθωμανική επαρχία, και όπως είναι γνωστό εκείνη την εποχή οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν κάπως πρόθυμες να αναγνωρίσουν νέα εθνικά κράτη, αρκεί φυσικά αυτά να μετατρέπονταν σε προτεκτοράτα τους, και να μπορούσαν βεβαίως να φέρουν αξιόπιστους ισχυρισμούς σχετικά με την εθνική καταγωγή του πληθυσμού στο εσωτερικό τους. Δεν είναι τυχαίο που από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζουν να κυκλοφορούν διαφορετικές απογραφές που ανάλογα την προέλευση τους παρουσιάζουν διαφορετικά δημογραφικά αποτελέσματα: οι ελληνικές δείχνουν πλειοψηφία ελληνόφωνων ορθοδόξων, οι σερβικές πλειοψηφία σλαβόφωνων ορθοδόξων, και η Βουλγαρία πλειοψηφία βουλγαρόφωνων ορθοδόξων ακολούθων της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Μαζί με τα δημογραφικά μαγειρέματα που αποσκοπούσαν στο να παρουσιάζει καθένα από τα τρία αυτά κράτη μια δική του πλειοψηφική μειονότητα εντός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πήγαινε και η αντίστοιχη προπαγάνδα και προσηλυτισμός των κατοίκων της περιοχής, σε ένα ανταγωνισμό για την επικράτηση κάποιας εθνικής συνείδησης εκ των τριών, έναντι των άλλων. Ταυτόχρονα με την διεκδίκηση της περιοχής επομένως έχουμε και την διεκδίκηση των πληθυσμών που διαμένουν σε αυτήν, οι οποίοι είναι εξαιρετικά αναμεμειγμένοι μεταξύ τους.
Αυτό που στην ουσία έχουμε δηλαδή, είναι μια καταφανής άρνηση των τριών αυτών κρατώ, ακόμα και να εξετάσουν σε μια υποθετική βάση, την πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου αυτόνομου κράτους στην περιοχή της Μακεδονίας ,που θα τα αποκόψει από τα εδάφη που θεωρούν προνομιακά δικά τους. Στα χρόνια του λεγόμενου Μακεδονικού αγώνα και των Βαλκανικών πολέμων ο ανταγωνισμός Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας επί της Μακεδονίας περιλαμβάνει ακραία φαινόμενα βίας, τρομοκρατίας και εθνοκαθάρσεων εις βάρος του σλαβομακεδονικού στοιχείου, προκειμένου είτε να αναγνωρίσει κάποια από τις τρείς αυτές δυνάμεις ως μητρική πατρίδα, είτε απλά να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη τους , είτε τέλος να «εξαφανιστούν» με κάποιο τρόπο από το χάρτη, σταματώντας να αποτελούν πρόβλημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εξέγερση των πληθυσμών αυτών που είχε προηγηθεί το 1903, με σκοπό την διεκδίκηση της αυτονομίας τους από την Οθωμανική αυτοκρατορία, έτυχε σκληρής και αιματηρής καταστολής με την αρωγή των παραπάνω κρατών, και ιδιαίτερα του ελληνικού, στις Οθωμανικές αρχές. Το ότι το κίνημα του Ίλιντεν υπήρξε αυτονομιστικό και επιχείρησε να κινηθεί μακριά από σχέσεις επιρροής με οποιοδήποτε από τα τρία γειτονικά κράτη το επιβεβαιώνουν πρώτα από όλα οι διακηρύξεις των Τσεντραλιστών που υπήρξαν δυναμική πρωτοπορία στην εξέγερση: “Αφού πρώτον ο λαός διαφωτισθή περί της καταστάσεώς του, πρέπει να διδαχθή ότι, εν η περιπτώσει αλλάξη αύτη θα αντικατασταθή υπό νέου καθεστώτος παρέχοντος τελείας εγγυήσεις ασφαλείας ζωής και τιμής, αλλά προς επιτυχίαν τούτου πρέπει να κατηχηθή ότι έχει ανάγκην πολέμου καλώς ωργανωμένου και δυναμένου να διαρκέση πολύν χρόνον. Καθ’ ην ώρανγίνηται η κατήχησις, όταν υπάρχουσι και Τούρκοι πρέπει να εμπνεύσητε ότι αποβλέπετε προς εν καθεστώς συνταγματικόν παρέχον εγγυήσεις απονομής δικαιοσύνης εξ ίσου εις όλας τας τάξεις και φυλάς και να επιστήσητε την προσοχήν του λαού εις αυτό το σημείον. Καθ’ ον χρόνον διαφωτίζετε τα πνεύματα των πολεμιστών δεν πρέπει να παραμελήτε να επισύρητε την προσοχήν αυτών επί του Μακεδονικού ζητήματος υπό έποψινδιεθνήν. Πρέπει να εθίσητε αυτούς να μη αναμένωσικαμμίανβοήθειαν παρά της Ρωσσίας, Αυστρίας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ελλάδος, αλλά να βασίζωνται επί της ιδίας αυτών δυνάμεως. Πρέπει ν’ αναπτύξετε αυτοίς ότι η ελευθερία δεν δίδεται ως ελεημοσύνη εις τους λαούς αλλ’ αυτή αποκτάται δια των όπλων, και όταν το όπλον ευρίσκεται εις την χείρα τότε και η δύναμις αυξάνει”[…]“δεν πρέπει να εξαπατάται εκ των λόγων ότι θα δυνηθή να απαλλαγή του ζυγού, είτε διά της Βουλγαρίας, είτε διά τινος άλλης δυνάμεως, απ’ εναντίας πρέπει να έχη την πεποίθησιν ότι διά των εν δουλεία μεν διατελουσών, αλλ’ εσχάτως διοργανωθεισών ιδίων αυτού δυνάμεων θα δυνηθή ν’ ανακτήση την ανεξαρτησίαν αυτού” […]Πρέπει, σημειώνεται, να διαφωτισθή ο λαός περί του Μακεδονικού ζητήματος υπό διεθνή έποψιν και να πεισθή ότι η Μακεδονία ένεκα λόγων εθνολογικών είναι αδύνατον να προσαρτηθή εις οιονδήποτε άλλο κράτος. Είναι ανάγκη να διαφωτισθή ο λαός ότι σκοπός των ομόρων κρατών δεν αποβλέπει εις την απολύτρωσιν αυτού αλλ’ εις την διά προσαρτήσεως επαύξησιν της χώρας των διά διαμελισμού της Μακεδονίας. Η ιδέα της ενώσεως των Βαλκανικών κρατών θα χρησιμεύση ως βάσις προς ένωσιν αυτών, τα δε ειρημένα κράτη πρέπει να πεισθώσιν ότι η σωτηρία όλων εν τούτω έγκειται, η Μακεδονία θέλει χρησιμεύση ως κέντρον της Ενώσεως ταύτης”. (Λιθοξόου Δημήτρης, Η Επανάσταση του Ίλιντεν,  http://www.lithoksou.net/p/2-i-epanastasi-toy-ilinten)

 

Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 η Μακεδονία ως γεωγραφικός χώρος διαμοιράζεται στα τρία, με την Ελλάδα να κερδίζει το πιο προνομιακό κομμάτι της, αυτό που βλέπει στο Αιγαίο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα τρία διαμοιράζεται και ο σλαβομακεδονικός πληθυσμός που διέμενε στα εδάφη που τριχοτομήθηκαν κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο κουρδικός πληθυσμός διαμοιράστηκε στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στα τέσσερα δηλαδή, σε Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, και Συρία. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις έτσι και στην περίπτωση του Σλαβομακεδονικού πληθυσμού ακολουθήθηκε το γνωστό modus operandi αφομοίωσης μειονοτικών πληθυσμών που περιλαμβάνει ανελέητη πλύση εγκεφάλου για την εμπέδωση της νέας εθνικής ταυτότητας τους, απαγόρευση ομιλίας της μητρικής τους γλώσσας με την απειλή διώξεων, αλλαγές στην ονομασία τοπωνυμίων, χωριών κωμοπόλεων ακόμα και πόλεων, βία και τρομοκρατία που μπορεί να κυμαίνεται από απλούς τραμπουκισμούς μέχρι δολοφονίες και βιασμούς, αυθαίρετες απαλλοτριώσεις ακίνητων περιουσιών όπως αγροτικές γαίες ή κατοικίες και παράνομους εποικισμούς. Μια πολιτική γνωστή και ως «πολιτική Ισραήλ» καθώς το κράτος του Ισραήλ, ως το πιο κακό και μοχθηρό κράτος από όλα τα κράτη του ντουνιά, μόνο αυτό εφαρμόζει αυτές τις πρωτότυπες τακτικές.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, έως και το 1940, οι σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας υπέστησαν όλα τα παραπάνω με αποκορύφωμα τις εκτεταμένες εκτοπίσεις τους και τους παράνομους εποικισμούς στα εδάφη τους κατά την περίοδο υποδοχής των εκατοντάδων χιλιάδων εκτοπισμένων Ποντίων από την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1914, και του ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων της Μικράς Ασίας μετά το 1922 και τη Μικρασιατική καταστροφή. Μάλιστα όλα τα παραπάνω τα κατάγγελλαν οι έλληνες κομμουνιστές της εποχής και φυσικά και το ΚΚΕ, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1930 , γιατί αυτό επέβαλε η στρατηγική της Τρίτης Διεθνούς την εποχή εκείνη. Ωστόσο, είτε εκπορευόταν από έξω, είτε όχι, η στάση των κομμουνιστών εκείνης της εποχής υπήρξε πραγματικά προοδευτική, διεθνιστική και θαρραλέα (καθώς κόστισε πολλές διώξεις, εξορίες, φυλακίσεις και ήταν και από τους βασικούς λόγους ψήφισης του Ιδιώνυμου).

Είναι χαρακτηριστικές οι αφηγήσεις του Ριζοσπάστη της εποχής για τα τεκταινόμενα εις βάρος του μακεδονικού πληθυσμού: “Χωρίς άλλο δεν υπάρχει άλλος λαός απ’ το μακεδονικό – μέσα στη Βαλκανική που να βασανίστηκε όσο αυτός. Πάνω από 50 χρόνια βρίσκεται κάτω από διαρκή διωγμό – εξόντωση. Στην αρχή ο βούρδουλας της τούρκικης εξουσίας, ύστερα της ελληνικής και βουλγάρικης. Απ’ τη στιγμή που επενέβησαν η βουλγαρική, σερβική και ελληνική κεφαλαιοκρατία για να πάρουν υπό την “προστασία” τους Μακεδόνες, αρχίζει μια πιο τρανή συμφορά. Η εποχή των συμμοριτών, ανταρτών και κομιτατζήδων θα παραμείνει στην ιστορία σαν μια περίοδος άγριου πρωτοφανούς διωγμού της μακεδονικής μειονότητας. Ολόκληρες δεκάδες ετών, έσφαζαν, έκαιαν, σκότωναν, ρήμαζαν σε βάρος του μακεδονικού λαού. Θα περάσουν χρόνια ακόμα πολλά κι ο Μακεδόνας θα μιλάει με τον μεγαλύτερο αποτροπιασμό για τη θηριωδία των Τσακαλάρωφ, των Καπετάν Ζάκηδων και Βάρδηδων. Ολόκληρα χωριά βάφηκαν με αίμα που έρευσε ποταμηδόν. Ήρθαν κατόπιν οι βαλκανικοί πόλεμοι. Ελληνική, βουλγάρικη και σέρβικη κεφαλαιοκρατία συναγωνίστηκαν ποια να καταπιέσει πιο πολύ, ν’ αρπάξει, να εξοντώσει. Κι αυτά όλα εν ονόματι του “πατριωτισμού”, της “απελευθέρωσης υπόδουλων αδελφών” και σε βάρος ενός λαού – της μακεδονικής εθνότητας – που ούτε βουλγάρικος, ούτε ελληνικός, ούτε σέρβικος είναι, παρά μακεδονικός. […}Μιλάνε λανθασμένα πολλές φορές για βουλγάρικη μειονότητα μέσα στην καπιταλιστική Ελλάδα ή για ελληνική μειονότητα μέσα στην επίσης καπιταλιστική Βουλγαρία. Δεν είναι σωστό. Στη Μακεδονία, τη βουλγαροκρατούμενη, την ελληνοκρατούμενη, τη σερβοκρατούμενη δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι. Υπάρχουν Μακεδόνες (φυσικά δεν μιλάμε για εκείνους που εγκαταστάθηκαν τελευταία στη Μακεδονία).Αρκεί και μια απλή επίσκεψη στους κάμπους και τα βουνά της Μακεδονίας (Καστοριά, Φλώρινα) για να το νοιώσεις. Την απάντηση αυτή την παίρνεις ακόμα απ’ τα ήθη και τα έθιμά τους, που δεν είναι καθόλου ελληνικά, ούτε βουλγαρικά, ούτε σερβικά.  […]Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα: Δεν έχουμε να κάνουμε με Έλληνες ή Βούλγαρους ή Σέρβους της Μακεδονίας, παρά με μακεδονικό λαό, με μακεδονική μειονότητα, που παρ’ όλα τα χτυπήματα, παρ’ όλες τις καταπιέσεις διατηρεί την οικονομική και εθνική της οντότητα, τον ιδιαίτερο πολιτισμό της. Έχει εν τοιαύτη περιπτώσει και εθνική συνείδηση ο μακεδονικός λαός; Το πράγμα είναι πολύ φανερό μα και αποδείχνεται και από ντοκουμέντα.

Ενδεικτικά είναι όσα περιγράφει ο Ριζοσπάστης της εποχής και για όσα υπομένουν οι σλαβομακεδόνες της Σερβικής και Βουλγαρικής Μακεδονίας: “Και φυσικά αυτά τα βασανιστήρια δεν τα υφίστανται μονάχα οι Μακεδόνες που ζουν κάτω απ’ την εξουσία της ελληνικής μπουρζουαζίας. Τα ίδια περνούν κι οι Μακεδόνες που ζουν στις βουλγαροκρατούμενες και σερβοκρατούμενες περιοχές. Η βουλγαρική κυβέρνηση του λεγόμενου σλαβικού συνασπισμού – μαζί και οι αγροτοφασίστες – με τη βοήθεια της Ο.Ρ.Ι.Μ., της οργάνωσης των κομιτατζήδων, βασανίζει κυριολεκτικά τους φτωχούς Μακεδόνες. Παραδείγματα: Στις περιφέρειες Πετριτσίου και Νευροκοπίου δεν υπάρχουν ούτε ίχνη “ελευθεριών”. Παντού εδώ κυβερνούν οι κομιτατζήδες. Έχουν επιβληθεί επί πλέον στη ράχη της φτωχολογιάς και οι “μαύροι” λεγόμενοι φόροι. Τα στελέχη των κομιτατζήδων εδώ είναι ανώτεροι υπάλληλοι και διευθυντές των καπνικών εταιριών κλπ. Κάθε διαμαρτυρία κατά της καταπίεσης πνίγεται στο αίμα. Αφού φανταστείτε, σε πληθυσμό 180 χιλιάδες δολοφονήθηκαν δύο χιλιάδες Μακεδόνες μέσα σε εννέα μόνο χρόνια. Εργάτες και αγρότες των άλλων περιφερειών που κρίνονται “επικίνδυνοι” στέλνονται στο Πετρίτσι, όπου οι ορδές του αρχικομιτατζή Μιχαήλωφ τους καθιστούν “ακίνδυνους” – δολοφονώντας τους ακόμα.Μόλις τον περασμένο μήνα πάνω από 300 άτομα εγκατέλειψαν το Νευροκόπι – σπίτια χωράφια κλπ. – κι’ έφυγαν σ’ άλλες περιφέρειες για να γλιτώσουν απ’ τους κομιτατζήδες, που τους έθεσαν εκτός νόμου.Κι η φασιστική μπότα του βασιλιά Αλέξανδρου της Σερβίας δεν πάει πίσω. Από τότε που εγκαθιδρύθηκε η ανοιχτή φασιστική δικτατορία δολοφονήθηκαν 1.500 Μακεδόνες, καταδικάστηκαν 3.400 σε διάφορες βαριές ποινές καταναγκαστικών έργων και πολλές χιλιάδες πέρασαν κατά περιόδους απ’ τις φυλακές.Να μια ωχρή, ωχρότατη εικόνα των μαρτυριών που τραβάει η μακεδονική εθνότητα, είτε βρίσκεται στα νύχια της ελληνικής κεφαλαιοκρατικής, είτε της σερβικής, είτε της βουλγαρικής. Το βέβαιο είναι πως η κάθε μία συναγωνίζεται την άλλη στην καταπίεση σε βάρος των φτωχών Μακεδόνων για τους εκμεταλλευτικούς της σκοπούς.” (Λιθοξόου Δημήτρης, Το ΚΚΕ υπερασπίζεται την εθνική μακεδονική μειονότητα – κείμενο του Ριζοσπάστη του 1932 [2008], http://www.lithoksou.net/p/kke-yperaspizetai-tin-ethniki-makedoniki-meionotita-keimeno-toy-rizospasti-toy-1932-2008) 

Το ελληνικό κράτος λοιπόν (όπως και το σερβικό και το βουλγαρικό) έκανε από την πρώτη στιγμή τα πάντα ώστε οι σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας να μην αποκτήσουν ποτέ τους μειονοτική συνείδηση, να μην ιδρύσουν δικούς τους συλλόγους πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, να μην διατηρήσουν την ιδιαιτερότητα μιας αλλόγλωσσης συμπαγούς κοινότητας και πάνω από όλα να μην διατηρήσουν ίχνος από την ιστορική τους μνήμη ως σλαβικός πληθυσμός με μακεδονική εντοπιότητα.
Το ΚΚΕ στάθηκε η μόνη πολιτική δύναμη εντός της χώρας που τολμούσε όπως φάνηκε παραπάνω να θέτει ζήτημα μακεδονικής μειονότητας κάτι το οποίο, ανεξάρτητα από το ποια συμφέροντα εξυπηρετούσε, δεν παύει να είναι ένα δείγμα προοδευτικών και ριζοσπαστικών αξιών. Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου μάλιστα πολλοί σλαβομακεδόνες επάνδρωσαν το ΔΣΕ συγκροτώντας μάλιστα διακριτό μακεδονικό σώμα στο εσωτερικό του, με διακηρυγμένες τις αρχές της μακεδονικής αυτονομίας κάτι που όχι μόνο ήταν υπό όψιν της ηγεσίας του κόμματος, αλλά πολύ περισσότερο αφηνόταν να διαφανεί ότι σε περίπτωση νίκης του ΔΣΕ θα εξεταστεί και αυτό το θέμα. Όμως η νίκη δεν ήρθε. Το ΚΚΕ έχασε, ο δημοκρατικός στρατός συνετρίβη, και οι πλειοψηφία των μαχητών που επέζησε, ανάμεσα τους χιλιάδες σλαβομακεδόνες, κατέληξαν πολιτικοί πρόσφυγες στις ανατολικές χώρες της Σοβιετικής Ένωσης. Μεταπολιτευτικά και αφού δρομολογήθηκε η ομαλή επιστροφή τους στην χώρα, οι σλαβομακεδόνες αντάρτες μαχητές του ΔΣΕ και οι απόγονοι τους εξαιρέθηκαν με το ΚΚΕ να μην βγάζει άχνα. Και από εκεί και μετά η κατρακύλα της αριστεράς δεν έχει τελειωμό πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

iii) Η αριστερή όψη της αθλιότητας

Είναι δεδομένο ότι η αριστερά και το ΚΚΕ δεν έχασαν μόνο στρατιωτικά στον εμφύλιο. Το 1949 οι κομμουνιστές έχασαν και επί του πεδίου της ιδεολογικής μάχης μένοντας καταδικασμένοι στην μαζική συνείδηση ως «εθνοπροδότες», «εαμοβούλγαροι», «σλαβόφιλοι», «εγκληματίες κατά του έθνους» και άλλα τέτοια κομψά. Η μετεμφυλιακή περίοδος δεν χαρακτηρίζεται μονάχα από τη συνέχιση των διώξεων, των εξοριών, των φυλακίσεων, των βασανιστηρίων, των εκτελέσεων ή και των ύποπτων δολοφονιών, αλλά και από την επικράτηση της νέας ελληνικής ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης, που συνταιριάζει με έναν ιδιαίτερο ελληνικό τρόπο, το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, τον δυτικισμό, και τον αντί- κομμουνιστικό αντί- ολοκληρωτισμό.

Είναι κατανοητό ότι μετά από 25 χρόνια απολύτου κυριαρχίας της ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα (1949-1974), και προκειμένου κατά τον ιστορικό συμβιβασμό της ελληνικής εκδοχής, να ξανά ενταχθεί εντός κοινοβουλευτισμού και εντός δημοκρατικού τόξου, η αριστερά στην πιο επίσημη εκδοχή της, δε θα δίσταζε να προχωρήσει σε πλήρη σχεδόν αποδοχή των βασικών γραμμών της δεξιάς στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Έχει λοιπόν σημασία να ανιχνευθεί η επιπλέον στροφή της αριστεράς προς τον συντηρητικό πατριωτισμό που δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ως μια ακόμα γονυκλισία του πλήρως υποταγμένου στις αστικές και εθνικιστικές δυνάμεις ΚΚΕ. Το βασικό μεταπολιτευτικό αφήγημα της αριστεράς, με το οποίο φροντίζει να χτυπά τη δεξιά τη εθνικοφροσύνης και του εθνικισμού,είναι αυτό που της παραχώρησαν οι συγκυρίες (και ως εκ τούτου εκ φύσεως οπορτουνιστικό) και συγκεκριμένα η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Έκτοτε επιστρατεύει εκ νέου την επιχειρηματολογία περί εθνικιστικής ανευθυνότητας που προκαλεί εθνικές καταστροφές, αθροίζοντας τα τεκταινόμενα στην Κύπρο (την ευθύνη των οποίων έφερε η Δικτατορία των Συνταγματαρχών), με την καταστροφή της Σμύρνης το 1922 (και τον επακόλουθο ξεριζωμό 1.500.000 προσφύγων), και με τον εθνικόφρων δωσιλογισμό της κατοχικής περιόδου και της πλήρους ενσωμάτωσης του στον εθνικό κορμό μετά το 1945 για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού κινδύνου.

Για να ειπωθεί πιο απλά, για να μπορεί η αριστερά να παίξει ξανά μπάλα στα ίσια την δεξιά, στο τερέν του πατριωτισμού, και να αντιστρέψει το κλίμα όλων των προηγούμενων δεκαετιών, ξαναχρησιμοποίησε την παλιά καλή συνταγή του “ οι καλοί πατριώτες είμαστε εμείς, οι κακοί και δήθεν πατριώτες εσείς”.

Το αφήγημα αυτό, που θα αποτελέσει κεντρικό αφήγημα της αριστεράς σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, δεν είχε ενοχλήσει και πάρα πολύ το παραδοσιακό δεξιό πολιτικό κόσμο που ήθελε να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά της Χούντας και να υιοθετήσει μια πιο πολύ αστικό-δημοκρατική αύρα. Ενοχλούσε κυρίως το περιθώριο των φιλοβασιλικών, φιλοχουντικών, χριστιανοκεντρικών και κάθε είδους ακροδεξιών μορφωμάτων που μιλούσαν, και μιλούν ακόμη, για μεταπολιτευτική πολιτική ηγεμονία της αριστεράς. Πέραν τούτου η ίδια η αριστερά περιορίστηκε στο στείρο αντί- αμερικανισμό και τον αντί- ιμπεριαλισμό σταματώντας να προκαλεί το εθνικό αίσθημα περαιτέρω, και άρχισε συστηματικά να αποφεύγει να αποδομήσει εθνικούς μύθους που χαλκεύουν τις ιστορικές συνειδήσεις των μαθητών όλες αυτές τις δεκαετίες.

Η ηρωοποίηση της προσωπικότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η εξιδανίκευση της μεγάλης μακεδονικής αυτοκρατορίας με την δήθεν συνεισφορά της στη διάδοση του πολιτισμού και του ελληνικού πνεύματος στους “βαρβάρους” , η υιοθέτηση της πλήρους αντί-επιστημονικής θεωρίας περί αναλλοίωτου και αμετάβλητου τρισχιλιετούς ελληνισμού (την οποία βεβαίως υιοθετεί και την περίοδο της Εθνικής αντίστασης, αρκεί να διαβάσει κανείς τους λόγους του Βελουχιώτη για να το διαπιστώσει) οι εθνικοί μύθοι περί σκληρής θρησκευτικής καταπίεσης των χριστιανών στην Οθωμανική αυτοκρατορία και της πανηγυρικής συμμετοχής της εκκλησίας στην εξέγερση του 1821, καθώς και των κρυφών σχολειών, η αποσόβηση των εθνοκαθαρτικών σφαγών αμάχων πληθυσμών στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Οθωμανικής Μακεδονίας από ελληνικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, και η σιωπή για τα ελληνικά εγκλήματα πολέμου εναντίον τούρκων αμάχων πληθυσμών κατά την ιμπεριαλιαστική Μικρασιατική εκστρατεία (που αν δεν είχε αποτύχει ίσως η Ελλάδα να είχε τη θέση που έχει σήμερα η Τουρκία στη νοτιο-ανατολική μεσόγειο), είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά ζητήματα που λόγω τακτικής τα περισσότερα κομμάτια της αριστεράς αποφεύγουν να θίξουν σε μια κεντρική αντιπαράθεση για να αποφύγουν την επανάληψη παλιών κατηγοριών ως εθνομηδενιστές, εαμοβούλγαροι, εθνοπροδότες, κτλ.

Προφανώς, και προς τιμήν τους, έχουν υπάρξει όλα αυτά τα χρόνια, αριστεροί και εν γένει προοδευτικοί διανοητές, ιστορικοί, αρθρογράφοι, μελετητές ή ερευνητές που μιλούν ακόμα για όλα αυτά. Αλλά μεμονωμένα και διακριτικά. Η κεντρική αντιπαράθεση σε αυτά τα ζητήματα είναι σαν να έχει απαγορευτεί, και αποφεύγεται όπως ο διάολος το λιβάνι. Επιπλέον έχουν εκλείψει εκείνες οι φωνές της προοδευτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς που τολμούσαν σε δύσκολες εποχές να έρθουν δημοσίως σε σύγκρουση με την εθνικοφροσύνη. Πλέον δύσκολα θα δούμε σχετικές αντιπαραθέσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα κοινοβουλευτικά έδρανα ή σε κεντρικού τύπου εκδηλώσεις, φιέστες κτλ. Κι αυτό λέει προφανώς αρκετά.

Είναι ενδεικτικό ότι εν έτη 2019, στο κατά τα άλλα εξευρωπαϊσμένο ελληνικό κράτος, συνεχίζεται η αναχρονιστική παράδοση των μιλιταριστικών μαθητικών παρελάσεων, της δημόσιας προσευχής στα σχολεία, ενώ η Εκκλησία εξακολουθεί να λειτουργεί ως πολιτικός παράγοντας που έχει δικαίωμα λόγου στο τι θα μαθαίνουν οι μαθητές, πως θα παντρεύονται και θα υιοθετούν παιδιά τα κάθε είδους ζευγάρια ενηλίκων, ποιες θεατρικές παραστάσεις θα παίζονται και ποιες όχι, ενώ κάθε συζήτηση έστω και για μερικό διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, είναι δυνατόν να προκαλέσει μείζων πολιτική κρίση. Και για όλα αυτά η επίσημη αριστερά ποιεί την νήσσαν καθώς «η κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να δεχτεί τέτοιες αλλαγές».

Η συντηρητικοποίηση της νέας πολιτικής της μεταπολιτευτικής αριστεράς φαίνεται από το στυλ που που προσπαθεί να γαλουχήσει την κομματική νεολαία, ένα στυλ που υιοθετεί τα δυο στοιχεία του τρίπτυχου Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, χωρίς αυτό της θρησκείας, κάνοντας την ΚΝΕ να μοιάζει τη δεκαετία του 1970 περισσότερο με οργάνωση κατηχητικού παρά με αριστερή νεολαία. Την ίδια στιγμή που σχεδόν τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια της αριστεράς στις δυτικές χώρες, συνταράσσονταν από το εξεγερσιακό, ατίθασο και αναιδές πνεύμα του ’68, από το διάχυτο αντικομφορμισμό, την αντισυμβατικότητά και την αντικουλτούρα των ’60s και ’70s, βασικός ομιλητής στην εισήγηση του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ τον Ιούνιο του 1977, κηρύσσει εκ του κομματικού άμβωνος: “Νομίζω ότι τα κυριότερα εμπόδια για τις όχι καλές σχέσεις με το σπίτι μπαίνουν από εμάς. Ο πρώτος λόγος για τις συγκρούσεις προκύπτει από την κακή συμπεριφορά προς τους γονείς. […] Δεύτερο, οι συγκρούσεις προκύπτουν από τη χειροτέρευση των επιδόσεων στα μαθήματα ή τις σπουδές. Και τρίτο, από το ότι κάνουμε ξενύχτια πολλά, ώρες πολλές χάνουμε σε άλλες απασχολήσεις, πάντως όχι εξαιτίας της ΚΝΕ. […] Και ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πρόβλημα με τα κορίτσια. Το ξέρετε πολύ καλά. Είναι μια παράδοση της ελληνικής οικογένειας. Τέλος πάντων, δεν μπορεί η κοπέλα να πηγαίνει συνέχεια κάθε βράδυ στις 1 και στις 2 τη νύχτα σπίτι της. Και λέει τότε ο γονιός, φταίει η ΚΝΕ, ενώ είναι γνωστό ότι δεν οφείλονται τα ξενύχτια σε δουλειά της ΚΝΕ”. ( http://xyzcontagion.wordpress.com/2011/02/26/kne-gia-tin-agonistiki-taksiki-diapaidagogisi/)

Οι νέες συνθήκες της μεταπολίτευσης ,πέρα από την υποταγή της αριστεράς στην εθνικοφροσύνη, που είναι δεδομένη (και η οποία εθνικοφροσύνη παρεμπιπτόντως δεν υποχώρησε κοινωνικά λόγω του αναρχικού ή αριστερού κινήματος αλλά λόγω της κυριαρχίας της πασοκικής σοσιαλδημοκρατίας κι ενός προοδευτικού αστικού κοσμοπολιτισμού στα πολιτικά πράγματα ) δημιουργεί νέες προκλήσεις όπως η αναγκαιότητα συμπόρευσης του πατριωτικού στοιχείου με αυτό του αντί-νατοϊσμού και του αντί-ιμπεριαλισμού, κάτι που έχει διαπεράσει σύσσωμη όλη τη ραχοκοκαλιά της αριστεράς, τόσο της υποτελούς στον ιστορικό συμβιβασμό, τον κοινοβουλευτισμό και τον ευρώ-κομμουνισμό όσο και της επαναστατικής αντικοινοβουλευτικής αριστεράς, ένοπλης ή μη.

Υπό αυτό το πρίσμα,καμία εντύπωση δεν πρέπει να μας προκαλεί η εγκατάλειψη από ολοένα και περισσότερα αριστερά σχήματα (δεδομένου του κατακερματισμού του χώρου) παλιότερων πιο ριζοσπαστικών και διεθνιστικών θέσεων. Η πρόσδεση σε μια πιο real politic γραμμή, επιτάσσει την παραδοχή, ότι όσο νεφελώδες και μεταφυσικό κι αν είναι το πατριωτικό αφήγημα, άλλο τόσο λαοφιλές μπορεί να είναι, όποτε δεν υπάρχει τίποτα κακό στην εργαλειοποίηση οτιδήποτε λαοφιλούς. Πρόκειται για δύο διαφορετικές στάσεις οι οποίες στο δια ταύτα συναντιούνται στην ίδια ποιότητα λαϊκισμού: από τη μία η αριστερή υποταγή στην εθνικοφροσύνη υπό το φόβο της σύγκρουσης με την εθνικιστική υστερία, και από την άλλη η εργαλειοποίηση του πατριωτισμού με αντί- ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά για λόγους εισοδισμού στην πατριωτική πολυκατοικία. Μάλιστα όσες άλλες φωνές τολμούν να αντιστέκονται σε αυτόν τον πειρασμό του λαϊκισμού, αφορίζονται αναφανδόν ως “πολιτική ουρά του μεταμοντερνισμού” και νοσηρά προϊόντα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, στο ίδιο μήκος κύματος που η λαϊκή συνωμοσιολογική δεξιά μιλάει για θολοκουλτουριάρικο προοδευτισμό της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Επομένως, είτε έτσι είτε αλλιώς, η σύγκρουση, ειδικά σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, με θεωρίες και εθνικούς μύθους που ξεπλένουν τον τρόπο που έχουν χαραχτεί τα ελληνικά σύνορα ή την καταπίεση μειονοτήτων στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν,  δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Και δεν είναι τυχαία η ισχνή καταγγελτική αναφορά τέτοιων ιστοριών (ή για την ακρίβεια ορισμένων μάλιστα πτυχών τους) σχεδόν πάντα στο περιθώριο κειμένων, σχεδόν πάντα με αστερίσκους και παρενθέσεις και σχεδόν πάντα με ένα ενοχικό ύφος ντροπής.

Καμία εντύπωση επομένως δεν μπορεί να προκαλεί και η στάση κομματιών της αριστεράς στο ζήτημα του Μακεδονικού και τη Συμφωνίας των Πρεσπών, όπου και εκεί φαίνεται να τηρούν την ίδια στάση συμπόρευσης με την εθνικοφροσύνη κάτω από το λάβαρο του αντί- ιμπεριαλισμού.
Μιλώντας για την Συμφωνία ωστόσο, καλό είναι να διευκρινιστούν και κάποια θέματα αναφορικά με αυτήν και πως αντιτάσσονται από αντί- ιμπεριαλιστική σκοπιά διάφορες δυνάμεις της αριστεράς.
Η Συμφωνία των Πρεσπών απο τη στιγμή που θα είναι τετελεσμένο γεγονός, θα επιταχύνει εξελίξεις, που αναμφίβολα εξυπηρετούν τις δυτικές δυνάμεις. Η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, εφόσον έχει λυθεί το ονοματολογικό, συντείνει στην περικύκλωση της Ρωσίας και στον περιορισμό της Τουρκικής διείσδυσης στα Βαλκάνια, οπότε από αυτήν την άποψη η Συμφωνία έχει προφανώς και έναν συγκεκριμένο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα που ευνοεί ξεκάθαρα τις Δυτικές δυνάμεις.

Από την άλλη η Συμφωνία αυτή δεν παύει να είναι μια επίδειξη ισχύος της Ελληνικής πλευράς επί της γειτονικής χώρας, την οποία αναγκάζει πέραν της αλλαγής του ονόματος της, να προβεί και σε συνταγματικές αλλαγές οι οποίες ( πολύ σημαντικό σημείο αυτό) παύουν να αναγνωρίζουν την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας έξω από τα σύνορα της, πράγμα το οποίο είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο με την λεγόμενη εθνική γραμμή για πάνω από 100 χρόνια.

Από την πρώτη στιγμή που ξανά προέκυψε το θέμα στην επικαιρότητα το 1992 με την σταδιακή κατάτμηση της Γιουγκοσλαβίας και την αυτονομιστική διάθεση των σλαβομακεδόνων της γιουσκοσλαβίας το Ελληνικό κράτος άρχισε από τη μία να αγχώνεται μήπως εκδηλωθούν αντίστοιχες τάσεις στις εναπομείνασες σλαβομακεδονικές μειονότητες της Ελλάδας, ενώ από την άλλη διαφάνηκε μια ευκαιρία για την εκπλήρωση ενός ακόμα μεγάλου εθνικού στόχου που άκουγε στο όνομα “σύνορα με τη Σερβία”. Πλέον είναι γνωστό ότι υπήρχαν, έστω επί χάρτου ή σε επίπεδο διαβουλεύσεων, σχέδια σύμπραξης με το καθεστώς Μιλόσεβιτς και το ανάδελφων έθνος των Σέρβων ομόθρησκων μας, ακριβώς με στόχο τη μεθόδευση αυτής της γειτνίασης. Η εθνικιστική υστερία της δεκαετίας του 1990 με αφορμή το Μακεδονικό κινιόταν σε αυτούς τους δύο άξονες. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα κεντρικά συνθήματα που δονούσαν τις κατά πολύ μαζικότερες από τις σύγχρονες τους συγκεντρώσεις, ήταν το ” Η Μακεδονία είναι μία – Σύνορα με τη Σερβία”. Ούτε τυχαία ήταν η πλύση εγκεφάλου και η ανελέητη προπαγάνδα των ΜΜΕ για την προ-αιώνια ελληνο-σερβική φιλία, και σίγουρα δεν ήταν καθόλου τυχαία η εθελοντική συμμετοχή κομματιών της ελληνικής ακροδεξιάς στις εχθροπραξίες του γιουγκοσλαβικού μετώπου, πλάι πλάι με τους Σέρβους αδερφούς τους, των οποίων τα μαχαίρια στόμωναν στην Σεμπρένιτσα. Όμως για την αντί-ιμπεριαλιστική αριστερά αυτά ήταν ψιλά γράμματα, σημασία έχει ο καημένος ο Μιλόσεβιτς, αυτό το παρεξηγημένο παιδί, εκθρονίστηκε πριν κατασφάξει ολόκληρη τη Βοσνία.

Από τότε ως τώρα η αντί- ιμπεριαλιστική αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δυο γραμμές: πως θα καταφέρει από τη μία, και να μην υιοθετήσει ένα λόγο που θα την κολλήσει στον τοίχο με χαρακτηρισμούς του παρελθόντος, που είναι εύκολο να βγουν από το συρτάρι ,και πως θα διατηρήσει ταυτόχρονα μια αντί- αμερικανική και αντί-ιμπεριαλιστική στάση. Αυτή η σχιζοειδής πολιτική συμπεριφορά οδηγεί και στα γνωστά σουρεαλιστικά έκτροπα του να βλέπουμε τον Μίκυ Θεοδωράκη βασικό ομιλητή στις συγκεντρώσεις με χειροκροτητές μέλη της Χρυσής Αυγής, ενώ το παρόν στα συλλαλητήρια δίνουν αριστερά κόμματα όπως η Λαϊκή Ενότητα και η Πλεύση Ελευθερίας με το Λαφαζάνη και την Κωνσταντοπούλου και τους οπαδούς τους, να λένε οπού βρεθούν και όπου σταθούν, πως δεν είναι όλοι οσοι κατεβαίνουν στα συλλαλητήρια φασίστες ή το άλλο, το ακόμα πιο νόστιμο: ” ας μη χαρίζουμε όλον αυτόν τον κόσμο στη Χρυσή Αυγή”. Ακόμα και η παρουσία του Λαφαζάνη σε μια εκπομπή φασιστικών προδιαγραφών, σε κανάλι ξεκάθαρης αντίστοιχης πολιτικής κατεύθυνσης, είναι πλήρως κατανοητή και συνεπέστατη το διχως άλλο, ειδικά αν λάβουμε υπό όψιν μας τα παραπάνω.

Στην όλη φαιδρότητα αυτού του κλίματος συγκαταλέγεται και η σε βαθμό εμμονής άρνηση αρκετών αριστερών ομάδων και παρατάξεων να αναφέρονται στην γειτονική χώρα με την επίσημη προσωρινή ονομασία της ολόκληρη, δηλαδή ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ή εστω με τα ελληνικά αρτικόλεξα Π.Γ.Δ.Μ., αλλά κάνοντας χρήση των αγγλικών αρτικόλεξων που προκύπτουν από τη διεθνή ονομασία Former Yugoslav Republic of Macedonia, ήττοι FYROM. Η δικαιολογία φυσικά για αυτό είναι ότι η διεθνής ονομασία είναι πιο επίσημη αλλά κάνει μπαμ πως πρόκειται απλώς για ένα γελοίο πρόσχημα που δεν παύει παράλληλα να αποτελεί και ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση. Η πραγματικότητα είναι, όσο αστείο κι αν φαίνεται, ότι απλά αποφεύγουν κάθε χρήση της ελληνικής σύνθετης ονομασίας που περιέχει τον όρο Μακεδονία για λόγους ακροατηρίου, ενώ με το FYROM, καθότι ξενόγλωσσο, και φέρνοντας πιο πολύ σε κανονική και ενιαία ονομασία παρά σε αρτικόλεξα, κρατούν την ισορροπία που θέλουν. (Μια μεγάλη πλειοψηφία στην ελληνική κοινωνία εξακολουθεί βλακωδώς και από άγνοια να θεωρεί το FYROM κανονικό όνομα και όχι αρτικόλεξα).

 

Εξάλλου όλη η επιχειρηματολογία της αντί-ιμπεριαλιστικής αριστεράς στο θέμα του Μακεδονικού είναι φαιδρή. Μιλούν ας πούμε αναφερόμενοι στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για ένα κράτος κατασκεύασμα των ΝΑΤΟικών επιδιώξεων και ένα έθνος φάντασμα, ξεχνώντας ότι αποτελούν πολίτες ενός κράτους, εξίσου κατασκευάσματος των Μεγάλων Δυνάμεων και μέλη ταυτόχρονα του μεγαλύτερου στρατιωτικού συνασπισμού της εποχής, της Ιεράς Συμμαχίας, χωρίς τη βοήθεια των οποίων ελληνικό κράτος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Βέβαια εδώ έχουμε άλλον έναν ακόμα μύθο που αποφεύγει η αριστερά να συγκρουστεί μετωπικά μαζί του που δεν είναι άλλος απο το μύθο της περήφανης εθνικής παλιγγενεσίας που επετεύχθη με το σπαθί στο χέρι και χάρη στην εθνική ελληνική λεβεντιά, και όχι επειδή οι ραγιάδες της εποχής ήταν διατεθειμένοι να υποσχεθούν μέχρι και στους Εσκιμώους ότι θα γίνουμε ταπεινό προτεκτοράτο τους. Ακόμα μια αριστερή υπόκλιση στην Εθνικοφροσύνη.

Παραβλέποντας όμως την προφανή παραπάνω γελοιότητα, καλό είναι να αναλογιστούμε τι συνεπάγεται αυτή η διαρκής άρνηση αναγνώρισης της γειτονικής κρατικής οντότητας σε μια ιδεολογική μάλιστα συμπόρευση με την ακροδεξιά. Αν δεν είναι αυθεντικό κρατικό μόρφωμα και έθνος τότε ποιανού κράτους επικράτεια είναι η ΠΓΔΜ, και ποιανού έθνους τμήμα αποτελεί ο πληθυσμός της; Μήπως της Σερβίας η μήπως της Αλβανίας; Ή μήπως της Βουλγαρίας; Ή τέλος μήπως της Ελλάδας που στιγμή δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται σύνορα με την Σερβία;
Προκύπτει λοιπόν ότι ανεξάρτητα από την αποδοχή ή μη, του δικαιώματος των γειτόνων μας στον αυτοπροσδιορισμό τους ως Μακεδόνες, αυτό που περισσότερο ενδιαφέρει, είναι η μη αποδοχή του δικαιώματος τους στην αυτονομία. Όντας σε ομηρία το γειτονικό κράτος για το πως θα ονομάζεται και επομένως με ποιούς όρους θα αναγνωριστεί επίσημα η αυτοδιάθεση του ως έθνος και λαός, παραμένει σε ένα διαρκές καθεστώς ανασφάλειας, που ευνοεί όλους τους γειτονικούς μεγαλοιδεατισμούς να αναπτύσσονται και να προσπαθούν να βρουν ευκαιρία να αναζητήσουν διεύρυνση του ζωτικού τους χώρου.

Εξάλλου  επίσης δεν ειναι τυχαίο ότι τα προηγούμενα από την ανακίνηση του ζητήματος χρόνια, υπήρχαν σχεδόν σε όλα τα διεθνή φόρα, τους κύκλους διπλωματών αλλά και στις διαρροές μυστικών υπηρεσιών και υπουργείων εξωτερικών διαφόρων χωρών, σενάρια περί διαμελισμού της ΠΓΔΜ και διαμοιρασμού της στις γειτονικές βαλκανικές χώρες, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Σταχυολογώντας δηλώσεις επισήμων διεθνών παραγόντων την εποχή αυτή θα διαπιστώσουμε πόσο διαδεδομένη υπήρξε η σεναριολογία διαμελισμού της Μακεδονίας: μεσα στο 2017 ο Αμερικανός πολιτικός, συνεργάτης του Τραμπ και πρόεδρος της υποεπιτροπής του Κογκρέσου για θέματα Ευρώπης, Ντάνα Ροραμπάχερ, δηλώνει σε αλβανικό τηλεοπτικό δίκτυο ότι τα Σκόπια είναι ένα αποτυχημένο κράτος κατασκεύασμα, που πρέπει να διαλυθεί και τα εδάφη του να διαμοιραστούν στους γείτονές του. Δύο χρόνια πριν το Μαϊο του 2015 τον Μάιο του 2015, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, είχε αναφέρει, μιλώντας στην Ανω Βουλή, στη Μόσχα, ότι υφίσταται ζήτημα ενδεχόμενης μετατροπής του κράτους των Σκοπίων σε μια χαλαρή ομοσπονδία με καντόνια ή διχοτόμησης του μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας. (Βλ.https://m.tribune.gr/world/news/article/341092/allages-sinoron-sta-valkania-diamelismos-skopion-ke-aftonomia-tis-vorias-ipirou.html, 18 Μαρτίου 2017). Όχι πολύ καιρό μετά θα αρχίσουν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας ελληνικά δημοσιεύματα που μιλούν για απόρρητη έκθεση της Interpol που προβλέπει “ακυβερνησία, χάος και διαίρεση των Σκοπίων”. Πιο συγκεκριμένα η αρμόδια κοινοτική επίτροπος, Φεντερίκα Μογκερίνι, φέρεται να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και να προειδοποιεί “για εξελίξεις που μπορεί να βάλουν «φωτιά» σε ολόκληρη την περιοχή“, εμπλέκοντας στην κρίση των Σκοπίων την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ελλάδα , ενώ η έκθεση φέρεται να αναφέρει ότι για πρώτη φορά εμφανίστηκαν μεσαία άρματα μάχης στο Τέτοβο, μια πόλη στην οποία κυριαρχεί το αλβανικό στοιχείο, προβλέποντας “ότι είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει σύγκρουση, η οποία θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στον διαμελισμό των Σκοπίων“. (Βλ. https://m.tribune.gr/world/news/article/345448/aporriti-ekthesi-tis-europol-vlepi-chaos-sta-skopia-ke-pithano-diamelismo.html, 1 Απριλίου, 2017) .

Ένα χρόνο περίπου νωρίτερα, κάπου μέσα στο 2016 γνωστή αλβανική ιστοσελίδα ( Lajmi.net ) θα αποκαλύψει πως ο πρώην επικεφαλής της βρετανικής πρεσβείας στη Μπάνια Λούκα και διευθυντής του οργανισμού «Νιου Γιούροπ» που ασχολείται με την αξιολόγηση των κινδύνων στη νοτιοανατολική Ευρώπη, Τίμοτι Λες, σε βιβλίο που έχει γράψει περιγράφει πως θα διαμελιστούν σταδιακά τα ” ΣΚΟΠΙΑ” μέσα στο προσεχές χρονικό διάστημα, με την Αλβανία να είναι πρώτη στο χωρό των διεκδικήσεων. Όλα αυτά θα δρομολογηθούν, όπως περιγράφει ο Τίμοτι Λες, απο την διαδοχική επανάφλεξη διαφόρων μειονοτικών ζητημάτων στο Βαλκανικό χώρο που θα σαρώσουν την ΠΓΔΜ με όλες τις γειτονικές της χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να βγαίνουν κερδισμένες. ( Βλ. https://amp.newsbomb.gr/bomber/prionokordela/story/704079/vretanos-diplomatis-vlepei-diamelismo-ton-skopion-se-alvania-voylgaria-ellada, 12 Ιουνίου 2016).

Το κατα πόσον όλα αυτά τα σχόλια, δηλώσεις, εκθέσεις κτλ, το παρασκήνιο πίσω απο αυτά και το κλίμα που δημιουργούσαν, απηχούσαν έναν πραγματικό κίνδυνο διαμελισμού της ΠΓΔΜ ή αν ήταν απλώς μια τεχνητή συνθήκη πίεσης για να προετοιμαστεί το έδαφος να υποκύψουν στους ελληνικούς εκβιασμούς προκειμένου να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, μικρή σημασία έχει. Είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε ως πραγματικός κίνδυνος, είτε απλά ως απειλή και εκβιασμός, το κλίμα ήταν αρκετό ώστε να ξαναθρέψει μεταξύ άλλων τον υποβόσκων ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό.

Η Συμφωνία των Πρεσπων επομένως κινείται, εκτός των άλλων, σε ένα πνεύμα πολιτικού ρεαλισμού, παρόμοιο με εκείνο του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φίλιας του 1930, που υπογράφηκε ανάμεσα σε Βενιζέλο και Κεμάλ, τερματίζοντας τα απομεινάρια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού για επανάκτηση της Πόλης και της Αγιάς Σοφιάς (όταν δηλαδή εξισώθηκαν οι περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών) . Έτσι και τώρα, με αυτή τη Συμφωνία τερματίζονται τα θλιβερά, αλλα διόλου αμελητέα, απομεινάρια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού για “σύνορα με τη Σερβία” και από αυτήν την άποψη μόνο έτσι εξηγείται το κεντρικό μότο” πουλήσατε τη Μακεδονία”. Ποια Μακεδονία πουλήθηκε αλήθεια ; Μα φυσικά η “Βόρεια Μακεδονία της Ελλάδος”, την οποία αναγνωρίζοντας την επίσημα, ως άλλο κράτος υπό αυτό το όνομα, κάθε προσπάθεια διεκδίκηση της θα μας εξέθετε διεθνώς και πιθανόν να προκαλούσε αντιδράσεις ακόμα και την πιθανότητα ξένης επέμβασης. Γιατί κάπως έτσι λειτουργούν αυτά τα πράγματα από ότι έχει δείξει μέχρι τώρα η ιστορική εμπειρία. Να γιατί βλέπουμε να ξεσηκώνεται κάθε είδους εθνικιστικό κατακάθι που ποιος ξέρει που ήταν καταχωνιασμένο προηγουμένως, όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Η στάση της αριστεράς λοιπόν, και μάλιστα εκείνης της αριστεράς που σε ένα ντελίριο πατριωτικού αντί-ιμπεριαλισμού συμπλέει σε κοινά μέτωπα με κάθε πτυχή της εθνικοφροσύνης,φτάνοντας στο σημείο του να λέει πως δεν υπάρχει και πως δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα μακεδονικής μειονότητας, αλλά ότι πρόκειται περί νατοικής προπαγάνδας, δε φτύνει μόνο το παρελθόν της. Κάνει κάτι πολύ χειρότερο. Ξεπλένει τις εγκληματικές πολιτικές ενός επεκτατικού στις αρχές του 19ου αιώνα κράτους, που χαρακτηρίζονται από μεγάλης κλίμακας σφαγές που ίσως μόνο για τεχνοκρατικούς λόγους ( επι της διαφοράς των ποσοστών δηλαδή) να μη μπορούν να χαρακτηριστούν ως εθνοκάθαρση, αλλά που στην ουσία τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους έχουν αυτά τα στοιχεία. Χρησιμοποιεί μάλιστα το προκλητικό επιχείρημα ότι “εντάξει και οι άλλοι τα ίδια έκαναν”.

Ξεπλένει επίσης και τα εγκλήματα του ελληνικού κράτους στη μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου εποχή, καθώς αν δεν υπήρξε ποτέ μακεδονική μειονότητα, τότε δεν θα υπήρξαν και τα φερόμενα ως εγκλήματα εναντίον της. Εμπνευσμένη πολιτική αλήθεια. Υπάρχουν πολλά κράτη που θα έπρεπε να τη ζηλεύουν παριστάνοντας ότι οι μειονότητες εναντίον των οποίων εγκλημάτησαν στο παρελθόν απλώς δεν υπήρξαν, άρα δεν υπήρξαν και εγκλήματα εναντίον τους. Εδώ στο Ελλάντα φημιζόμαστε για την πονηριά μας εξάλλου.

Το αστείο όμως είναι ότι τελικά, και παρά τις σχετικές κορώνες για ξεπούλημα της Μακεδονίας, την επισημοποίηση της άρνησης της ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας και επομένως και των εγκλημάτων εις βάρος της, έρχεται να σφραγίσει η ίδια η Συμφωνία των Πρεσπών που αναγκάζει το γειτονικό κράτος να παραδεχτεί και Συνταγματικά πλέον ότι δεν αναγνωρίζει μακεδονικές μειονότητες στην Ελληνική επικράτεια. Ξέρουμε τι σημαίνει αυτό; Ότι έτσι όλα αυτά τα εγκλήματα δε θα αναγνωριστούν ποτέ. Ότι ποτέ κανένας επίσημος φορέας δε θα μπορέσει να θέσει υπο όψιν κάποιου διεθνούς οργανισμού τα γεγονότα της περιόδου 1904-1913 αλλά και της επόμενης από αυτής ως το 1949, ή να μιλήσει για το ότι σλαβομακεδόνες με ελληνική υπηκοότητα και οι απόγονοι τους , παρέμειναν εξόριστοι χωρίς δικαίωμα επιστροφής, και μετά το 1980 και ότι οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν παράνομα. Σημαίνει ότι κανένας ποτέ δε μπορέσει να εγείρει ζήτημα οικονομικών αποζημιώσεων όυτε άλλων αντίστοιχων αξιώσεων και ότι μια ανοικτή πληγή για την ελληνική εξωτερική και εσωτερική πολιτική έκλεισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τηρουμένων των αναλογιών. Και ουρά αυτής της πολιτικής γίνεται κάθε αριστερή φωνή που κραυγάζει σε αντί- ιμπεριαλιστικό παροξυσμό ότι το μακεδονικό μειονοτικό ζήτημα το δημιουργεί ο ευρο-ατλαντικός ιμπεριαλισμός και οι κακοί Αμερικάνοι.

Τέλος τα πιο γελοία όλων των επιχειρημάτων που ακούγονται απο αντί- ιμπεριαλιστικά χείλη, είναι εκείνα που στεκόμενα κριτικά (sic) στον εθνικιστικό παροξυσμό των γειτόνων μας, που βλέπουν τους εαυτούς τους ως απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επισημαίνουν την ύπαρξη ατζέντας σκοπιανού αλυτρωτισμού και αναθεωρητισμού της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.

Προσπερνώντας τα περί “Σκοπιανου Αλυτρωτισμού”, που ξεπερνούν σε αστειότητα μεχρι και τις φωνές που μιλούν για παλαιστινιακό αλυτρωτισμό έναντι του Ισραήλ, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε την παρανοϊκή στάση των αριστερών πάνω στις διεθνείς συμφωνίες που επιβάλουν Μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε κατώτερες. Ενώ είναι γνωστό ότι όλοι οι όροι του Διεθνούς Δικαίου αλλά και η φιλοσοφία του είναι κτισμένη πάνω σε διεθνείς συμφωνίες που υπεγράφησαν, ακριβώς βάση ιμπεριαλιστικών βλέψεων και αντίστοιχων συσχετισμών δυνάμεων, η αριστερά άλλες φορές προχωρά σε καταγγελία του Διεθνούς Δικαίου και άλλες το επικαλείται ξανά, κατά πως την συμφέρει, σε μια ξεκάθαρη συμφεροντολογική αλα καρτ λογική .

Απόρροια της παραπάνω λογικής είναι και το γεγονός ότι  η ελληνική αντί-ιμπεριαλιστική αριστερά μπορεί να καταγγέλλει βάση διεθνούς δικαίου την Τουρκική εισβολή και κατοχή της Βόρειας Κύπρου, αλλά να θεωρεί διεθνιστικό καθήκον τη Ρωσική εισβολή και κατοχή της Κριμαίας, ενώ και οι δύο περιπτώσεις είχαν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά: τόσο η Τουρκία το 1974 όσο και η Ρωσία το 2014, προχώρησαν στις προαναφερόμενες εισβολές με το επιχείρημα της διασφάλισης της ακεραιότητας των μειονοτήτων τους από εθνικιστικές πραξικοπηματικές κυβερνήσεις που τις έθεταν σε κίνδυνο. Το γιατί η μια περίπτωση είναι εισβολή και κατοχή ενώ η άλλη διεθνιστικό καθήκον βέβαια μόνο το μυαλό ενός έλληνα αντί-ιμπεριαλιστή μπορεί να το καταλάβει. Ίσως μάλλον γιατί το ποσοστό επι του συνολικού πληθυσμού, των ρωσόφωνων της Ουκρανίας να ήταν μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό τουρκοκυπρίων. Βέβαια αυτό είναι μια καθαρά ποσοτική διαφορά και ουδόλως ουσιαστική αλλά μικρή σημασία έχει μπροστά στο αντι- ιμπεριαλιστικό τυφλοσούρτη.

Το ανησυχητικό σε όλα αυτά βέβαια, και ο λόγος που χρειάζεται να αντιληφθούμε τη σχετική αντιπαράθεση πάνω στο Μακεδονικό σε μια σφαιρικότητα, είναι ότι παρατηρείται η επανενεργοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της πατριωτικής και εθνικιστικής βάσης που βρισκόταν εν υπνώσει, και ότι αυτή η βάση έχει ερείσματα σε νευραλγικούς θεσμούς και υπηρεσίες του συστήματος, που σε αντίστοιχες καμπές στο παρελθόν είχαν αντιδράσει σπαμωδικά, κι ενω κάτι τέτοιο φάνταζε μάλλον απίθανο.

Αυτό που θα πρέπει να μας ανησυχεί λοιπον στην περίοδο που διανύουμε, δεν είναι μονάχα οι δυναμικές που βλέπουμε στο προσκήνιο αλλά κι αυτές που δεν βλέπουμε, γιατί μένοντας μόνο στις υπεραπλουστεύσεις περί αρμονικής σχέσης αστικού κράτους-παρακράτους, ξεχνάμε, ότι ουκ ολίγες φορές αυτές έχουν διασαλευτεί και περιέλθει σε μια πλήρως αντιδιαλεκτική φάση. Το γεγονός μάλιστα ότι σε όλο αυτό το κλίμα έχουν υπάρξει και αριστερές αντί- ιμπεριαλιστικές πινελιές κάνει τα πράγματα να φαντάζουν ακόμα πιο δυσοίωνα. Γιατί όταν όλα μπλέκουν και όταν όλα συναντιούνται σε ένα θολό πεδίο επίκλησης του Έλληνα λαού, που πάντα ξέρει και ποτέ δεν καταλαβαίνει που παν τα τέσσερα, οι κριτικές στάσεις υποχωρούν ολοένα και περισσότερο και αυξάνει η σύγχηση η θολούρα και ο λαϊκισμός. Παράγοντες που γεννάνε τέρατα. Αν μη τι άλλο κι αυτό ιστορικά βεβαιωμένο.

Τα λούνα παρκ της βίας

Ο δημόσιος διάλογος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει εξελιχθεί δραματικά στη νέα εποχή. Έχει αναχθεί σε μέγιστο διαμορφωτή των δημόσιων ατζεντών και έχει προχωρήσει εκρηκτικά στην με ολοένα και νέους τρόπους ανάδειξη νέων ζητημάτων και προβλημάτων , πράγμα που δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο τον τρόπο που διαδραματίζονται πλέον και οι ανταλλαγές απόψεων και αντιπαραθέσεις εντός των πολιτικών ριζοσπαστικών κινημάτων. Η ευκολία χάρη στην οποία μπορούν να κατατεθούν απόψεις και να υποστηριχθούν, πολλές φορές μάλιστα με μεγάλες δόσεις ειρωνίας, ξερολίασης, εριστικότητας κτλ, έχει προσδώσει ένα άλλο ποιοτικό επίπεδο σε αυτο που εως τώρα αποκαλούσαμε πολιτική ζύμωση. Υπάρχουν πολλά γνωρίσματα αυτής της νέας ποιότητας πολιτικής διαλεκτικής ένα από τα οποία είναι και η εύκολη πρόκληση κρίσεων ηθικού πανικού ειδικά πάνω σε αμφιλεγόμενα θέματα . Αυτές οι κρίσεις αποκτούν χαρακτηριστικά διαδικτυακής μαζικής υστερίας, η οποία εξαπλώνεται απλα με ένα κλικ και μετά παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας. Αυτό φυσικά είναι μια γενικότερη διαδικτυακή συμπεριφορά στις μέρες μας αλλά ειδικά σε ότι αφορά το ριζοσπαστικό κίνημα βλέπουμε να υπεισέρχεται ακόμα και σε πεδία μείζονας πολιτικής αντιπαράθεσης είτε σε κεντρικά είτε σε λιγότερο κεντρικά θέματα ενώ πολύ συχνά γίνεται και εργαλείο προώθησης πολιτικών ατζεντών.

Μπροστά σε αυτή την ακραία περίπτωση μαζικής υστερίας και κρίσης ηθικού πανικού που έχει προκληθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με αφορμή τον ξυλοδαρμό ενός καθ’ ομολογίαν δολοφόνου-βιαστή της νεαρής κοπέλας στη Ρόδο από κρατούμενους στις φυλακές ανηλίκων στην Αυλώνα μάλλον θα πρέπει να επισημανθούν μερικά πράγματα που οι τόσοι πολλοί “φυλακολόγοι” της επικαιρότητας τείνουν να ξεχνούν.

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν, σε περίπτωση που υπήρχε κανένα μπέρδεμα εως τώρα, ότι οι φυλακές δεν είναι ωραίο μέρος. Αν νόμιζε κανείς το αντίθετο έκανε λάθος. Οι φυλακές είναι άσχημες. Πολύ άσχημες.Έίναι περιβάλλοντα ακραίας βίας. Η ίδια τους η ύπαρξη είναι δομημένη πάνω στη βία και αποσκοπεί στην επιβολή της βίας. Η ίδια η φύση του εγκλεισμού και ο καθημερινός έλεγχος στα σώματα και τα μυαλά των κρατουμένων είναι βία. Η διαρκής επισφάλεια της διαρκούς ομηρίας απο εκδικητικούς μηχανισμούς και ανθρωποφύλακες είναι βία. Οι διαρκείς εξαναγκασμοί, οι προσβολές, οι εξευτελισμοί, τα ξεγυμνώματα, τα σκήψε βήξε και τα ψαχουλέματα, οι ψυχολογικοί εκβιασμοί, το δηλητήριο της ελπίδας για τα διάφορα ευεργετήματα που σου βγαίνει η ψυχή να τα περιμένεις μόνο και μόνο για να σου τα απορίψουν ξανά και ξανά και ξανά, οι άθλιες συνθήκες , η αδιαφορία των γιατρών, η αίσθηση ότι μπορεί να πεθάνεις από ένα απλό πονόδοντο, οι κακομεταχειρήσεις ακόμα και τα ξύλα ,όταν και όπου, όλα αυτά είναι βία. Μια βία που δεν έχει τη φιλμική γοητεία και την σκοτεινή λάμψη της νουάρ λογοτεχνίας. Μια βια απολύτως αληθινή, γήινη, ανελέητη, συντριπτική που δεν έχει τίποτα το ελκυστικό, και που δημιουργεί τους όρους αναπαραγωγής της και μεταξύ των ίδιων των κρατουμένων με διάφορες μορφές και ξεσπάσματα, ενώ ταυτόχρονα τους καταστρέφει, τους διαστρέφει βαθιά, χωρίς επιστροφή πολλές φορές, και άλλες τους τσακίζει, τους τρελαίνει, τους οδηγεί σε αυτοκτονίες… Αν οι πόλεμοι είναι η χώρα της βίας , οι φυλακές είναι η παγκόσμια πρωτεύουσα της.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθεσουμε πως και ο κοινωνικός χάρτης είναι τέτοιος ώστε η κατανομή των κρατουμένων να έχει ξεκάθαρα ταξικό χαρακτήρα. Η προέλευση των κρατουμένων στην πλειοψηφεία των περιπτώσεων προέρχεται από κοινωνικά περιβάλλοντα κατώτερης κοινωνικής υποστάθμης, περιβάλλοντα φτωχοποιημένα, περιθωριοποιημένα , εξαθλιωμένα με την κοινωνική αδικία να είναι ο δικός τους διάτων αστέρας , σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι σε συγκριτικά πιο προνομιούχες κοινωνικές πραγματικότητες. Και κοινωνική αδικία σημαίνει ξανά βία. Η βια λοιπόν είναι η μόνη γλώσσα που γνωρίζει, μιλάει και κατανοεί συνήθως η πλειοψηφεία των παραβατικών υποκειμένων που καταλήγουν στις φυλακές πριν καν καταλήξουν σε αυτές. Μιλάμε για κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία η βία μπορεί να είναι μόνιμη συνθήκη , πάντα και παντού παρούσα, σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Πολλές φορές η φυλακή μοιάζει ως απλώς η φυσική κατάληξη για τέτοια υποκείμενα, μια κατάσταση από την οποία η ζωή τους πολύ δύσκολα θα μπορέσει να απεμπλακεί, αν απεμπλακεί. Μια ζωή που ξοδεύεται σε αυτόφορα , σε κρατητήρια, σε ανακριτικά γραφεία τσαλακωμένη μέσα σε χαρτούρες και δικόγραφα, στριμωγμένη σε κλούβες και περιπολικά, τσακισμένη από το ξύλο των μπάτσων για να μιλήσεις ή επειδή απλά. Μια ζωή κατεστραμένη, βουλιαγμένη μέσα στη βία, χωρίς παράθυρο ελπίδας, χωρίς σωτηρία, χωρίς τίποτα απολύτως παρά μόνο απόγνωση και απελπισία. Ειδικά για τις περιπτώσεις ανηλίκων που ξεκινούν να γδέρνουν τις ζωές τους σε αυτό το μύλο από τα πιο τρυφερά τους χρόνια, και που πιθανότατα δε θα γνωρίσουν καμιά άλλη διέξοδο.

Αυτά όλα δε σημαίνουν ότι οι κρατούμενοι είναι αγγελούδια επειδή είναι και θύματα. Δεν αποτελούν κάποιο εξιδανικευμένο κοινωνικό υποκείμενο (όπως και κανένα άλλο) που αποκτά αυτόματη ευσυνειδησία λόγω της ακραίας κοινωνικής αδικίας στην οποία υποβάλεται. Η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας μπορεί να είναι κάλιστα κραταιή και εντός “σωφρονιστικών καταστημάτων” . Η κουλτούρα της επιβολής, της δύναμης, της επίδειξης, της μαγκιάς αποθεώνεται σε ένα κατεξοχήν πατριαρχικό χώρο όπως αυτός των φυλακών γιατί και η πατριαρχία πάνω στα αυτά τα δεκανίκια στηρίζεται. Και ναι στις φυλακές συμβαίνουν πολλά περιστατικά ακραίας κανιβαλικης βίας μεταξύ κρατουμένων και συνήθως πάντα γίνεται με όρους δύναμης. Βίας βάρβαρης, ωμής, που δύσκολα γίνεται πιστευτή κι ακόμα πιο δύσκολα ξεχνάει κανείς ότι υπήρξε μάρτυρας τέτοιων περιστατικών.

Είναι σίγουρο ότι υπάρχουν πάρα πολλά να πει κανείς για τις φυλακές και το σκατόκοσμο τους ειδικά αν έχει περασει αρκετό καιρό στην κοιλιά του κήτους. Πολλά μπορεί να πει και χωρίς να έχει βρεθεί ούτε μια μέρα. Ότι κι αν λέμε ομως, όποιοι κι αν το λέμε δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για μια πραγματικότητα πολύ έξω από τις συμβατικές, όπου η κοινωνική πλειοψηφεία έχει μάθει να κινείται. Θα ήταν πολύ ωραίο να χτυπά κανείς τα δάχτυλα του και να γεννιέται επιφοίτηση πάνω σε διάφορα θέματα όπως πχ του αντι-σεξισμού, ή επί άλλων θεμάτων όπως η στοιχειώδης ενσυναίσθηση απέναντι στις άπειρες αδικίες που γεννά η καταπίεση (πράγμα το οποίο για ένα περίεργο λόγο το απαιτούν αρκετοί από τις πιο περιθωριακές κοινωνικές ομάδες ενώ θεωρούν ελιτισμό την ίδια ακριβώς απαίτηση από πιο ευπρόσωπες κοινωνικες ομάδες με καλύτερο προφίλ ακροατηρίου). Θα ήταν ωραίο τόσο για τους εντός όσο και για τους εκτός των τοιχών. Όμως η ζωή μας διδάσκει πως τέτοιες απαιτήσεις είναι εκτός τόπου και χρόνου.

Με όλα αυτά είναι δυνατόν να αντιληφθούμε πως η ενορχήστρωση μιας πράξης αυτοδικίας εναντίον ενός βιαστή μέσα στις φυλακές δε θα μπορούσε να γίνει με τον όμορφο και ωραίο τρόπο που θα ήθελαν να δουν τα οπτικά μας νεύρα. Είναι δυνατόν να εμπεριέχει βία, ακόμα πιο ακραία από αυτή που εμπεριέιχαν τα βίντεο από Αυλώνα. Είναι δυνατόν να ακουστούν πολύ πιο χυδαίες και σεξιστικές βρισιές από αυτές που ακούστηκαν τώρα . Αλλά μέσα σε ένα σύμπαν ακραίας βίας αυτά είναι μια κανονικότητα. Και είναι υποκρισία να σοκαριζόμαστε όταν ξέρουμε πολύ καλά ότι στην ημερήσια διάταξη των απειλών σχεδόν σε πάσα συνθήκη και ειδικα μεταξυ αντροπαρέων , βρίσκεται το ” θα σε γαμήσω ρε μουνόπανο” , ακόμα και μέσα στον αγγελικά και αντισεξιστικά φτιαγμένο αριστεροαναρχικό μας χώρο.

Η επιδίωξη της επικοινωνίας της πράξης με οπτικοακουστικό υλικό αντανακλά πολλά σημαινόμενα επίσης. Μέσα στις αντεστραμένες σκιές του θεάματος οι κρατούμενοι νιώθουν ότι τέτοιες δημόσιες περιπτώσεις κρατουμένων για τόσο απεχθή και ειδεχθή εγκλήματα προσφέρονται ώστε να βγει προς τα έξω στην κοινωνία ένα πιο “καλό” πρόσωπο των κρατουμένων. Για να πάρουμε τον κόσμο με το μέρος μας. Να στήριζει και καμιά φωνή τους αγώνες κρατουμένων δήθεν πειδη σε τελικη ανάλυση διατηρούν κάποια κριτήρια σε σχέση με κάποιες εγκληματικές πράξεις. Μας θυμίζει κάτι αυτό σαν λογική; Μας φέρνει τίποτα στο μυαλό αυτός ο πρωτόλειος λούμπεν φυλακίστικος λαϊκισμός;

Ωστόσο όπως πάντα και παντού η αλήθεια δεν είναι μια και δεν είναι μονοδιάστατη. Το μίσος για τους βιαστές στις φυλακές δεν προκύπτει μόνο από την ανάγκη μιας λαϊκίστικης εξωστρέφειας. Προκύπτει και από το αγνό πατριαρχικό αίσθημα υπεράσπισης της αρσενικής τιμής όταν βιάζεται κάποιο θυληκό της οικογένειας. Η αντίληψη ότι ο βιασμός των θυληκών προσβάλει τα αρσενικά προστάτες που δεν μπορούν να τα προστατέψουν είναι έστω και υποσυνείδητα πολύ ισχυρή, ακόμα κι αν τα θύματα είναι αγνωστα . Γιατί κατά τα άλλα θα μπορουσε να συμμετέχει σε ένα λιτζάρισμα βιαστή κι ένας τύπος που σιδέρωνε μέχρι θανάτου μια γιαγούλα για ένα 50ευρο.

Ύπάρχουν επίσης και εκείνοι που όσο ειδεχθή κι αν είναι ίσως τα εγκλήματα που έχουν διαπράξει, χάρη σε συσχετισμούς δύναμης δε θα πειραχτούν ποτέ μάλλον. Και λοιπόν; Προκύπτει απο κάποιο αξιακό στάνταρ το “όλοι ή κανένας” ; Γιατι ενίοτε προκύπτουν και άνθρωποι ,μέσα σε αυτό το βάλτο που τσαλαβουτούν και βουλιάζουν τόσες ψυχές, που διατηρούν ένα πηγαίο μίσος για καθάρματα οπως είναι οι βιαστές και οι πρακτικές τους. Και ναι ειναι δυνατόν αν τους δωθεί η ευκαρία να επιβάλουν τη δική τους δικαιοσύνη έτσι όπως την αντιλαμβάνονται. Με βία. Πολύ ίσως. Σοκαριστική ενδεχομένως για ένα απλό μάτι. Και με τη συνοδεία βρώμικων ύβρεων και απειλών. Πριν προσπαθήσουμε να προβάλουμε τα υπερστάνταρ μας σε τέτοιου τύπου αυτοδικίες και πριν εξισώσουμε την ισοπέδωση ενός βιαστή-δολοφόνου με το μέχρι θανάτου λιτζάρισμα ενός απλώς διαφορετικού από την κανονικότητα ατόμου από δυο υπερασπιστές της ατομικής ιδιοκτησίας ας σκεφτούμε μήπως απλώς έχουμε παρασυρθεί από κάποια νεα μαζική υστερία του διαδικτύου χωρίς κριτήρια.

Ίσως αυτό το δευτερόλεπτο αυτοσυγκράτησης να είναι καθοριστικό πριν αποφάσίσουμε να κουνήσουμε το δάχτυλο μας.

Αυτοδικία και κοινωνική γεωγραφία

Συχνά μας διαφεύγει το γεγονός ότι παντού γύρω μας υπάρχουν πολλές διαφορετικές κοινωνικές πραγματικότητες, οι οποίες μπορεί να μην μας είναι καν ορατές, να μην τις γνωρίζουμε καν , ή να νομίζουμε πως τις γνωρίζουμε αλλά να μην έχουμε την πραγματική ιδέα. Σε αυτό συντείνουν κιόλας οι υπεραπλουστευμένες και υπεραπλοϊκές αφηγήσεις περί μιας ενίαιας κοινωνίας ως ένα κάποιο “όλον”, οι οποίες γεννούν διάφορες ψευδαισθήσεις. Η ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ζούμε σε ένα ενιαίο κοινωνικό περιβάλλον και όχι μέσα σε χαοτικο γαλαξία με πολλά διαφορετικά κοινωνικά σύμπαντα εντός του (και μάλιστα πολύ πιθανόν να είναι και αντιθετικά εως εχθρικά μεταξυ τους) πολλές φορές έτη φωτός μακριά απο την πραγματικότητα που εμείς έχουμε συνηθίσει να ζούμε, μας κάνει να αποκτούμε μια κεκτημένη ταχύτητα στις αναλύσεις και προσεγγίσεις μας, με αποτέλεσμα να χάνονται από την οπτική μας οι ιδιαίτερες και ειδοποιές συνθήκες κάθε μικροπραγματικότητας.
Σε κάθε περιπτωση βέβαια η κεντρική κοινωνική οργάνωση διαμεσου Κράτους και Πολιτείας δημιουργούν εκείνα τα πλαίσια διαμόρφωσης βασικών συμπεριφορικών μοτίβων, που σε συνδιασμό με την επιβολή και διάχυτη υιοθεσία της κυριάρχης ιδεολογίας, καθώς και κοινωνικών σχέσεων, να παρατηρούνται και να καταγράφονται σχεδόν σε όλες τις κοινωνικές πραγματικότητες. Έτσι λοιπόν έχουμε βασικές δομικές νόρμες απο τις οποίες ειναι δυνατόν να επηρεάζεται καθολικά ολόκληρη η κοινωνική ζωή. Μια απο αυτές φυσικά είναι η πυραμοειδής μορφή επιβολή της δύναμης σε κάθε πιθανή παραλλαγή: απο το αφεντικό στον εργάτη, από τον εργάτη στην γυναίκα του, από τη γυναίκα στα παιδιά της, απο τα παιδιά σε άλλα πιο αδύναμα παιδιά ή σε αδύναμα ζώα, και ξανά πίσω στην κορυφή και μετά πάλι στη βάση. Εκατομύρια πιθανές και απίθανες παραλλαγές αναπαραγωγής και επιβολής εξουσίας και δύναμης διαχέονται καθημερινά από τα πιο πάνω προς τα πιο κάτω ,αλλά και οριζοντια, μέσα στο κοινωνικό πεδίο , τόσε σε μακροεπίπεδο όσο και σε μικροεπιπέδο. Είναι αυτό το συντριπτικό φαινόμενο του λεγόμενου κοινωνικού κανιβαλισμού. Του πραγματικού κοινωνικού κανιβαλισμού, του αυθεντικού, του αδυσώπητου , του true κοινωνικού κανιβαλισμού, που δεν έχει σχέση με το βλακώδες framing σπασμένα φανάρια-καρτοτηλέφωνα ( ένα framing που επιχείρησε να εγγράψει στην ίδια δημόσια ατζέντα απόπειρες βιασμών, τσαντιές, φέρμες και ναρκοντίλια με μικροβανδαλισμούς δημόσιας περιουσίας) αλλα με τη στυγνή ανελέητη βια της μικροκαθημερινότητας. Της μικροκαθημερινότητας με τις χιλιάδες κρυμμένες χειραγωγήσεις, τους συναισθηματικούς χειρισμούς κάθε είδους, τις κακοποιήσεις, τους βασανισμούς, τους βιασμούς μέχρι και τους φόνους. Είναι το ίδιο φαινόμενο που μην έχοντας πάντα οικονομικό background δεν μπορεί να αναλυθει με το ταξικό φίλτρο και έτσι οι αναγνώσεις που επιχειρούν να εισάγουν την παρουσιαση του στη δημόσια συζήτηση καταδικάζονται από τα μαρξιστικά ιερατεία ως μεταμοντερνιές, φιλελέδικες μαλακίες, αποπροσανατολιστικές αμερικανιές και άλλα τέτοια χαριτωμένα.

Όταν φτάσουν βέβαια τέτοιες ιστορίες να σκάσουν με πάταγο στην επικαιρότητα και να παίξουν στα αστυνομικά δελτία τότε πέφτουμε από τα συννεφάκια μας, συγκλονιζόμαστε, ανακαλύπτουμε αμερικές και σε μια έξαρση κοινωνικού αυτοματισμού αναθεματίζουμε το αποτρόπαιο “μεμονομένο περιστατικό”. Δεν απασχολούν όλες αυτές οι περιπτώσεις βέβαια τα αστυνομικά δελτία όπως πρόσφατα η περίπτωση του βιασμού και στυγνού φόνου στη Ρόδο από δυο κλασσικούς εκπροσώπους της κουλτούρας της επιβολής της ωμής δύναμης, πασπαλισμένης με ισχυρές δόσεις νομιμοποιημένης πατριαρχικής υπεροχής. Σε πολλές περιπτώσεις δε θα απασχολήσει καν. Θα είναι μια καταγγελία γυναίκας στο ΑΤ της περιοχής της που μπήκε σε ένα συρτάρι με πολλούς παρόμοιους καταχωνιασμένους φακέλους. Θα είναι μια βουβή κραυγή απελπισίας γιατί κανείς στη γειτονιά δε σε πιστέψει. Θα είναι φόβος ότι τα αντίποινα αν αντιδράσεις θα είναι τρισχειρότερα. Θα είναι η αγωνία για το τι θα γίνουν τα παιδιά, ή για το αν θα χρειαστεί να αλλάξεις σχολείο η για το αν, αν, αν …. Θα είναι εκατομύρια λόγοι σιωπής, απόγνωσης και ίσως και καμιάς αυτοκτονίας που και που για να ξαναπέσουμε απο τα σύννεφα μας.

Η διαπίστωση αυτής της σκληρής πραγματικότητας που μας περιβάλλει ασφυκτικά στερώντας μας κάθε οξυγόνο δεν μπορεί παρά να προκαλεί μίσος, οργή, ξανά μίσος, ξανά οργή για την αθλιότητα που ονομάζεται κοινωνική ζωή. Η διάχυτη κοινωνική υποκρισία που επικαλύπτει την πυραμίδα της βαρβαρότητας καθως και η διάχυτη κοινωνική αδιαφορία απέναντι της, δε μπορεί παρά να ξεσηκώνει αισθήματα και αντανακλαστικά που ενίοτε μπορεί να οδηγήσουν και στην αυτοδικία. Ίσως όχι πολύ όμορφα. Ίσως όχι πολύ πολιτικοποιημένα, και ιδεατά και όχι ιδιαίτερα συνειδητοποιημένα.  Αλλα εξάλου η ζωή δεν είνα παραγγελία σε σουπερ μαρκετ. Δεν έρχονται όλα όπως τα θέλουμε , ούτε ακολουθούν τα πάντα τα δικά μας ιδεοληπτικά στάνταρ περί απονομής δικαίου.

Οι φυλακές είναι κι αυτές λοιπόν ένα μικρόπεριβάλλον μέσα στον ευρύτερο κοινωνικό γαλαξία. Ως ένας κατεξοχήν τόπος και χώρος αναπαραγωγής δύναμης, ισχύος, εξουσίας και τοξικών συμπεριφορών το να περιμένει κανείς φαινόμενα αυτοδικίας να έχουν χαρακτηριστικά που να ταιριάζουν στις εξευγενισμένες μας προσλαμβάνουσες δεν είναι μόνο πολύτελεια είναι ο κατεξοχήν ελιτισμός. Ελιτισμός μάλιστα που κρύβεται πίσω από ανθρωπολογικού τύπου αναλύσεις σχετικά με την καθώς πρέπει συμπεριφορική λειτουργία των “ιθαγενών” . Άλλο πράγμα βέβαια να τρέφει κανείς ψευδαισθήσεις περί “υποκειμένου” που διαθέτει κάποια αγνά κριτήρια απονομής δικαιοσύνης εντός των φυλακών και άλλο να περιμένει ξαφνικά, και μέσα σε μια μέρα,να αποκτήσουν κριτήρια ορθής συμπεριφοράς οι παραβατικοί υποπρολετάριοι. Σε κάθε περίπτωση η γενικότερη αίσθηση κάθαρσης που νιώθουμε πολλά άτομα παρακολουθώντας τις ψιλές που μάζεψε ο 19χρονος στις φυλακές Αυλώνας δεν προκύπτει επειδή θεωρούμε σώνει και ντε πως οι τιμωροί του στέκουν πιο ψηλά ηθικά. Μπορεί να στέκουν μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι απλά ένα ακόμα επεισόδιο, από τα πολλά, κοινωνικού κανιβαλισμού εντός των φυλακών. Ακόμα κι έτσι να είναι όμως στη χειρότερη των χειροτέρων, είναι μια μικρή ηθική ικανοποίηση να βλέπεις την αποκαθήλωση και κατακρύμνηση του δυνατού, του μάγκα, του νταή, του μπρατσαρά, του βαράω και γαμαω επειδή γουστάρω, του βιάζω και σκοτώνω ανυπεράσπιστες κοπέλες (ή κάθε υποκείμενο σε ορισμένη θέση αδυναμίας) πετώντας τις σωρούς τους στα βράχια. Μια αποκάθηλωση που φέρνει τον ίδιο στη θέση του θύματος , αποτελώντας πλέον τον αδύναμο κρίκο στην ίδια αλυσίδα κοινωνικού κανιβαλισμού στην οποία ο ίδιος επένδυσε την τοξική μαγκιά του. Θα χαιρόμασταν το ίδιο αν απο κακή του τύχη σκοτωνόταν σε τροχαίο ή καιγόταν από ατύχημα ζωντανός στο σπίτι του χωρίς να σημαίνει ότι είμαστε υπερ των τροχαίων η των πυρκαγιών σε τυχαία σπίτια. Γιατί αυτοί που βρισκόμαστε απέναντι από τους κάθε λογής δήμιους και βασανιστές, σε όποια τάξη κι αν ανήκουν, θα αισθανόμαστε πάντα μια χαρά, κρυφή ή φανερή, για τις όποιες ανταποδώσεις προκύψουν εις βάρος τους. Γιατί μέχρι το σημείο που  συνειδητά και αποφασιστικά θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας διαλύοντας την κοινωνική μηχανή αναπαραγωγής της βαρβαρότητας και της εξουσίας, μπορούμε να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας ένα χαμόγελο με τα δεινά των τυράννων, μικρών και μεγάλων, χωρίς να πρέπει να απολογούμαστε.

Κείμενο του Νίκου Ρωμανού – “Για την υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης

Τις τελευταίες μέρες έχουν λάβει χώρα ορισμένα γεγονότα για τα οποία θεωρώ υποχρέωση μου να τοποθετηθώ, αφού όχι μόνο με θίγουν στο μέγιστο δυνατό βαθμό, αλλά και γιατί επιχειρούν να δημιουργήσουν πολιτικά συμπεράσματα τα οποία είναι εχθρικά και διατυπώνονται με έναν πρωτοφανή κυνισμό. Τα πιο σημαντικά από αυτά τα γεγονότα είναι οι δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου στο δικαστήριο του μπάτσου-δολοφόνου Κορκονέα και το άρθρο του δημοσιογράφου Γιώργου Δελιχά στην εφημερίδα των Συντακτών με τίτλο “Ενοχοποιούν τον Αλέξη για να σπάσουν τα ισόβια”.

Γύρω από τις συγκεκριμένες πολιτικές γραμμές συντάσσονται όσοι βρίσκονται με το μέρος της πολιτικής αγωγής, ορισμένοι κακόβουλα και άλλοι από καλή πρόθεση, όπως ο πρώην διευθυντής του σχολείου μας Γιώργος Θαλάσσης, αφού οι συγκεκριμένες θέσεις έχουν ένα υποτιθέμενο προοδευτικό πρόσημο. Ας δούμε όμως για ποιο λόγο οι συγκεκριμένες θέσεις, επί της ουσίας αναπαράγουν μία αντιδραστική διαλεκτική που ενισχύει τις απόψεις του ακροδεξιού/φασιστικού/ εθνικιστικού/ πόλου.

Στην τελευταία συνεδρία του εφετείου του Κορκονέα, οι συνήγοροι υπεράσπισής του κατέθεσαν αίτημα προς την έδρα να διαβαστεί το κείμενο που είχα δημοσιεύσει το 2015 με τίτλο “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή”, το οποίο αποτυπώνει την αντικειμενική αλήθεια, τόσο σχετικά με τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς, όσο και σχετικά με τις επιλογές και την στάση ζωής του Αλέξανδρου.

Για έναν αμετανόητο δολοφόνο όπως ο Κορκονέας είναι πολύ λογικό να βασίζει την υπεράσπιση του στο γεγονός ότι ο Αλέξανδρος ήταν ένας αναρχικός μαθητής. Είναι η νοηματική συνέχεια της δήλωσης του σε προηγούμενη συνεδρία (εξαιτίας της οποίας παραιτήθηκε και ο Κούγιας) στην οποία δήλωνε αμετανόητος σχετικά με την δολοφονία του Αλέξανδρου καθώς δεν ήταν ένας απλός 15χρονος αλλά ήταν αντιεξουσιαστής. Για τον Κορκονέα η δολοφονία του Αλέξανδρου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την τήρηση των αστυνομικών καθηκόντων του, την ένοπλη υπεράσπιση της κοινωνικής ειρήνης που κράτος και κεφάλαιο επιβάλλουν. Μιας κοινωνικής ειρήνης που για να επιτευχθεί δεν θα διστάσουν να στρέψουν τα όπλα των φρουρών τους ενάντια στους αναρχικούς, τους ανυπότακτους νεολαίους, τους φτωχοδιάβολους, τους μετανάστες, όλους όσους βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο και η ζωή τους αποτελεί μια ποσοτική μεταβλητή στα στατιστικά διαγράμματα των τεχνοκρατών.

Όλα αυτά δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από την αδιαμφισβήτητη κοινωνική πραγματικότητα του καπιταλισμού. Το παράδοξο όμως είναι το γεγονός πως η κα Κωνσταντοπούλου, ως πολιτική αγωγή εναντίον του Κορκονέα, χαρακτήρισε το κείμενο μου ψευδές αφήνοντας παράλληλα να εννοηθεί ότι η δημοσίευση του είχε πολιτικές σκοπιμότητες. Αποτελεί προσβολή μια μομφή που λέει ότι η με προσωπικό κόστος καταγραφή της ιστορικής αλήθειας και η πολιτική υπεράσπιση της μνήμης ενός νεκρού φίλου κρύβει τις οποιεσδήποτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Είναι προκλητικό δε όταν αυτή η δήλωση έρχεται από το στόμα μιας επαγγελματία πολιτικού και απευθύνεται σε έναν αναρχικό που βρίσκεται εδώ και έξι χρόνια στην φυλακή. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος αναζητήσει πολιτικές σκοπιμότητες τότε θα τις βρει στις δηλώσεις της κα Κωνσταντοπούλου.

Πολιτική σκοπιμότητα κρύβει η αποπολιτικοποίηση του Αλέξανδρου μετατρέποντας έτσι μια κρατική δολοφονία με συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνδέσεις σε ένα ατυχές περιστατικό, μια αντιδημοκρατική εκτροπή που θα ρυθμιστεί μέσα στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Πολιτική σκοπιμότητα κρύβει η μετατόπιση της συζήτησης γύρω από την πολιτική ταυτότητα του Αλέξανδρου ρίχνοντας ουσιαστικά νερό στον μύλο των πιο ποταπών, φασιστικών και αντιδραστικών απόψεων, νομιμοποιώντας ουσιαστικά τις κρατικές δολοφονίες σε περίπτωση που αυτές είναι στοχευμένες εναντίον όσων αγωνίζονται, εναντίον της κυριαρχίας. Πολιτική σκοπιμότητα και φτηνό λαϊκισμό κρύβει η πολιτική υποστήριξη της σε όλο τον ακροδεξιό/εθνικιστικό συρφετό που διαδήλωνε για την Μακεδονία. Πολιτική σκοπιμότητα κρύβει η δήλωση της ότι οι εθνικιστικές μαθητικές καταλήψεις (εδώ οι 15χρονοι μαθητές βολεύει να είναι πολιτικοποιημένοι) δέχονται προβοκάτσιες από τους χρυσαυγίτες με τον ίδιο τρόπο που οι αναρχικοί είναι προβοκάτορες όταν συγκρούονται με την αστυνομία κατά την διάρκεια κοινωνικών γεγονότων αναπαράγοντας την θεωρία των δύο άκρων. Πολιτική σκοπιμότητα κρύβει η από την πίσω πόρτα πολιτική υποστήριξη της, σε όσους διαδήλωναν υπέρ του Κατσίφα μέσα από άρθρα που αναπαρήγαγε στις ιστοσελίδες της.

Είναι πραγματική ντροπή για την ίδια να χαρακτηρίζει ψευδές ένα κείμενο που ήταν μια κατάθεση ψυχής ώστε να μπει ένα φρένο στην αποπολιτικοποίηση του Αλέξανδρου και να αποτυπωθεί δημόσια ένα μικρό κομμάτι της σύντομης ζωής και ιστορίας του.

Για να μπούμε όμως στην ουσία όλης αυτής της μεθοδευμένης επίθεσης, πρέπει να αναφερθούμε και στο άρθρο του κ. Δελιχά στην εφημερίδα των συντακτών. Ένα άρθρο το οποίο ουσιαστικά αναδεικνύει μια πραγματικότητα, κατά την οποία η υπεράσπιση του Κορκονέα προσπαθεί να σπάσει τα ισόβια καλλιεργώντας ένα κλίμα ηθικού πανικού σχετικά με τα Εξάρχεια και με την πολιτική ταυτότητα του Αλέξανδρου, βάζοντας όμως ύπουλα πίσω από τις γραμμές ως αιτία το κείμενο μου και προσπαθώντας τεχνηέντως να μετακυλίσει την πολιτική ευθύνη σε περίπτωση που σπάσουν τα ισόβια προς το πρόσωπο μου.

Και εδώ βρίσκεται και η ουσία της συγκεκριμένης επίθεσης. Η πραγματικότητα είναι ότι όλους αυτούς τους ενοχλεί που βρίσκεται κάποιος να υπερασπιστεί την μνήμη ενός νεκρού συντρόφου και να μην τον αφήσει έρμαιο στα βρώμικα χέρια των “ευαίσθητων” πολιτικών, των “προοδευτικών” δημοσιογράφων, των κάθε λογής μικροπολιτικών συμφερόντων.

Η συγκεκριμένη στάση και πολιτική θέση -υποτίθεται αριστερή- επί της ουσίας νομιμοποιεί την ρητορική των φασιστών, των πιο συντηρητικών μικροαστικών απόψεων, τους κάθε λογής κυρ Παντελίδες αυτού του κόσμου. Διότι η άρνηση της πραγματικότητας -όπως ήταν αυτή που περιέγραψα στο κείμενο μου- από πλευράς της πολιτικής αγωγής και των υπερασπιστών της, ως δήθεν απάντηση στον μικροαστικό πανικό που διασπείρουν ο μπάτσος-δολοφόνος και οι συνήγοροι υπεράσπισης του, αφήνουν ένα τεράστιο κενό λογικής που καλύπτεται από τις άναρθρες κραυγές όλων όσων υποτίθεται αντιμάχονται ενώ στην πραγματικότητα τους ενισχύουν με την στάση τους.

Γιατί τα “αριστερόστροφα” επιχειρήματα που προβάλλουν, αποτελούν μια διολίσθηση στο πεδίο του διαλόγου που εξυπηρετεί τους φασίστες. Γιατί σημαίνει ότι αν πράγματι ήταν αναρχικός ήταν δίκαιο να δολοφονηθεί από την αστυνομία, ότι αν πέταξε ένα άδειο μπουκάλι μπύρας από τα τριάντα μέτρα είναι λογικό να τον εκτελέσουν εν’ ψυχρώ με μία σφαίρα στην καρδιά, ότι πράγματι όσοι 15χρονοι συχνάζουν στα Εξάρχεια με πολιτικό σκεπτικό είναι εν δυνάμει στόχοι σκοποβολής μιας αστυνομικής περιπολίας. Είναι επιχειρήματα που αποπροσανατολίζουν την συζήτηση όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Ζακ λες και αν ήταν υπό την επήρεια ουσιών ήταν λογικό να ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου μέσα σε σπασμένες τζαμαρίες από τους μαινόμενους προστάτες του ιερού δισκοπότηρου του καπιταλισμού, της ατομικής ιδιοκτησίας.

Ένα σκεπτικό που ουσιαστικά αφήνει χώρο, τον οποίο καταλαμβάνουν όσοι ονειρεύονται μια απολυταρχική δυστοπία, στην οποία όσοι εξεγείρονται θα αφήνονται στο έλεος της κρατικής τρομοκρατίας, όσοι θεωρηθούν ύποπτοι για κλοπή θα λιντσάρονται από τον αφηνιασμένο όχλο, όσοι ορθώσουν το ανάστημα τους θα συκοφαντηθούν μέχρι το σημείο όπου η αντεστραμμένη πραγματικότητα θα γίνει η κυρίαρχη εικόνα για να την προπαγανδίσουν στους φιλήσυχους υπηκόους του καθεστώτος.
Και είναι ταυτόχρονα τόσο υποκριτική όλη αυτή η συζήτηση όταν την ίδια ώρα όλοι οι υπερασπιστές της απολυταρχικής δυστοπίας -που όλο και πλησιάζει- και οι υποστηρικτές τους, φωνάζουν μέσα από κοινωνικά δίκτυα, τηλεοπτικά παράθυρα και κοινοβουλευτικά έδρανα, “τι ήθελε το κωλόπαιδο στα Εξάρχεια”, “καλά να πάθει ο πρεζάκιας”, ενώ διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι οι ειδικές δυνάμεις της αλβανικής αστυνομίας εκτέλεσαν τον Κατσίφα ο οποίος πριν λίγη ώρα πυροβολούσε εναντίον τους. Είναι οι ίδιοι που επικαλούνται τους κανόνες εμπλοκής της αστυνομίας, είναι αυτοί που αναρωτιούνται για ποιον λόγο δεν υπήρξε η σύλληψη του, είναι αυτοί που καταγγέλλουν μονόπλευρα την καταπάτηση των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”.

Αυτούς τους κύκλους και αυτές τις πολιτικές απόψεις ενισχύουν με την ρητορική τους τόσο ο αρθρογράφος της εφημερίδας των συντακτών όσο και η κα Κωνσταντοπούλου, αποπροσανατολίζοντας την συζήτηση γύρω από την πραγματική ουσία των γεγονότων και δίνοντας έμμεσα χώρο σε αυτές τις απόψεις να κυριαρχήσουν ως μια λογική πραγματικότητα.

Από την δική μου πλευρά δεν πρόκειται να σταματήσω να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου καθώς και την μνήμη του φίλου μου σε κάθε προσπάθεια σπίλωσης και λασπολογίας από όπου και αν προέρχεται.

Αν τα συγκεκριμένα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκα έχουν την στοιχειώδη αξιοπρέπεια και υπόληψη είναι υποχρεωμένα αφενός να ανασκευάσουν τα λεγόμενα τους και αφετέρου να σταματήσουν να ενισχύουν με τις απόψεις τους όσους ονειρεύονται την εξάπλωση του σύγχρονου ολοκληρωτισμού σε κάθε πτυχή της ζωής μας, πράγμα αντικειμενικά δύσκολο αφού προσπαθούν με κάθε ευκαιρία να αποτελέσουν κομμάτι του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι υπόλογοι απέναντι στην ανατρεπτική ιστορία, μια ιστορία που γράφεται με το αίμα όσων αγωνίζονται, με την πίστη όσων αγαπάνε την ελευθερία. Μια ιστορία που έχει τα δικά της κριτήρια εντελώς διαφορετικά από εκείνα όσων στο βωμό της πολιτικής τους σκοπιμότητας επέλεξαν να λερώσουν τις επιλογές και τις ζωές ανθρώπων. Μια ιστορία στην οποία οι άνθρωποι που αγωνίζονται, το αναρχικό – ανατρεπτικό κίνημα, όσοι νιώθουν να ασφυκτιούν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, έχουν καταγράψει στην μνήμη και την συνείδηση τους τι πραγματικά συνέβη πριν δέκα χρόνια στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, τους υπεύθυνους και τους πρόθυμους υπερασπιστές τους. Για αυτό και με κάθε ευκαιρία τιμάνε την μνήμη του Αλέξανδρου με τον τρόπο που του αρμόζει όχι με σκυμμένο κεφάλι αλλά με μάτια που λαμπυρίζουν πίσω από τα οδοφράγματα. Όχι με ηττοπάθεια και μοιρολατρία αλλά με πίστη και αφοσίωση ότι ο αγώνας συνεχίζεται, μέχρι λέξεις όπως ελευθερία, αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη να σταθούν στο υψηλότερο βάθρο της ανθρώπινης ύπαρξης όπως τους αξίζει.

Ο καθένας από τους εμπλεκόμενους λοιπόν σε αυτή την υπόθεση ας κοιταχτεί στον καθρέφτη και ας σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Να σταθούμε απέναντι στους αρχιτέκτονες του ιστορικού αναθεωρητισμού!

Να αντισταθούμε σε όσους αναπλάθουν την ιστορική μνήμη προς όφελος τους!

Νίκος Ρωμανός

Αναδημοσιεύση από: https://athens.indymedia.org/post/1593986/

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ

Ο χρόνος είναι σχετικός. Δεν υπόκειται αφ’ εαυτού του σε κατηγοριοποιήσεις και στρογγυλοποιήσεις. Η κατανομή των χρονικών διανυσμάτων σε δεκαετίες, αιώνες, χιλιετίες είναι προϊόν της ανθρώπινης ανάγκης να σχηματοποιεί, να δημιουργεί πλαίσια που γίνονται αντιληπτά ως “ιστορικές” περίοδοι, ή ως χρονικά ορόσημα τα οποία έχουν ένα διαφοροποιημένο αντίκτυπο στο συνειδησιακό εύρος κάθε ατομικότητας. Άλλες φορές ερμηνευτικό, άλλες πολιτικό κι άλλες καθαρά συναισθηματικό, χωρίς καν αυτό να μπορεί να φιλτραριστεί με ορθολογικούς όρους.
Τη στιγμή λοιπόν που γράφονται αυτές οι γραμμές αρχίζει και πλησιάζει εκείνη η χρονική στιγμή που συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τις μεγάλες εκείνες μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη του 2008, μέρες και νύχτες που φωτίστηκαν από τις πύρινες φλόγες του μίσους και της εκδίκησης για τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Για κάποιους ίσως είναι ένα ένας ακόμα χρόνος από εκείνα τα γεγονότα, για κάποιες ίσως είναι μια επέτειος που χρόνο με το χρόνο ξεθωριάζει, σβήνεται και χάνεται. Για κάποιους άλλους, για το κομμάτι μιας γενιάς που πέρασε πολλές κόκκινες γραμμές αποτελεί το σφράγισμα μιας δεκαετίας από το σημείο μηδέν, από την μέρα εκείνη όπου τα πράγματα πήραν μία τροπή που έδειχναν ότι μπροστά στον ορίζοντα ανοίγει ένας δρόμος πιθανόν χωρίς επιστροφή. Μιλώντας για εμένα είναι μία δεκαετία από την οποία τον ένα μόνο χρόνο πρόλαβα να ζήσω ελεύθερος, τον δεύτερο σε καθεστώς παρανομίας και τα υπόλοιπα οκτώ σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Επομένως η συνειδητοποίηση ότι ο χρονικός ορίζοντας μιας ολόκληρης δεκαετία εξαντλείται, δε μπορεί παρά να επιφέρει μία δυνατή αλληλουχία συναισθηματικών εξάρσεων και κυρίως μία τεράστια φόρτιση σε κάποιους ανθρώπους που αρνηθήκαμε πεισματικά να δεχτούμε ότι ο Δεκέμβρης ήταν μόνο ένας μήνας. Γιατί για κάποιους ανθρώπους η εξέγερση εκείνη κράτησε λίγο παραπάνω.

Δεν αποφάσισα ωστόσο να τοποθετηθώ δημόσια τόσο για όλα αυτά, όσο για να διεκδικήσω εκείνο το μικρό μερίδιο που μου αναλογεί στην πολιτική και ιστορική αποκατάσταση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, του νεαρού, του μαθητή, του 15χρονου, φίλου για κάποιους, νεαρό μέλος μιας ευρύτερης μεγάλης παρέας για άλλους, αλλά και συντρόφου για πολλούς.
Είθισται ως κινηματική παράδοση και της αναρχίας και της αριστεράς, όταν ένα πρόσωπο από την κοινότητα του αγώνα χάνεται να αναλαμβάνει την τιμητική του προσφώνηση το πιο οικείο, φιλικό και πολιτικό περιβάλλον του, να μιλήσει για το πρόσωπό αυτό, τις απόψεις, τα πιστεύω, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τα προτερήματα ή και τα όποια ελαττώματά συμπληρώνουν τις ανθρώπινες αντιφάσεις που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Μέσα από αυτήν την τιμητική προσφώνησή αναλαμβάνουν να εκθέσουν στον υπόλοιπο κόσμο όσο το δυνατόν περισσότερο την προσωπικότητα του προσώπου που χάθηκε από κοντά μας, να εκφράσουν την λύπη, την οδύνη, την οργή ίσως, για την απώλεια του από δίπλα μας αλλά και ταυτόχρονα από τα χαρακώματα του αγώνα.
Η περίπτωση όμως του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου είναι ίσως από τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις, που όσο κι αν έχουν μιλήσει οι πιο κοντινοί του άνθρωποι, αλλά και οι λιγότερο κοντινοί, όσο κι αν έχει εκφραστεί το στενό αλλά και ευρύτερο φιλικό και συντροφικό του περιβάλλον σχετικά με το ποιος ήταν, ποια ήταν η προσωπικότητά του, ποιες οι θέσεις του και οι απόψεις του, έχουν ωστόσο αγνοηθεί συστηματικά με πείσμα και με ακατάληπτη εμμονή. Όχι μόνο έχουν αγνοηθεί με ξεκάθαρα απροκάλυπτο και χυδαίο τρόπο, αλλά οι φωνές τους έχουν σκεπαστεί κιόλας με μία συστηματική καταγραφή της ιστορίας έτσι όπως βολεύει την κάθε πλευρά που μιλάει πάνω στο θέμα, καταγραφές που εξυπηρετούν την κατασκευή μεγάλων εύπεπτων αφηγήσεων βασισμένες σε μια εργαλειακά λαϊκίστικη πολιτική εξωστρέφειας. Από την πρωτη στιγμή έχουν αρνηθεί να γίνουν δεκτές οι μαρτυρίες ανθρώπουν του περίγυρου του σχετικά με το ποιός ήταν ο Αλέξανδρος. Ακόμα και η προσωπική μαρτυρία του στενού του φίλου και συντρόφου, καθότι αναρχικός και ο ίδιος ως μαθητής από τα 15 του, Νίκου Ρωμανού μέσα από την επιστολή του “Ρέκβιεμ για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή” έχει αγνοηθεί από πολλές πλευρές εντός του κινήματος σαν να μην υπήρξε ποτέ. Έτσι έχει καταντήσει ως κυρίαρχη αφήγηση των γεγονότων στο κοινωνικό να έχει μείνει η ιστορία που μιλάει για ένα δεκαπεντάχρονο νεαρό μαθητή που βγήκε στα Εξάρχεια ένα Σάββατο για τη γιορτή του συμμαθητή του και πού κατέληξε να πέσει θύμα ενός αστυνομικού που πυροβόλησε δολοφονικά εναντίον μιας παρέας παιδιών που “αυθαδίασε” στο πρόσωπο της εξουσίας. Η πραγματικότητα για την επίσημη αποτύπωση της οποίας παλεύουμε πολλά άτομα όλα αυτή τη δεκαετία, είναι πολύ μακριά από αυτή τη νερόβραστη σούπα που σερβίρεται ως καταγραφή των γεγονότων.

Ο Αλέξανδρος ήταν ένας νεαρός σύντροφος που ξεκίνησε να ασχολείται με την αναρχία και τους αγώνες της ήδη από το Φλεβάρη του 2008. Άρχισε να δίνει δυναμικά το παρόν σε διάφορες κινηματικές διαδικασίες,  συνελεύσεις μαθητών αλλά και γενικά στα Εξάρχεια, και ειδικά στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, αποτελώντας κι ο ίδιος με τη δική του παρέα επίσης νεαρών ατόμων, κομμάτι της λεγόμενης “παρέας της Μεσολογγίου”, η οποία βρισκόταν σε δυσμένεια για αρκετό κόσμο εντός του αναρχικού χώρου την εποχή εκείνη. Η παρέα αυτή των νεαρών συντρόφων/ισσών που εμφανίστηκε περίπου εκείνη την εποχή αποτελούνταν από ένα εξαιρετικό ενθουσιώδες μπούγιο παιδιών με αστείρευτη ενεργητικότητα, ζωντάνια και θέληση για συμμετοχή σε δράσεις, αρκετά πολύβουο και ζωηρό ώστε σύντομα να γίνει γνωστό σε όλα τα Εξάρχεια Μιλάμε για μια εποχή μετά τους κυβερνητικούς ανασχηματισμούς που ακολούθησαν τις εκλογές του 2007, όπου το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναλάβει από κοινού ο τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και νυν πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και ο απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού ναυτικού Παναγιώτης Χηνοφώτης. Η αντικατάσταση αυτή επρόκειτο να δώσει άλλο αέρα στο συγκεκριμένο υπουργείο και συγκεκριμένα μία αλλαγή τακτικής στο ζήτημα της καταστολής. Από το προηγούμενο δόγμα μηδενικής ανοχής Βουλγαράκη – Πολύδωρα, με το ανελέητο κυνηγητό των ΜΑΤ μέχρι και το Λόφο του Στρέφη, τα μαζικά πογκρόμ, προσαγωγών πέριξ της πλατείας, τις στρατοπεδευμένες διμοιρίες μέσα στην καρδιά των Εξαρχείων, της πρώτης εφαρμογής των πεζών περιπολιών ,της σκληρής και αιματηρής καταστολής των φοιτητικών διαδηλώσεων και των μαζικών συλλήψεων και ξυλοδαρμών ακόμα και αλληλέγγυων στα δικαστήρια, υπήρξε μια διάθεση αποκλιμάκωσης. Οι διμοιρίες αποτραβήχτηκαν, ακόμα και αυτή των γραφείων του ΠΑΣΟΚ και για ένα διάστημα φάνηκε πως η πολιτική επιδίωξη του Υπουργείου έτεινε περισσότερο προς μια λογική του κατευνασμού των “μπαχαλάκηδων” σε μία περίοδο όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός είχε ενταθεί πάρα πολύ το προηγούμενο διάστημα.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο μπορούμε να αντιληφθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου ως ένα νεαρό αναρχικό σύντροφο, αρκετά ενθουσιώδη και ενεργητικό, με μια αστείρευτη θέληση για δράση παίρνοντας κι ο ίδιος μέρος μαζί με μια μεγαλύτερη παρέα εξίσου νεαρών δραστήριων ατόμων σε προκλήσεις εναντίον της εξουσίας και της καταστολής εντός των στενών ορίων των Εξαρχείων. Καταστάσεις ωστόσο που προκαλούσαν και μία μεγάλη κινηματική γκρίνια η οποία δεν πρωτοτυπούσε καθόλου, όπως δεν πρωτοτυπεί και τώρα. Τα ίδια επιχειρήματα που ακούγονται σήμερα ακούγονταν και τότε. Αντί για “ακίνδυνη επαναλαμβανόμενη γραφικότητά του Σαββατοκύριακου” είχαμε το κλασικό “Σαββατιάτικο ξεκαύλωμα” και αντί του “επί Σαμαρά αυτά δεν θα τα σκεφτόσασταν καν” είχαμε το “επί Βουλγαράκη-Πολύδωρα δε θα τα τολμούσατε αυτά”. Εντελώς ίδια ήταν τα επιχειρήματα γκρίνιας για τις “κλούβες που γυρίσανε πισω” και όπως επίσης το διαχρονικά πιο άθλιο κατηγορώ εναντίον της αναρχικής νεολαίας αυτό το “σε δυο χρονάκια εσείς θα είσαστε σπιτάκια σας”. Με τη διαφορά ότι ενώ ο Αλέξανδρος ήταν ξεκάθαρα μέσα σε πολλά απο αυτά που διαχρονικά υποτιμούνται καθ’ αυτόν τον τρόπο, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι νεολαίοι της ηλικίας αυτής μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες, όπως και ο σύντροφος Μιχάλης Καλτεζάς το 1985, δε γύρισε σπιτάκι του σε δυο χρονάκια. Τι θά ήταν ο Αλέξανδρος αν ζούσε; Αυτό δεν το ξέρουμε με σιγουριά ούτε μπορούμε να το υποθέσουμε. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε οτιδήποτε. Να είχε πάει πράγματι σπίτι του, να είχε εγκαταλείψει την αναρχία, να είχε “ωριμάσει πολιτικά” και να έκραζε τα “μπάχαλα” ή και να είχε μείνει στην κατεύθυνση μιας εξεγερτικής τάσης της αναρχίας. Θα μπορούσε οτιδήποτε που δεν το ξέρουμε και δε θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό που ξέρουμε σίγουρα όμως είναι πως έπεσε νεκρός από τα πυρά μπάτσου, ένα Σάββατο βράδυ στις 6 Δεκέμβρη του 2008 στην οδό Μεσολογγίου μέσα στα Εξάρχεια. Ενός μπάτσου που αρνήθηκε να μετανιώσει στο Εφετείο λέγοντας πως πυροβόλησε εναντίον ενός αναρχικού δίνοντας ταυτόχρονα το πολιτικό σκεπτικό της πράξης του το οποίο αναιρεί την αφήγηση περί ενός απλού άφρονος μπάτσου-δολοφόνου .

Αυτό το οποίο συνέβη, και όλα αυτά τα οποία επακολούθησαν εγγράφονται λοιπόν στην ιστορία του κοινωνικού ανταγωνισμού. Στην ιστορία ενός δυναμικού πολύμορφου πολυσυλλεκτικού κινήματος με ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός του οποίου υπάρχουν διαλεκτικές συνδέσεις μεταξύ της διαχρονικής αντιμπατσικής οργής εντός των Εξαρχείων και της γενικότερης όξυνσης του επιπέδου της ανατρεπτικής κοινωνικοπολιτικής δραστηριότητας. Είναι κατανοητό το γιατί μοχθούν επί 10 χρόνια κάθε λογής προοδευτικοί, αριστεροί, κοινοβουλευτικοί και μη, κάθε λογής προοδευτικοί, ακαδημαϊκοί, εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και λοιποί απολογητές του δημοκρατικού καθεστώτος (όπως εσχάτως η ανεκδιήγητη Ζωή Κωνσταντοπούλου που με θράσος τόλμησε να χαρακτηρήσει στο Εφετείου του Κορκονέα , ως πλαστή την προ τριετίας επιστολή του συντρόφου Νίκου Ρωμανού) να αποσυνδέσουν τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλου από αυτή την εξίσωση. Είναι κατανοητό γιατί ο ίδιος ο θεσμικός τους ρόλος απαιτεί να προωθούν την αποριζοσπαστικοποίηση σε κάθε κοινωνικό πεδίο, σε κάθε μεγάλο ή μικρό κοινωνικό γεγονός. Αυτό που δεν είναι εύκολα κατανοητό σε μία πρώτη ανάγνωση είναι το γιατί επιθυμεί το ίδιο ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου προχωρώντας σε μια πεισματική άρνηση να αναγνωρίσει την πολιτική στράτευση του Αλέξανδρου ως αναρχικού/αντιεξουσιαστή μαθητή. Θα μπορούσε να είναι η προσκόλληση σε μία πιο λαϊκίστικη αφήγηση προς επιδίωξη πρόκλησης ευρύτερων κοινωνικών συμπαθειών , είναι όμως μόνο αυτό; Δυστυχώς μέσα σε όλα αυτά τα 10 χρόνια έχει προκύψει περίτρανα η διατύπωση ότι προφανώς και δεν είναι μόνο αυτό. Δεδομένης της προσωπικότητας του Αλέξανδρου, με ποιες παρέες άραζε, ποιους φίλους είχε, σε ποια σκηνικά χωνόταν, πράγματα δηλαδή που κάποιοι εντός του χώρου δεν θα τα συγχωρήσουν ποτέ, η επίσημη παραδοχή της πολιτικής του ιδιότητας θα σημαίνει μία αλληλουχία πολιτικών τετελεσμένων τα οποία κρίνονται ανεπιθύμητα, κι ένα από αυτά θα είναι φυσικά αυτομάτως η παραδοχή ότι σε όλη αυτή την αντιμπατσική οργή, που εδώ και πάνω από 4 δεκαετίες εκφράζεται στα Εξάρχεια, υπαρχουν και πολιτικά χαρακτηριστικά και συνδέεται διαλεκτικά με τον ευρύτερο κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αφαίρεση λοιπόν της πολιτικής ιδιότητας του Αλέξανδρου υπακούει,όσο λυπηρό και οικτρό και αν ακούγεται ακούγεται, σε μία εξυπηρέτηση συγκεκριμένης πολιτικής ατζέντας που διακατέχεται από φανατική εμπάθεια σε συγκεκριμένες λογικές και πρακτικές. Το πόσο τραγική και ηθικά μεμπτή είναι μία τέτοια επιλογή μπορεί κανείς να το αντιληφθεί αν απλά φανταστεί πόσο αποκρουστικό θα ήταν να υπάρχουν πολιτικές τάσεις μέσα στο ευρύτερο κίνημα, που θα αρνούνταν την πολιτική ιδιότητα προσώπων που έχουνε εκλείψει από την κοινότητα του αγώνα σε διάφορες εποχές, και που σίγουρα κάποιος κόσμος τις πένθησε βαθύτατα, και που θα αναγνώριζαν μόνο την επαγγελματική ή κοινωνική: εργάτης, πατέρας κτλ.

Με αυτή τη μικρή συμβολή δεν έχω καμία αυταπάτη ότι θα αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ότι θα μνημονεύεται εντός του χώρου μας ο Αλέξανδρος ως αναρχικός και ότι κάποιοι θα ρισκάρουν να δημιουργηθούν ανεπιθυμητά για τους ίδιους πολιτικά τετελεσμένα. Είναι όμως μία τοποθέτηση συνεπής σε μια ευρύτερη συλλογική προσπάθεια χρόνων για τη δημιουργία προϋποθέσεων ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα η πολιτική αθλιότητα των επιλογών που αρνούνται μέχρι σήμερα κάτι τέτοιο. Από τη δική μου μεριά με όλο το συγκινησιακό βάρος που έρχεται να φέρει αυτή η χρονιά ως το επισφράγισμα μιας ολόκληρης εποχής θα ήθελα να χαιρετίσω τον χαμένο μας σύντροφο, αυτόν που ήταν πάντοτε παρόν μαζί μας σε όλα εκείνα που ακολούθησαν, με το νεανικό του χαμόγελο που έσβησε τόσο γρήγορα, να γνέφει συνωμοτικά και να μας κλείνει το ματι στις καλές εποχές, στις επιτυχίες, στις μέρες και τους μήνες που τραντάχτηκε η κανονικότητα, αλλα και στις στραβές, τις αποτυχίες, τα κυνηγητά, τις παρανομίες, τις φυλακές. Μπορει μια δεκαετία να φτάνει στο τελος της, ένας κύκλος να κλείνει και να αφήνει πίσω μια ολόκληρη εποχή, αλλά υπάρχουν κι αυτοί που θυμομαστε, πονάμε ακόμα και η καρδιά μας παραμένει μια αρμαθιά απο ξυράφια.

Δε λέμε αντίο. Δέκα χρόνια είναι λίγα. Δε στέγνωσε ακόμα το αίμα, ούτε τα δάκρυα και ούτε έσβησε το μισος.
Μονάχα φωνάζουμε με τις μικρές ή μεγάλες μας φωνές ΕΚΔΙΚΗΣΗ για να μη σταματήσει ποτέ να θυμάται ό κόσμος ότι τους νεκρούς μας δεν τους κλαίμε απλά, δεν τους αφήνουμε πίσω, τους κουβαλάμε βαθιά μέσα μας και ας βαραίνουν τα βήματα μας.

ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ  ΜΑΘΗΤΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟ
ΝΕΚΡΟ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Παναγιώτης Αργυρού, μέλος της ΣΠΦ

Δημόσια προβλήματα: Θεαματική διαχείρηση vs εκκωφαντικής συγκάλυψης

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει προκληθεί -και πολύ ορθώς φυσικά- σάλος με την καθαρίστρια του δημοσίου που καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη και οδηγήθηκε στη φυλακή επειδή είχε πλαστογραφήσει απολυτήριο Δημοτικού ( συγκεκριμένα όλος ο καυγάς αφορούσε σε μια μονάχα τάξη) . Το θέμα ανέβηκε πολύ γρήγορα στην κορυφή της επικαιρότητας, έπαιξε στα μέσα, προκάλεσε γενική κατακραυγή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έγινε θέμα πολιτικού σχολιασμού από ριζοσπαστικές αριστερές και αναρχικές ομάδες ως ζήτημα που αποκαλύπτει την ταξική φυση της δικαιοσύνης, απασχόλησε κύκλους δικαστικών που προέβησαν σε διάφορες δηλώσεις σχετικά με τις δυνατότητες-ή μη- υπέρβασης των νομικών προβλέψεων, κατέστη όπως συμβαίνει διαρκώς επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το λεγόμενο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς και πως αυτό θίγεται ή όχι, και ενεργοποίησε τα τάχιστα αντανακλασικά της κορυφής της ιεραρχίας του δικαστικού μηχανισμού ώστε να βρεθεί έξω η καθαρίστρια με αναίρεση της απόφασης Εφετείου. Μόνο και μόνο η καταιγιστική μιντιακή κάλυψη της υπόθεσης (από ένα σημείο και μετά) η επιλογή της τοποθέτησης του προσωπικού δράματος ως επίκεντρο της ιστορίας, οι συνεντεύξεις μελών της οικογενείας και ιδιαιτέρως των παιδιών, η δραματική μουσικη των ρεπορταζ και η τσακισμένη φωνή των εκφωνητών/τριών αναδεικνύουν σε πρώτη φάση το πως το όλο θέμα αυτομάτως αναγάγεται σε μια ιστορία-προϊόν συναισθηματικής φόρτισης και συγκινησιακόυ χαρακτήρα. Η δε ενεργοποίηση φωνών του πολιτικού και δικαστικού κόσμου αναδεικνύει μια επίμονη προσπάθεια να καταστεί το θέμα ως μια περιστασιακή, μεμομένη περίπτωση που αναδεικνύει τις υποτιθέμενες δυσλειτουργίες του νομοθετικού/δικαστικού συστήματος.
Γίνονται εύκολα αντιληπτό ότι αυτή η επιμονη δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς όλο το επίσημο καθεστωτικό φάσμα: ΜΜΕ, πολιτικά κόμματα, δικαστικοί κύκλοι αγωνιούν ώστε να εμφανιστεί αυτό το συμβάν ως μια ατυχής παρεκτροπή που θα τύχει αίσιας έκβασης. Το ίδιο απαιτεί και η πλειοψηφεία αρκετών φωνών που προέρχονται από το mainstream μετριοπαθές πολιτικό φάσμα καθώς αδυνατούν να δεχτούν ότι τετοια περιστατικά είναι δυνατόν να συμβαίνουν εν πρώτοις και κατόπιν να μην τυχαίνουν άμεσης επίλυσης. Η συνέχιση της δημοσιοποίησης του “προβλήματος” που ορίζεται και καθίσταται ως τέτοιο , ακριβώς λόγω της έκθεσης  του στην ευρύτερη δημόσια σφαίρα , αναμφίβολα στάθηκε γεγονός ευνοϊκό πάνω από όλα για την ίδια την καθαρίστρια που με διαδικασίες εξπρες έγινε αναίρεση της αποφάσεως του εφετείου και  προσωρινή αποφυλάκιση της (για λογους  υγείας) μέχρι την επόμενη εκδίκαση της υπόθεσης. Στάθηκε επίσης αφορμή να πέσουν λίγο τα φώτα της δημοσιότητας πάνω σε ένα νόμο περί πλαστογραφησης δημοσίων εγγράφων, ο οποίος όμως ελάχιστα απασχόλησε ο ίδιος ως προβληματικός από μόνος του, ίσα ίσα θεωρήθηκε ότι υπήρξε φοβερά αυστηρή ερμηνεία του.  Ακόμα ανέδειξε κι ένα κομμάτι συντήρησης , μετριοπαθούς ή ακραίας , αρκετά μεγενθυμένο μάλιστα, που εκφράστηκε με σαφή και καννιβαλικό τρόπο υπέρ της εφαρμογής του ισχύοντος νόμου με σαφείς εχθρικές διαθέσεις προς την πλαστογράφο καθαρίστρια.

 

Όλα τα παραπάνω, όλες οι φωνές γύρω από την υπόθεση αυτή, που την ανέδειξαν , την έφεραν στο φως και μιλησαν για αυτήν αναγνωρίζοντας την ως πρόβλημα, στην πλειοψηφεία τους κινήθηκαν (και ίσως κινούνται γενικά)  γύρω από το ίδιο μοτίβο ενασχόλησης με τις δημόσιες ατζέντες, και δυστυχώς αυτό είναι το ” ασχολούμαστε με ότι πουλάει” και μάλιστα με  ότι πουλάει με Γουορχολικούς* όρους . Τι σημαίνει πρακτικά αυτό ομως;

Πολύ απλά ο λόγος που κατέληξε να σηκωθεί τόσο πολύ το θέμα στην επικαιρότητα δεν ήταν μόνο η κατάφορη αδικία που αναδεικνυόταν μέσα από αυτό, ούτε και η σκληρή δικαστική αναλγησία. Εξάλου τόσο η κοινωνική αδικία είναι παντού απλωμένη γύρω μας με πολύ χειρότερες αποτυπώσεις, ενώ η δικαστική αναλγησία έχει να επιδείξει πολλά ρεκορ στην καταστροφή ανθρώπινων ζωών και ψυχών.  Δεν ήταν ούτε καν η ταξικότητα της δικαιοσύνης η οποία αναδείχθηκε, ούτε και το βάρβαρο πρόσωπο της εξουσίας.   Στην πραγματικότητα επρόκειτο απλώς, και παρόλο που ακούγεται κυνικό είναι ωστόσο αλήθεια, για ένα θέμα που είχε όλα τα φόντα να ακουστεί γιατί ακριβώς μπορούσε να γίνει “γεγονός”  σε μια ευρύτερη πολιτική σκακιέρα παιγνίων με όρους λαϊκισμού. Αλλιώς θα είχε πάει άπατο σαν είδηση πέρα από δυο τρεις γραφικές φωνές καταγγελίας που πάντα φωνάζουν χωρίς κανείς να δίνει δεκάρα.

Κι αν αμφιβάλει οποιοσδήποτε δεν έχει παρά να αναρωτηθεί: πόσο πολύ ακούστηκε το γεγονός ότι την προηγούμενη βδομάδα μια 60χρονη επιπλοποιός προφυλακίστηκε για υπόθεση τρομοκρατίας, και συγκεκριμένα για ένα δέμα βόμβας που είχε σταλεί στη Γερμανίδα Κεγκαλάριο Μέρκελ το 2010 δηλαδή πριν 8 χρόνια, επειδή λέει βρέθηκε από τις γερμανικές αρχές αποτύπωμα της πάνω στο παγιδευμένο βιβλίο-δέμα; Πόσο πολύ ακούστηκε ότι μια μεγάλη γυναίκα, έχοντας φάκελο και αποτύπωματα για παλιότερα οικονομικά μπλεξίματα με την αστυνομία κατέληξε φυλακή για  μια ξεχασμένη υπόθεση τρομοκρατίας, μια υπόθεση σχεφόν δεκαετίας , κι ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση και ότι απλά στο παρελθόν  υπήρξε βιβλιολάτρης και συλλέκτης παλλιών βιβλίων;  Πόσα κανάλια ασχολήθηκαν με την ιστορία της ζωής της, πόσοι πολιτικοί προέβησαν σε δηλώσεις για την αδικία εις βάρος της, πόσα κείμενα κυκλοφόρησαν ,  πόσα πανό κρεμάστηκαν, πόσοι δικαστικοί επέκριναν την δομική δυσλειτουργία του τρομονόμου ή έστω την αυστηρή ερμηνεία του,  που και ποιός ανώτατος λειτουργός της δικαιοσύνης έδρασε αποφασιστικά ώστε εντός βδομάδας η συγκεκριμένη γυναίκα να βρίσκεται εκτός των τοιχών ώστε να την υποδεχτούν κανάλια να την υποβάλουν σε ερωτήσεις για την περιπέτεια της;

Ερωτήσεις ρητορικές που ηχούν ομως αμείλικτα στο κενό υποβάλωντας ταυτόχρονα επιπλέον αμείλικτα ερωτήματα προς κάθε κατεύθυνση. Ποιά ζητήματα τελικώς επιλέγουμε να  αναδεικνύουμε  , με ποιούς όρους και κριτήρια, και κατά πόσο  καθορίζει τις επιλογές μας  η αντικειμενική υπόσταση των γεγονότων και κατα πόσο το επικοινωνιακό τους εκτόπισμα στην κοινή γνώμη. Μήπως εν τέλει ακόμα και τα κινηματικά αντανακλαστικά στην ανάδειξη προβλημάτων έχουν να κάνουν με την αναλογία λαϊκισμού έναντι ριζοσπαστισμού, με τα θέματα εκείνα που εμπεριέχουν πιο πολλές ριζοσπαστικές απολήξεις να τα τρώει η μαρμάγκα;

 

Φυσικά το σύστημα επιλέγει να αναδείξει εκείνα τα θέματα που ακόμα κι αν εκθέτουν μερικές πτυχές της δομικής του λειτουργίας, μπορεί πάντα πολύ εύκολα να κάνει τις απαραίτητες ντρίπλες ώστε να σώσει το ίματζ του σε ένα μέγαλο κομμάτι του κοινωνικού κορμού που τραμπαλίζεται μεταξύ προόδου και συντήρησης ώστε να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα με μια ψευδαίσθηση ότι “μια στιγμιαία παρεκτροπή ήταν εντάξει,  όλα λειτουργούν καλά τελικά” . Τα θέματα εκείνα που δε μπορόυν να γίνουν το ίδιο εύκολα διαχειρίσημα πολύ απλά δε θα λυθούν τόσο εύκολα και ηχηρά γιατί προφανώς οι συνδηλώσεις που υποκρύπτονται μπορεί να προκαλέσουν περισσότερες ανεπιθύμητες επιπλοκές όπως τη γέννηση δυσσάραστεων συνειρμών για την αμείλικτη φύση της ίδιας της δημοκρατίας αυτής κάθε αυτής. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν πρέπει να απασχολεί και φυσικά δεν πρέπει να γίνεται ορατό.

 

 

 

 

* O Άντι Γουόρχολ ήταν Αμερικανός πολυσχιδής καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας και συλλέκτης, πρωτοπόρος του κινήματος της Ποπ Αρτ.  Υπήρξε προσωπικότητα που άσκησε έντονη κριτική στην κοινωνία του θεάματος, της οποίας φυσικά ήταν μέλος. Καυτηρίασε το lifestyle και ας το έζησε εκ των έσω. Είχε πει πως στο μέλλον όλοι θα είναι διάσημοι για 15 λεπτά και πως μόδα θα είναι να είσαι ίδιος με όλους τους άλλους.

Χρειάζεται όμως πάντα και μια κάποια συμφωνία μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχουμενου

“Πράγματι, ένα σύστημα αποσταθεροποιείται μόνο αν επιτευχθεί η αλλαγή της ανθρώπινης συνείδησης. Κάποια στιγμή σταματήσαμε να συζητάμε το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ατόμων που ζουν εδώ, συμφωνούν με την καπιταλιστική ηθική. Μετά την αρχική φάση της δεκαετίας του ’70, κάποια από τις ομάδες θα έπρεπε να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα […] Υπάρχει μια συγκεκριμένη “ηθική συμφωνία” μεταξύ εκείνων που βρίσκονται από κάτω και εκείνων που βρίσκεται από πάνω. Πάνω σ’ αυτό βασίζεται το σύστημα. Τη δεκαετία του ’70 είπαμε πολλές βλακείες, όπως ότι η εξουσία βασίζεται αποκλειστικά στην καταστολή. Χρειάζεται όμως πάντα και μια κάποια συμφωνία μεταξύ κυρίαρχου και κυριαρχούμενου”

Karl-Heinz Dellwo , μέλος της ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης RAF (Φραξια Κόκκινος Στρατός)

 

 

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τις αστικές μητροπόλεις μας. Ένα φάντασμα που στοιχειώνει τα μυαλά και τις καρδιές ενός βουβού πλήθους που καραδοκεί να δωθεί το σύνθημα για να ξαμοληθεί προς άγραν μιας καλύτερης τιμής ενός ή και περισσότερων καταναλωτικών προϊόντων. Είναι η μέρα που οι δρόμοι και οι είσοδοι καταστημάτων ξεχειλίζουν από ορδές στοιβαγμένων κορμιών που ποδοπατιούνται για να προλάβουν μια πιο γρήγορη εφόρμηση στους σύγχρονους ναούς του δυτικού πολιτισμού, και να προσφέρουν τις εισφορές τους δοξάζοντας την ιερή μέρα της νέας πρωτοκοσμικής θρησκείας των δυτικών κοινωνιών: του καταναλωτισμού. Είναι η μέρα των πολυδιαφημισμένων εκπτώσεων του Black Friday.
Για χρόνια το ελληνικό κοινό (ιδίως εκεινό το αριστεροπροοδευτικό που έχει μονίμως αυτήν τη  μπλαζέ υπεροπτική τάση να σνομπάρει ανελέητα ολόκληρο τον πληθυσμό των ΗΠΑ, θεωρώντας πως πρόκεται για τελειωμένα αμερικανάκια που δεν έχουν καποια ελπιδα σωτηρίας) διακήρυτε πως η αμερικανική ποπ κουλτούρα δε θα έχει καμιά τύχη στην ελληνική κοινωνία γιατί ο Ελληνικός λαός “ξέρει δεν πιάνεται κορόιδο”. Παρακολουθούσαμε λοιπόν για χρόνια αυτόν τον “λαό” που “ξέρει” να προσκυνά τη παλιά ορθόδοξη σοσιαλδημοκρατία, την ίδια ώρα που για πέντε δράμια κοινωνικής προόδου έπνιξε αυτόν τον τόπο στη γενικευμένη κοινωνική διαφθορά για πάνω απο 25 χρόνια.Είδαμε τον ίδιο “λαό” να αναγάγει σε εθνικη διασκέδαση την μπουζουκιάδα και το γλεντοκόπημα του νεοπλουτισμού στις πίστες. Είδαμε την σαπίλα και το εμετό των εκπομπών των ιδιωτικών καναλιών, πρωϊνάδικων, μεσημεριανάδικων, και κάθε λογής -άδικων , να πλυμμηρίζουν τα σαλόνια του ελληνικού “λαού” που “ξέρει” και να τον “ξεβλαχεύουν”. Είδαμε τα εμπορικά κέντρα που κατά τα άλλα το ευαίσθητο κριτήριο της ελληνικής κοινωνιάς θα απέριπτε να αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια. Είδαμε κάθε είδους riality και talent shows που θα έπιαναν πάτο καθώς ” στην Ελλάδα δε μάσαμε από τέτοιες ξενόφερτες αηδίες” , να γίνονται top 1 στην ιεραρχία της εγχώριας μαζικής κουλτούρας με τα κανάλια να τρίβουν τα χέρια τους που χτύπησαν τέτοια φλέβα. Τέλος είδαμε για πάνω απο δυόμιση δεκαετίες την κυρίαρχη ιδεολογία να απλώνεται και να γιγαντώνεται απίστευτα πολύ μέσα στο κοινωνικό πεδίο, να γίνεται πλέον, όχι μόνο απο τα πάνω αλλά και οριζόντια, τόσο έυκολα οικειοποιήσιμη, να αποκτά μια νοσηρή παρουσία παντού, μέσα σε όλο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων. Κι αυτό μόνο με την επικράτηση του φαινομένου του καταναλωτισμού.

Και ναι το ξέρουμε ότι αυτή ειναι η λειτουργία του καπιταλισμού. Τα αφεντικά ωθούν αυτή την κατάσταση κι έχουν όφελος. Ναι τα αφεντικά είναι κακά. Αυτή είναι η φάση τους. Για αυτό είναι αφεντικα. Για αυτό έχουμε καπιταλισμό και όχι κάτι άλλο. Αλλά πότε θα μιλήσουμε για την ατομική ευθύνη της υιοθέτησης της κουλτούρας του καταναλωτισμού; Πότε επιτέλους θα σταματήσει να θεωρείται ελιτισμός να λες σκουπίδι το σκουπίδι που μπαίνει στο χ κατάστημα νιώθωντας ένας μικρός θεός μέσα σε ένα μικρό σύμπαν, όπου μπορεί να ταλαιπωρήσει, να προσβάλει, να ξεφτιλίσει έναν εργαζόμενο/η επειδή μπορεί. Επειδή δεν τον εξυπηρέτησαν καλά. Επειδή δεν του έφεραν τα ρούχα στο χρώμα που ήθελε, τα παπούτσια στο νούμερο που ήθελε, δεν την σέρβιραν στην ώρα που ήθελε , όπως ακριβώς ήθελε, επειδή ο καφές ήταν λίγο πιο πικρός, το λεμόνι στη βότκα λίγο παραπάνω και το φαγητό στο πιάτο λίγο πιο άνοστο. Επειδή η παραγγελία στη διαμερισματάρα του καθυστέρησε πέντε λεπτά παραπάνω και να μην ξαναγίνει. Κι ας βρέχει έξω με τους δρόμους να γλυστράνε, και ας μένει η ίδια πέντε δρόμους παρακάτω  και ας μην χρειάζεται ντε και καλά να βγάλει το παιδί του delivery έξω στους δρόμους. Κι ας έχει τουλάχιστον 10 νεκρούς στην κωλοδουλειά τα τελευταία δύο χρόνια. Κι ας πρέπει να δουλέψουν οι υπάλληλοι υπερωρίες τις λευκές νύχτες ή τις κυριακές ή μέρες επικών εκπτώσεων. Επειδή έτσι. Επειδη γίνεται. Επειδή μπορείς. Επειδή η νεα θρησκεία του καταναλωτισμού λέει ” ο πελάτης έχει πάντα δίκιο”. Κι έτσι ο πελάτης γίνεται ακόμα ένα αφεντικό και μάλιστα πολύ πιο τυραννικό και δεσποτικό. Γιατί πρέπει να βγάλει τα δικα του απωθημένα στον υπάλληλο. Επειδή το δικό της αφεντικό στο γραφείο της έβαλε τις φωνές. Επειδή ο δικός του προϊστάμενος στην δημόσια υπηρεσία του είπε να μην κάνει διάλειμμα δυο ώρες για τσιγάρο. Επειδή οτιδήποτε . Κι έτσι πέρα από τα παραδοσιακά αφεντικά έχουμε εκατοντάδες, χιλιάδες άλλα, με κλασσικό ύφος καταπιεσμένου τυράννου σου φωνάζουν, σου λένε ότι δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου, ότι αν δε σ αρέσει να παραιτηθείς, ότι μια δική τους κουβέντα στο αφεντικό ή μια συμπλήρωση μιας φόρμας ” δεν έτυχα καλής εξυπηρέτησης από το προσωπικό” αρκεί για να βρεθείς στο δρόμο. Για αυτό σκάσε και εξυπηρέτησε. Και προπάντον μη βρίσεις ποτέ τον πελάτη . Γιατί έχει δίκιο. Και γιατί είναι ελιτισμός να χαρακτηρίζεις τέτοια σκουπίδια σκουπίδια. Επειδή απλά είναι πολλά και η χωματερή μεγάλη και πρέπει να την πάρουμε με το μέρος μας.
Κάποια στιγμή λοιπόν ίσως να χρειαστεί να ξανααφουγκραστούμε λίγο τον παλμο της εποχής μας, να μετρηθούμε με τα δυναμικά κοινωνικά φαινόμενα του περιβάλλοντος μας , αυτά που υπάρχουν εκεί έξω και όχι αυτά που φαντασιωνόμαστε ιδεοληπτικά ότι υπάρχουν. Να αναλογιστούμε ότι αν μετά από 8 χρόνια οικονομικής κρίσης χιλιάδες τέτοια καταναλωτικά σκουπίδια δεν διαθέτουν την στοιχειώδη ενσυναίσθηση απέναντι στους εργαζόμενους που πρέπει να ανταπεξέρθουν σε μια τετοια μέρα, δεν είναι ελιτισμός να τα αποκαλείς με το όνομα τους: σκουπίδια.

* Ο Karl-Heinz Dellwo πολιτικοποιείται στη Γερμανική Αριστερά στα τέλη της δεκατίας του 1960. Το 1972 πηγαίνει στο Αμβούργο και ως μέλος της Κόκκινης βοήθειας έρχεται σε επαφή με παράνομα στελέχη της RAF. Την άνοιξη του 1973 συμμετέχει στην κατάληψη ενός σπιτιού στην Echoff Strasse η οποία εκκενώθηκε μετά από επιχείρηση ειδικής μονάδας της αστυνομίας με δακρυγόνα. Το σπίτι κατεδαφίζεται και ο Karl σε ηλικεία 21 χρονών φυλακίζεται ένα χρόνο τον οποίο περνάει στην απομόνωση. Μετά την αποφυλάκιση του συμμετέχει σε μια επιτροπή ενάντια στο βασανιστήριο της απομόνωσης , η οποία προέβαινε σε δράσεις αλληλεγγύης στους κρατούμενους της RAF. Μετά το θάνατο του απεργού πείνας Holger Meins το Νοέμβρη του 1974 ( μετά από 50 μέρες απεργία χωρίς καμιά ιατρική βοήθεια) κατά τη διάρκεια της τρίτης απεργίας πείνας των φυλακισμένων μελών της RAF στο Wittlich , θα ριζοσπαστικοποιηθεί παραπάνω. Τον Απρίλιο του 1975 θα συμμετάσχει στο κομάντο που καταλαμβάνει το γερμανικό προξενείο στη Στοκχόλμη με αίτημα την απελευθέρωση 26 πολιτικών κρατουμένων , μελών διαφόρων ενόπλων οργανώσεων. Η απόπειρα απέτυχε με έκβαση 4 νεκρούς , οι δύο μέλη του επιχειρησιακού κομάντο. Ο Karl συλλαμβάνεται και παραμένει κρατούμενους για 20 χρόνια μέχρι και τις 10/5/1995. Το απόσπασμα στην αρχή είναι από τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της συνάντησης μελών της Γερμανικής εμπειρία του ένοπλου αγώνα όπως ο Karl και ο Ronald Mayer ( RAF) , ο Knut Folkers και η Gabriele Rollink ( Κίνημα 2 Ιούνη) με συντονιστή τη Halina Bentkoski. Η συνάντηση αυτή εντάσεται σε μια ευρύτερη σειρά μεγάλων συνεδρίων που έγινε σε μια προσπάθεια καταγραφής της “προφορικής ιστορίας” αναφορικά με την ένοπλη πάλη των δεκαετιών 70 και 80 σε Ιταλία και Γερμανία, που έλαβαν χώρα στη Ζυρίχη , και όπου συμμετείχαν είτε δια της παρουσίας τους ως ελεύθεροι είτε με επιστολές από τις φυλακές , αγωνιστές και απο τις δύο χώρες.

Πηγή:
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΟΠΛΟ ΑΓΩΝΑ Διεθνής Συνάντηση για το Αντάρτικο Πόλεων στην Ιταλία και τη Γερμανία

Επιμέλεια Primo Moroni, Ig Rote Fabrik

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, 2002

Τιμή στον Mikhail Zhlobitskiy

Ο πόλεμος δεν είναι μονάχα στρατοί παραταγμένοι, στρατιωτικά σαλπίσματα, και παραγγέλματα, πλήθη που αλλαλάζουν καθώς θερίζονται μαζικά από τα πολυβόλα , μαζικοί θάνατοι που προκαλούν άψυχα κουμπιά που πατιουνται απο ψυχρούς χειριστές, παρελασεις τεθωρακισμένων αρμάτων και υπερπτήσεις βομβαρδιστικών. Πόλεμος είναι και το πάθος, η λαχτάρα, η οργή και το μίσος του ατόμου που υψώνει την απόφαση του να χτυπήσει το τέρας αυτού του δολοφονικού κόσμου εδώ, εκεί παρά πέρα. Αυτή η άγρια δίψα για επίθεση στις αξίες του πολιτισμένου γαλαξία της απέραντης σαπίλας που κυριαρχεί παντού γύρω μας. Πόλεμος είναι και οι απελπισμένες κραυγές των μοναχικών ενάντια στην Κυριαρχία. Πόλεμος είναι και η ατομική επιλογή στο σκοτάδι που οπλίζεται με πυροκροτητες και μπαρούτι ενάντια στη βαρβαρότητα και τη μαζική συνενοχή. Που οπλιζεται με μια απόφαση βαθιά χαραγμένη στην καρδιά, μια απόφαση που λυσσασμένα σφίγγει τα δόντια μέχρι να ματώσουν τα ούλα , μια αποφάση που βροντοφωνάζει με την δύναμη χίλιων εκρήξεων: “Μάχομαι μέχρι το τέλος” .

Τιμή για πάντα στον 17χρονο αναρχικό Mikhail Zhlobitskiy που έπεσε νεκρός πυροδοτώντας μια βόμβα στα γραφεία των μυστικών υπηρεσιών της Ρωσίας (FSB).